ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Αρχιτεκτονική και πολεοδομική οργάνωση - Κατασκευαστικά στοιχεία

Ευρετήριο Άρθρου

 

 

ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

 

Η κατασκευή της κατοικίας ήταν μία ευθύνη που βάραινε τον ιδιοκτήτη ένα με δύο χρόνια πριν την έναρξη της διαδικασίας. Έπρεπε να μεριμνήσει για τη εύρεση και συλλογή πέτρας, την κατασκευή πλίνθων και έπρεπε να παραγγείλει καρφιά στους γύφτους.

 

Όταν τα υλικά είχαν μαζευτεί, ειδοποιούσε τους τεχνίτες που ήταν Ηπειρώτες ή δυτικοΜακεδόνες και σπανιότερα ντόπιοι και όριζαν ημερομηνία παράδοσης. Ο νοικοκύρης μαζί με τον πρωτομάστορα πήγαιναν στο Χολομώντα για να παζαρέψουν ξυλεία. Έπειτα χαράζονταν και ανοίγονταν τα θεμέλια.

 

Γινόταν αγιασμός και ένα κοκόρι σφαζόταν στα θεμέλια για να στεριώσει το σπίτι. Ύστερα ξεκινούσε η ανέγερση που κρατούσε μήνες. Όλο αυτό το διάστημα ο νοικοκύρης φρόντιζε για το φαγητό της οικογένειάς του και των μαστόρων. Η κατασκευή της φέρουσας τοιχοποιίας γινόταν από πέτρα ή από πέτρα και ωμή πλίνθο που ήταν γενικώς μια φθηνότερη κατασκευή.

 

Στη δεύτερη αυτή περίπτωση η κατασκευή με πέτρα έπρεπε να φτάσει στο ένα μέτρο από το έδαφος για να αποφεύγεται η υγρασία. Πάντως αν υπήρχε οικονομική δυνατότητα το σπίτι μπορούσε να γίνει εξ ολοκλήρου από πέτρα ακόμα και πελεκητή. Συνδετικό υλικό ήταν η απλή λάσπη από κοκκινόχωμα ανακατεμένη με άχυρα και κοπριά. Οι φέροντες τοίχοι εσωτερικά και εξωτερικά περιβάλλονταν περιμετρικά από ξύλα καστανιάς ή δρυός, τοποθετημένα ανά μέτρο περίπου, σε όλο το ύψος του σπιτιού, τα γνωστά ζνάρια (ζωνάρια). Αυτά προσέφεραν μεγαλύτερη αντοχή στην κατασκευή.

 

Η φέρουσα τοιχοποιία παρουσιάζει τρεις μορφές:

 

Ø Περιμετρική με τέσσερις ισοπαχείς τοίχους. .

 

Ø Σχήματος Π με την τέταρτη πλευρά να κλείνει από μπαγδατί ή τσατμά

 

Ø χήματος Π με προέκταση του ενός σκέλους και κλείσιμο αυτού με μπαγδατί ή τσατμά ώστε να δημιουργηθεί κλειστός ημιυπαίθριος χώρος.

 

Μέρος της τοιχοποιίας ήταν και το τζάκι (η εστία) καθώς και οι νιφκίδες, οι κόγχες για τη φύλαξη αντικειμένων. Οι τοίχοι μπορούσαν να μείνουν εμφανείς ή να σοβαντιστούν και να βαφτούν. Βάφονταν είτε άσπροι είτε με λουλάκι.

 

Τα σπίτια αυτά χαρακτηρίζονται ως «καλαμόστεγα» και «υπόκεραμα». Η στέγη στηριζόταν πάνω σε οριζόντια ξύλινα δοκάρια, τις αγκριντιές (βλέπε εικόνα παρακάτω), που ήταν ορατά από το αγιαζιλίκι, τον εξώστη δηλαδή του ορόφου. Οι αγκριντιές πατούσαν πάνω στη φέρουσα τοιχοποιία και σε κατακόρυφα υποστυλώματα, τα πάτερα, τα οποία ξεκινώντας από το ισόγειο υποστήριζαν και το ανώι. Τα ξύλινα ζεύκτα δένονταν ή καρφώνονταν επάνω στις αγκριντιές και επάνω τους στρωνόταν καλαμωτή για πέτσωμα και έπειτα χόρτα για να μη πέφτει η λάσπη που στρωνόταν ως μονωτικό υλικό. Τέλος τοποθετούνταν τα κεραμίδια. Η στέγη ήταν συνήθως δίριχτη στα μονώροφα ανάλογα και με το μεγεθός τους.

Τα ανοίγματα ήταν συνήθως μικρά και είχαν είτε ταμπλαδωτά παραθυρόφυλλα χωρίς γρίλιες είτε σιδεριά από πυκνά παράλληλα τοποθετημένα σίδερα στρογγυλής διατομής.

 

Οι πόρτες κυρίως στο ισόγειο φτιάχνονταν κοντές επίτηδες για να μη βάζουν μέσα τα άλογά τους οι Τούρκοι όταν έρχονταν στο χωριό.