ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου

Η διασκέδαση στο Αδάμ

Μέσα στην καλοκαιριάτικη κούραση και μέσα στην μαύρη  φτώχεια  των συγχωριανών μας, τα χρόνια της δεκαετίας του 50, δεν τους έλειπαν τα γλέντια. Θυμάμαι μια περίοδο, που ίσως να ήταν και μετά το 1956, που τα Σαββατόβραδα στο χωριό γίνονταν γλέντια, που όσοι τα έζησαν δεν θα τα ξεχάσουν ποτέ. Τα καφενεία του Ανέστη Τζαντζαρούδη, του Μήτρη  Μπουλατά ,του Θανάση Ζαχαρούδη, μετατρέπονταν σε ταβέρνες με μουσική.

Στο "ΕΞΟΧΙΚΟ" του Κανάκη έπαιζαν πάντα οι καλύτεροι οργανοπαίχτες της περιοχής. Ο Βασίλης του Γιαννάκ’ με το ούτι, ο  Αλέκος ο Σέρρας,  με τα νταούλια του, ο μπάρμπα Θανάσης Χάτσιος  με το  βιολί του  και ο Στέργιος Μαλλιαρός, ο Γιώργος Σταγωνάς κι ο Χαρίλαος Χάτσιος,  κατά περίπτωση, με τα ακορντεόν τους,  διασκέδασαν με την μουσική τους τον κόσμο όλης της περιοχής για πολλά χρόνια. Δεν ξέρω από πότε και γιατί σταμάτησε αυτό το είδος της διασκέδασης στα χωριά μας, όμως τα γλέντια που έγιναν τότε, δεν ξεχνιούνται.

Από νωρίς το Σάββατο, η νεολαία ντυμένη στην τρίχα, έβγαινε και πήγαινε νωρίς-νωρίς στη ‘’Λάκα’’ και μετά κατέληγε στην "Βόλτα",κι ύστερα στο γλέντι.

Η Λάκα ήταν μια τοποθεσία του χωριού, εκεί που σήμερα είναι το ξωκλήσι της Παναγίας. Εκεί μέσα στο ξερόλακο, που κατέβαζε τα νερά της ‘’Ψηλής ράχης’’ προς τον κάμπο και που πριν φτάσει στον Αγ. Παντελεήμονα έσβηνε σχεδόν εντελώς, ο Ασημάκης Μπίθας, Θεσσαλονικιός, ταχυδρομικός υπάλληλος , γαμπρός και θαυμαστής του χωριού μας, που λάτρευε υπερβολικά τη φύση, ανακάλυψε μια πηγή με κρύο και γάργαρο νερό, που έρχονταν βαθιά απ’ τα σπλάχνα του βουνού. Με φίλους του (τον Ζαχαρία Ζαχαρούδη κυρίως) έκανε μια κατασκευή.

Συγκέντρωσε το νερό και το κατηύθυνε σε μια βρυσούλα μέσα στη ρεματιά κάτω από τον ίσκιο των δέντρων. Από τότε, εκεί κάθε Σάββατο απόγευμα και τις Κυριακές σχεδόν όλη μέρα, αγόρια και κορίτσια παρέες-παρέες πήγαιναν να περάσουν λίγη ώρα μακριά απ’ το χωριό και κοντά στο δροσερό νερό της πηγής. Κάθονταν στα πρόχειρα φτιαγμένα παγκάκια, που υπήρχαν εκεί και συζητούσαν διάφορα, ενώ περίμεναν να κρυώσουν τα φρούτα τους, καρπούζια, πεπόνια, σταφύλια, σύκα, που είχαν βάλει μέσα στην λεκάνη όπου έπεφτε το κρύο νερό της πηγής. Όταν σουρούπωνε φυσικά, όλοι σιγά-σιγά αναχωρούσαν για το χωριό για να συνεχίσουν στη ‘’Βόλτα’’, τις συζητήσεις που είχαν αρχίσει στη ‘’Λάκα’’.

Αργότερα στη τοποθεσία αυτή χτίστηκε το ξωκλήσι της Παναγίας, επειδή όπως έλεγαν, η Μαρία η ‘’Πιλικούδα’’, έτσι λέγαμε την δεύτερη γυναίκα του μπάρμπα Γραμμένου του Διαβάτη (ή Τσιανγκάλη), ισχυρίζονταν ότι της παρουσιάστηκε η Παναγία κατ’ επανάληψη στον ύπνο της και της ζητούσε να κτιστεί εκεί στη ‘’Λάκα’’ ξωκλήσι με το όνομά της. Κάποιοι λοιπόν περισσότερο θεοσεβούμενοι, φρόντισαν τότε και κτίστηκε εκεί το εκκλησάκι αυτό.

Η ‘’Βόλτα’’ του χωριού,  αρχικά γίνονταν από το "Ζάππειο" και πέρα, προς τον δρόμο που πήγαινε για την "Λάκα". Αργότερα  άλλαξε τοποθεσία και γίνονταν στην Ζαγκλιβερινή στράτα. Η "Βόλτα" ήταν μια διασκέδαση για την νεολαία. Ένα νυφοπάζαρο. Ένα ποτάμι από νέους που τα βραδάκια ανεβοκατέβαινε από την γέφυρα μέχρι του Βλάχου το δέντρο. Συζητούσαν παρέες-παρέες, στέλνονταν προξενιές από παρέα σε παρέα, γέλια, χάχανα, και οι πιο μικροί τρέχαμε και παίζαμε ανάμεσα σ αυτό το ανθρώπινο ποτάμι που συνεχώς προχωρούσε. Εκεί κλείνονταν τα διάφορα ραντεβού, που κατέληγαν συχνά λίγο πιο κάτω στα χασίλια κοντά στο γήπεδο.

Κάποια καλοκαιρινά βράδια, πηγαίναμε στο ‘’ βοσκιό’’. Πολλοί νέοι μαζί, παίρναμε τα άλογα, τα γαϊδούρια και τα μουλάρι. Μια βέργα καμωμένη συνήθως από κλωναράκι κάποιας κρανιάς, που είχε κοπεί από το βουνό από κάποιον μαθητή. Και η βέργα έπεφτε με δύναμη στην παλάμη των παιδιών που δεν διάβαζαν ή ατακτούσαν. Πολλές φορές μάλιστα για σοβαρότερους λόγους τα χτυπήματα γινόταν στην έξω πλευρά της παλάμης, στα κοκαλάκια που ήταν και πιο ευαίσθητα. Μια τέτοια βέργα θυμάμαι είχα κάνει κάποτε κι εγώ. Την περιποιήθηκα, σκάλισα διάφορα σχέδια στην φλούδα της, την στέγνωσα στον ήλιο και όταν ήλθε η ώρα την έδωσα στην δασκάλα μου την Αγγελική Μωραϊτου που πολύ την αγαπούσα και την αγαπώ ακόμα. Κι εκείνη με την πρώτη ευκαιρία την εγκαινίασε στα χέρια μου. Ήταν μια ένδειξη της αγάπης της για μένα. Και δεν αστειεύομαι. Πολύ με βοήθησε το ξύλο εκείνο. Ας είναι καλά, την αγαπώ πολύ./p θιΑπόκριες στο Αδάμραπείιστα και πηγαίναμε στα τσαΐρια για διανυκτέρευση, για να βοσκήσουν χόρτα τα ζώα και για να κάνουμε μουχαμπέτι οι νέοι. Πολύ αργά την νύχτα στρώναμε ένα στρωσίδι κάτω, σκεπαζόμασταν και με ένα άλλο και χαζεύοντας τα αστέρια και ονειροπολώντας, μας έπαιρνε ο ύπνος. Το πρωί φυσικά έπρεπε να ξυπνήσουμε πολύ νωρίς, να πάμε για δουλειά στα χωράφια  για μάζεμα του καπνού.. Όμως οι βραδιές αυτές , του βοσκιού, μας έμειναν αξέχαστες από τα καλαμπούρια και τις πλάκες που γίνονταν εκείνα τα  βράδια μεταξύ των παιδιών που πήγαιναν στο  ‘’βοσκιό’’ . Όμως  γι αυτά  θα  μιλήσουμε  άλλη φορά .

Από τις ‘’Αναμνήσεις’’ του Θανάση Στεφ,.Παπαοικονόμου