ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου


ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΟ ΑΔΑΜ

Η επόμενη μεγάλη γιορτή μετά τα Χριστούγεννα, που την περιμέναμε όταν ήμασταν παιδιά, για να διακόψουν τα μαθήματα και να λουφάρουμε για λίγες μέρες, ήταν οι αποκριές. Η γιορτή του γλεντιού, της νηστείας και του καρναβαλιού. Μια-δυο βδομάδες πριν την Τυρινή, χορταίναμε στα σπίτια μας τον χαλβά. Χαλβάς απλός, χαλβάς με σοκολάτα, χαλβάς ξερός σαν πέτρα και ότι άλλο είδος χαλβά κυκλοφορούσε και τον ήθελες. Θυμάμαι ότι την περίοδο εκείνη, τα βράδια, όταν δεν ντυνόμασταν καρναβάλια, καθόμασταν όλα τα παιδιά γύρω από το τραπέζι του φαγητού και με τον μπαμπά μας παίζαμε τον ''χάσκαρ(η)''. Ο πατέρας έδενε με ένα σχοινί ένα κομμάτι ξερού χαλβά και κουνώντας τον με το σχοινί μπρος πίσω τον περνούσε μπροστά από όλα τα παιδικά στόματα. Ο καθένας μας προσπαθούσε να προλάβει και να αρπάξει με τα δόντια του τον χαλβά. Αν το κατάφερνε έπαιρνε το κομμάτι του χαλβά για δικό του. Ήταν το έπαθλό του. Αν δεν τα κατάφερνε, ο πατέρας προχωρούσε στον επόμενο, μέχρι να βρεθεί νικητής. Αυτός ήταν ο ''χάσκαρ(η)ς. Προφανώς το όνομα του πρωτότυπου παιχνιδιού είχε σχέση με τα παιδικά στόματα, που έχασκαν ανοικτά προσπαθώντας να χάψουν το κομμάτι του χαλβά.

Τα βράδια στους δρόμους και στα σπίτια κυκλοφορούσαν καρναβάλια. Ξαφνικά μέσα στην νύκτα χτυπούσε η πόρτα του σπιτιού και έμπαινε μέσα μια ολόκληρη παρέα ντυμένη με καρναβαλίστικα ρούχα. Το κεφάλι των καρναβαλιών ήταν πάντα σκεπασμένο με μια κουκούλα, η οποία δεν έβγαινε, παρά μόνον όταν αναγνωρίζονταν από κάποιον το άτομο που κρύβονταν κάτω απ αυτή. Η κουκούλα αυτή πιστεύω ότι ήταν ο λόγος για τον οποίο εμείς στο χωριό μας τα καρναβάλια τα αποκαλούσαμε '' κουκλουτσιαροί!!!!'' Η εμφάνισή τους μέσα στην νύκτα, έστω και μέσα στο σπίτι μας, μας προκαλούσε μεγάλο φόβο, γιατί συνήθως οι μεταμφιέσεις ήταν τέτοιες, που μας τρόμαζαν. Οι ''κουκλουτσιαροί'' είχαν διάφορες επινοήσεις. Άλλος ντύνονταν αρκουδιάρης και έσερνε πίσω του δεμένο κάποιον που είχε ντυθεί αρκούδα. Άλλος πάλι γίνονταν γάιδαρος κι άλλος γαϊδουριάρης. Βλέπαμε να κυκλοφορούν και να μπαίνουν σε σπίτια γαμπροί, νύφες και παπάδες με γένια και ράσα. Πολλές φορές έμπαιναν σε φιλικά μα και στενά συγγενικά σπίτια ''κουκλουτσιαροί'', κερνιόντουσαν το χαλβά τους και έφευγαν χωρίς να αναγνωριστούν από κανέναν. Και πίσω έμενε το ερωτηματικό.

- Τί μαρί, πνοί τάχα ήταν αυτνοί;;;;;; Την Κυριακή των αποκριών, τα κορίτσια του χωριού είχαν την τιμητική τους. Διοργάνωναν αποκριάτικο χορό. Το ''χορό του σταυρού'', όπως τον έλεγαν. Το σπίτι στο οποίο θα γίνονταν ο χορός στολίζονταν επιμελώς με όλα τα αποκριάτικα στολίδια, σερπαντίνες, κορδέλες, ξάφια, που υπήρχαν στην μικρή αγορά του χωριού. Τα κορίτσια παρασκεύαζαν επίσης διάφορα γλυκά και τα πήγαιναν στο σπίτι, που θα γίνονταν ο χορός, για να κεραστούν μεταξύ τους και να κεράσουν κι όποιους περνούσαν από κει. Από βραδύς ζύμωναν ένα μεγάλο κουλούρι και το έψηναν στον φούρνο. Την άλλη μέρα το τοποθετούσαν πάνω σε έναν σοφρά, που ήταν σκεπασμένος με ένα όμορφο υφαντό και άρχιζαν τους χορούς γύρω γύρω από τον σουφρά. Τα τραγούδια ήταν τοπικά και τα τραγουδούσαν τα ίδια τα κορίτσια, που ταυτόχρονα χόρευαν. Τα τραγούδια, που έμειναν στην μνήμη μου από αυτούς τους χορούς είναι το ''μπρέ σταυρέ στον τόπο σου και στο περιβόλι σου'', το ''άσπρα μου περιστέρια μαύρα μου πουλιά'' και το '' πάει πέρδικα να πιει νερό''. Τα θυμάμαι γιατί το σπίτι μας ήταν κατάλληλο για την διοργάνωση τέτοιων χορών και η μεγάλη μου αδελφή το χρησιμοποιούσε για χάρη της παρέας της.

Εδώ πρέπει να πω ότι ''κουκλουτσιαροί'' στο χωριό μας κυκλοφορούσαν και κάποιες μέρες μέσα στο φθινόπωρο, τότε που τα καπνά τελείωναν και τα βράδια όλες οι οικογένειες της γειτονιάς δούλευαν μαζί, συνήθως έξω στα σοκάκια. Εκεί έφερνε η κάθε οικογένεια την δουλειά της και άλλος μπούρλιαζε καπνό, άλλος έτριβε καλαμπόκια κι άλλοι έκαναν άλλες δουλειές του σπιτιού, όπως δουλειές με σιαμάκο ραγάζι και καλάμια, που αφθονούσαν στο χωριό λόγω της ύπαρξης της βάλτας στο Αδάμ. Αυτή η σύναξη των γειτόνων ονομάζονταν ''νυχτέριους'', νυχτερινή δουλειά δηλαδή. Τέτοιες νύχτες λοιπόν κυκλοφορούσαν ξανά στο χωριό καρναβάλια, σχεδόν ίδια με τους ''κουκλουτσιαρούς'', ίσως όμως λίγο πιο τολμηρά και ακατάλληλα για μικρά παιδιά. Τα καρναβάλια αυτά τα λέγαμε ''Ρουγκάτσια''. Οι μικρότεροι σπάνια μπορούσαμε να μείνουμε στον ''νυχτέριου''. Συνήθως μας έστελναν για ύπνο από νωρίς, γιατί στον ''νυχτέριου'' γίνονταν και λέγονταν καλαμπούρια που δεν έπρεπε να τα ακούσουν τα παιδιά. Θυμάμαι ένα βράδυ που χτυπιόμουνα και έκλαιγα γιατί ήθελα να μείνω για να παρακολουθήσω τον ''νυχτέριου'', μια καλαμπουρτζού της γειτονιάς μας, σηκώνοντας την φούστα της και δείχνοντάς μου την βράκα της μου είπε: -Νά ρε! Διέτουν τουν ''νυχτέριου''!!!!

Από όσα έχω ακούσει, αυτή η ιστορία με τα ''ρουγκάτσια'' να τριγυρνάνε από γειτονιά σε γειτονιά, όπου γίνονταν ''νυχτέριους'', ήταν πολύ παλιά. Από τότε που η κύρια ασχολία των χωριανών ήταν η κατασκευή καλαμωτών και ψαθιών. Αργότερα με την αποξήρανση της βάλτας έλειψε η πρώτη ύλη για την κατασκευή τους (σιαμάκος, ραγάζι, καλάμι....).Τα προϊόντα αυτά της βάλτας τα εκμεταλλεύονταν οι προπάπποι μας και έκαναν ψάθες και καλαμωτές για τα σπίτια τους, μά και για να τα εμπορευθούν στην ευρύτερη περιοχή Νιγρίτας και Χαλκιδικής. Η ψάθα βλέπεις τα χρόνια εκείνα ήταν το χαλί των φτωχών και η καλαμωτή πολύ χρήσιμη για χωρίσματα αλλά και σαν οικοδομικό υλικό..... ''ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ''...............

Παπαοικονόμου Στεφ. Θανάσης