ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου

 

 

Σινεμά  στο χωριό την δεκαετία του 1950.



Κάπου-κάπου, μέσα στην δεκαετία του 1950, είχαμε θυμάμαι την τύχη να βλέπουμε στο χωριό και σινεμά. Στην αρχή έρχονταν κάποια κρατικά συνεργεία από κάποια γεωργική υπηρεσία και πρόβαλε  ταινίες, που είχαν σχέση με καλλιέργειες. Φαίνεται πως θα ήταν κάποια κρατικά προγράμματα, που είχαν σκοπό, να ενημερώσουν τους αγρότες για κάποιους νέους τρόπους καλλιέργειας.

Από το πρωί έβγαιναν σε διάφορα σημεία του χωριού πινακίδες, που ενημέρωναν για την έλευση του συνεργείου. Στις πινακίδες αναγράφονταν και το έργο που θα παιζόταν μαζί με την εκπαιδευτική ταινία. "Οι ουρανοί είναι δικοί μας", πάντα αυτό το ίδιο,  με την Αντιγόνη Βαλάκου και τον Αλέκο Αλεξανδράκη στα νιάτα τους. Θα το είδαμε πάνω από δέκα φορές το ίδιο έργο. Φυσικά ούτε ρεύμα ηλεκτρικό, ούτε και αίθουσα κατάλληλη υπήρχε στο χωριό.


Το απόγευμα το συνεργείο ήταν εγκαταστημένο στο "κάτω το Πλατάν". Εκεί μια γεννήτρια άρχιζε να δουλεύει κάνοντας εκείνο τον εκνευριστικό της θόρυβο. Όταν έρχονταν η ώρα και μαζεύονταν σχεδόν όλο το χωριό, μικροί μεγάλοι, η προβολή γίνονταν απάνω στον τοίχο του διώροφου σπιτιού του Ζαχαρούδη, που ήταν στο πιο κατάλληλο μέρος για αυτή την δουλειά. Για ώρες θυμάμαι παρακολουθούσαμε κάποιους στον τοίχο να σπέρνουν καλαμπόκια, σιτάρια, να ραντίζουν καπνά και εγώ δεν ξέρω τι άλλο. Όμως εμείς εκεί. Καθισμένοι κατάχαμα, παρακολουθούσαμε το θαύμα αυτό της τεχνολογίας και περιμέναμε να έρθει η ώρα του κανονικού έργου. Κι ας το είχαμε δει τόσες άλλες φορές.

Ένα βράδυ θυμάμαι, αφού είδαμε για μια άλλη φορά το έργο και τα φώτα από τις γεννήτριες έσβησαν, έψαξα να βρω τον πατέρα μου για να γυρίσουμε μαζί στο σπίτι, γιατί φοβόμουνα το σκοτάδι  και τον Χρήστο τον Βαγγελινό, που μέρα νύχτα, σαν τον κύκλωπα στέκονταν στην πόρτα του, δίπλα στο σημερινό σπίτι του Βασίλη Γιαννακούδη, με το δεκανίκι στο χέρι. Και ποιο παιδί δεν τον φοβόταν; Να περάσεις νύχτα χωρίς την συνοδεία μεγάλου από το στενό; Αδύνατον! Ποιος το τολμούσε; Κι ας ήταν άκακος ο φουκαράς. Σαλεμένο άτομο και η εμφάνισή του με τα κουρελιασμένα ρούχα, το τεράστιο μπόι του και το απλανές βλέμμα του  μας έκανε να τον τρέμουμε.

Ευτυχώς εντόπισα στο σκοτάδι τον πατέρα μου. Έτσι τουλάχιστον μου φάνηκε, όπως ήταν ψηλός και αδύνατος. Τον έπιασα από το χέρι και σιγουρεύτηκα. Μου φάνηκε περίεργο, γιατί δεν το συνήθιζε, μα πήρε τον κάτω δρόμο προς του Τσιαράπα το σπίτι. Ούτε που με ένοιαξεόμως. Μαζί του δεν τον φοβόμουνα τον Χρήστο. Μου έσφιξε και κείνος το χέρι και προχωρούσαμε μέχρι που φτάσαμε στου Ζάχου (Στς Σουμπασνιάς) το σπίτι. Εκεί, εκείνος έστριψε προς τα κάτω  προς το ‘’Σανίδι", κι εγώ τρομαγμένος, τράβηξα το χέρι μου και το έβαλα στα πόδια. Είχα πέσει από την Σκύλα στην Χάρυβδη. Τόση ώρα εγώ κρατούσα τον μπάρμπα  Γραμμένο τον Τσιανγκάλη (Διαβάτη), που τον φοβόμασταν επίσης, λόγω του παρουσιαστικού της δεύτερης γυναίκας του της Μαρίας της Πιλιικούδας  (Φιλιππούδα ήταν το κανονικό της επίθετο αλλά εμείς το πιάσαμε στραβά) και εκείνος κρατούσε εμένα γιατί νόμιζε πως ήμουνα ο γιος του ο Αλέκος. Τροχάδην λοιπόν πίσω στην πλατεία για να γυρίσω στο σπίτι έστω και μέσα στο σκοτάδι αλλά από τον πάνω δρόμο.

Αργότερα άρχισαν να έρχονται και ιδιωτικοί  σινεμάδες, που έπαιζαν κανονικά έργα στα καφενεία του Ανέστη Τζαντζαρούδη ή  του Κανάκη του Χάτσιου. Εκεί είδαμε αξέχαστες Ελληνικές ταινίες, άλλοτε σκαρφαλωμένοι στα πίσω παράθυρα του καφενείου του Ανέστη κι άλλοτε με  εισιτήριο. Ταινίες  με τον Ορέστη  Μακρή, τον Αυλωνίτη, την Βασιλειάδου και άλλους παλιούς καλούς κωμικούς. Είδαμε όμως και ταινίες Ινδικές με την Ναργκίς, καθώς και πολλές τουρκικές, όλες τους αρκετά δακρύβρεκτες.

Από τις ‘’ Αναμνήσεις" του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου