ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου

 

Τα χαρτάκια


 

Ένας από τους προσφιλείς τρόπους διασκέδασης και παιχνιδιού των παιδιών την δεκαετία του 80 στο χωριό ήταν τα "χαρτάκια" ή "παίχτις".

Τα "χαρτάκια" ήταν μικρές κάρτες που κυκλοφορούσαν και είχαν ως θέματα ποδοσφαιριστές, λουλούδια, αυτοκίνητα, πεταλούδες, πουλιά κλπ.

Τα παιδιά συνήθιζαν να συγκεντρώνουν μεγάλο πλήθος αυτών των καρτών, όχι όμως με μόνο σκοπό τη συλλογή, αλλά ίσως κυριότερο, το παιχνίδι μεταξύ τους.

Κάπως έτσι άρχιζε ένα είδος συναγωνισμού ή και τζόγου.

Υπήρχαν διάφορα είδη παιχνιδιών που σκαρφίζονταν τα παιδιά, με δύο βασικές κατηγορίες, το "τοιχάκι" και το "πάγκα". Η συνήθης ερώτηση ήταν: "Παίηζ’ παίχτις;"

Το "τοιχάκι" χωρίζονταν σε δύο υποκατηγορίες, το "καπάκι" και τις "πθαμές" (πιθαμές).


Ας δούμε πως παίζονταν αυτά τα είδη.

Στο "καπάκι", δύο παιδιά πήγαιναν σε ένα τοίχο (εξού και το όνομα). Ο ένας παίκτης έλεγε στον άλλον "σον" και αυτό σήμαινε ότι διάλεγε να παίξει δεύτερος. Ο πρώτος ακουμπούσε μια κάρτα ψηλά στον τοίχο και την άφηνε να πέσει στριφογυρίζοντας στο έδαφος. Ακολουθούσε ο δεύτερος που στόχο είχε, με τον ίδιο τρόπο, να καταφέρει να ρίξει το χαρτάκι του πάνω στο προηγούμενο. Η διαδικασία συνεχίζονταν μέχρι να πετύχει κάποιο από τα παιδιά το σκοπό του. Ο νικητής έπαιρνε όλα τα "χαρτάκια" που είχαν πέσει κάτω. Όταν ένα "χαρτάκι" δεν κάλυπτε αλλά απλά ακουμπούσε κάποιο άλλο ήταν "τρίχα" και ο παίκτης ξαναέπαιζε.

Στις "πθαμές" το παιχνίδι ήταν παρόμοιο αλλά κάποιος κέρδιζε, όχι όταν "καπάκωνε" το "χαρτάκι" του άλλου, αλλά και αν ακόμα μπορούσε να το φτάσει και με την πιθαμή του. Σαφώς δηλαδή, μια άδικη διαδικασία για τους έχοντες μικρή παλάμη!

Και στις δύο εκδοχές ο αριθμός των καρτών που θα παίζονταν έπρεπε να συμφωνηθεί εξαρχής. Για απεριόριστες κάρτες η κωδική έκφραση ήταν "μπουλούκ’ μπουλούκ’".

Το παιχνίδι "πάγκα" παίζονταν στο έδαφος, ή σε κάποιο παγκάκι, από όπου πιθανόν προέκυψε και το όνομα του παιχνιδιού.

Δύο παιδιά στοιχημάτιζαν ένα συγκεκριμένο αριθμό καρτών, τα έσμιγαν, τα μπέρδευαν και τα χώριζαν στα δύο ή στα τέσσερα. Οι κάρτες όλες είχαν, έτσι κι αλλιώς, αύξοντα αριθμό. Έτσι επιλέγοντας, αυτός που θα είχε το μεγαλύτερο αριθμό, ή άθροισμα αντίστοιχα, κέρδιζε το σύνολο των καρτών.

 

Ο χαβαλές της διαδικασίας δεν σταματούσε εδώ.

Ο αριθμός των παιδιών-παιχτών ήταν, έτσι κι αλλιώς, περιορισμένος. Παίζοντας για μέρες ή και βδομάδες, κάποια στιγμή το μεγαλύτερο μέρος των καρτών συγκεντρωνόταν στα χέρια δύο-τριών παιδιών.

Τότε αυτοί, είτε από ικανοποίηση του "εγώ" τους, είτε από το χαβαλέ της διαδικασίας, είτε για να αναζωογονηθεί ξανά το παιχνίδι, κάνανε το λεγόμενο "λανάρ".

 

Το "λανάρ" γινόταν ως εξής:

Το παιδί που είχε μεγάλο πλήθος καρτών ανέβαινε σε ένα ψηλό σημείο και αφού μαζεύονταν από κάτω τα υπόλοιπα παιδιά, πετούσε ένα σεβαστό αριθμό καρτών. Ο χαβαλές ήταν τεράστιος!

Τα χαρτάκια έπεφταν στριφογυρίζοντας και τα παιδιά σκοτώνονταν για να τα μαζέψουν. Όλα αυτά χωρίς ίχνος διαφωνίας ή μαλώματος, αλλά με γέλιο και χαρούμενη διάθεση. Πλαισιωμένα από την ξενοιασιά της ηλικίας, αλλά και την ηρεμία και τα χρώματα του χωριού!

Λαναααάρ ρεεεεε....!!!!{flike}

 

Μποζατζίδης Βασίλης