ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου

 

Ο μπαρμπα Χαρίσης και το φίλεμα

Ένας από τους τσοπάνους που είχαν βοσκήσει το κοπάδι με τα γίδια του χωριού ήταν ο μπάρμπα-Χαρίσης ο Τιάγκος. Λεβέντης και γλεντζές, αλλά πάνω απ όλα πολυφαγάς. Έκανε λοιπόν την σύμβασή του με τους χωριανούς. Τα γίδια, θα τα πήγαινε κάθε νοικοκύρης κάθε πρωί ως τις 07.30 στο λάκκο μπροστά στην εκκλησία και θα τα έπαιρνε από κει το ηλιοβασίλεμα, αν και τα περισσότερα γίδια ήξεραν το σπίτι τους και πήγαιναν μόνα τους. Για κάθε κατσίκι που έβοσκε, η οικογένεια πλήρωνε κάποιους τενεκέδες σιτάρι. Επίσης η κάθε οικογένεια, όταν έρχονταν η σειρά της, για κάθε κατσίκι "τρουβάδιαζε" και φίλευε μία μέρα τον Χαρίση. Δηλαδή το πρωί περνούσε ο μπάρμπα-Χαρίσης και έπαιρνε έναν τρουβά γεμάτο φαγητό, ψωμί, τυρί ελιές, τσιγαρίδια όταν ήταν ο καιρός τους, παστό κρέας κι ότι ήθελε το αφεντικό και το βράδυ, αφού κατσίκια και άνθρωποι συμμαζεύονταν στα σπίτια, ο μπάρμπα Χαρίσης παρουσιάζονταν στο σπίτι που τον είχε "τρουβαδιάσει" το πρωί, για το βραδινό φίλεμα. Ήταν βλέπεις όρος του συμβολαίου του. Κάθε οικογένεια το βράδυ, που φίλευε τον τσοπάνο φρόντιζε να έχει το καλύτερό της φαγητό. Κι επειδή, καλό φαγητό τα χρόνια εκείνα σήμαινε φασουλάδα, ο μπάρμπα Χαρίσης έτρωγε κάθε βράδυ φασουλάδα! Είχε φαρδύνει το άντερό του, λέγαμε, από τα αέρια και έτρωγε πολύ.
Ένα βράδυ λέγεται, ότι πήγε σε ένα σπίτι, ως συνήθως για το συμβατικό "φίλεμα". Έφαγε λοιπόν το πρώτο πιάτο ο μπάρμπα Χαρίσης, και επειδή ήταν γνωστό ότι δεν χόρτασε, η νοικοκυρά χωρίς καν να τον ρωτήσει, του ξαναγέμισε το πιάτο με φασόλια. Αυτός όμως δεν άργησε να τελειώσει και το δεύτερο πιάτο. Τότε η νοικοκυρά, κοιτώντας μια τον άντρα της και μια το μπάρμπα-Χαρίση, ρώτησε δειλά-δειλά:
-Θες κι άλλου, Χαρίσ;
Κι εκείνος, φυσικά δέχτηκε. Η θεια Μουσκιανή γέμισε για τρίτη φορά το πιάτο του Χαρίση, μα μόλις ξανάκατσε, στο τραπέζι, δέχτηκε μία κλωτσιά από τον άντρα της, στα κρυφά. Ύστερα εκείνος με τρόπο την πλησίασε και σιγά, για να μην ακούσει ο μπάρμπα Χαρίσης, της είπε στο αφτί:
-Δόστουν μαρί, κι κανα καρτούδ νιρό να πιει να σκάσ, μας έφαη ούλην τ φασουλάδα!
Ο Χαρίσης όμως το άκουσε και δεν μίλησε. Κι όταν με το καλό τέλειωσε και το τρίτο πιάτο η θεια Μουσκιανή πρόσχαρη-πρόσχαρη του έκανε την πρόταση:
-Χαρίσ, θες νιρό;
Κι εκείνος κρυφογελώντας της είπε:
-Φέρι μαρί Μουσκιανή κι ένα καρτούδ νιρό να πιω.....
Σηκώθηκε εκείνη από το τραπέζι και του γέμισε, από την στάμνα που ήταν στην γωνιά του δωματίου, ένα καρτούδ (ένα μεγάλο αλουμινένιο δοχείο, που το είχαμε για να πίνουμε νερό). Ο Χαρίσης πήρε το "καρτούδ", κι αφού το σήκωσε και το ήπιε με μια, κι αφού ρεύτηκε κανα δυο φορές κι αφού ευχαριστημένος έκανε κανα δυο φορές, αααααααα., αααααααα, είπε:
-Μαρί Μουσκιανή. Μαρί, δε μι του ξαναγιουμώειζ του πιάτου; Θαρρώ μαρί, μι τα ξιέπλινι του νιρό;
Και τα αφεντικά έμειναν άναυδα.
Αυτός ήταν ο Μπάρμπα Χαρίσης. Ένας απ’ τους πιο ωραίους τύπους, που είχε το χωριό.

Από τις "ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ" του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου