ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου

 

Ο παπους Τσέκος και η καμπάνα

-Α ρε μπαρμπ-Άγγελε, τίποτα δεν φοβόσουνα! Είπα κάποτε στον παπού τον Τσέκο, που μου διηγιόταν ιιστορίες με κατορθώματά του. 
Κι εκείνος μου είπε τότε μια ιστορία για να μου αποδείξει ότι κανένας δεν είναι ατρόμητος:
-Έι, άκου να σι πω. Μια φουρά, όντας πέθανι η Ντιλιγκάς, τ Νιέστουρ η μπαμπάς, πήγα κι ιγώ να τουν ανάψου κιρούδ. Ήταν βράδ κι η κόσμους δεν του είχι μάθ ακόμα, γιατί δεν βρέθκι άντρας να πάει να σμάν τ καμπάνα. Μι παρακάλισαν, του λοιπόν, οι γναίκις να πάου να τν σμάνου ιγώ. Ιγώ δεν είχα πατήσ καμιά φουρά στν ανγκλησιά κι ούτι ήξερα,  πού ήταν του σκνί τς καμπάνας. Φουβούμαν κι όλας να πάου γιατί μ είχαν πει, ότι τν νύχτα άστραφταν τα κόκαλα απ τς πιθαμέν κι ότι του βράδ σκώνταν οι πιθαμέν κι γυρνούσαν ικεί γύρου. Τι να κάμου όμους, ντρέπουμαν να πω τς αγνιαίκις ότ φουβούμαν. Σκώθκα κι πήγα σιαπάν στ Μπουλατά του καφινέ κι πήγα κι είπα στου Φώτη του Γκιζέλ:
-Σήκου ρε να πάμι να βαρέσουμι τν καμπάνα, πέθανι η Ντιλινγκάς!
Ικείνους όμους έπαιζι ξιρή κι μ είπι:
-Τράβα μουναχός, του σκνί είνι στ κουλώνα στουν νάρθκα.
Σάμαντι ήξιρα ιγώ,  που ήταν η νάρθκας κι που ήταν η κουλώνα τ. Ύστιρα γύριψα απ του Θιουλόγου τουν Μπουρδουλόγου, έτσι έλεγε τον παππού Θεολόγη Δελιγκά, να έρτ να πάμι να σμάνουμι τ καμπάνα, μα κι αυτός μι είπι τα ίδια. Σκώθκα κι ιγώ, χισμένους απ του φόβου μ, να πάου μοναχός ζουμ να τ σμάνου. Κι είχι μια σκοτίδα.... Πίσσα. Δεν κοίταζις τ μύτη σ. Πήγα του λοιπόν, στα σκοτνά κι πασπάτεψα σι μια κουλώνα να βρώ του σκνι. Του βρήκα, μα ήταν ψηλά σκαλουμένου στου καρφούδ, κι μπήδσα για να του φτάσου, μα μόλις του έπιασα κι γύρσα  για να σμάνου, κτάζου μπρουστά μ δυο ίσκ και τέσσιρα χέρια σκουμένα. Χέσκα απ του φόβου μ. Ποιος διάλους πιθαμένους ξύπνισι, είπα μι του νου μ. Η ένας κατέβασι τα χέρια τ' κι μ' άρπαξι του χερ', που κρατούσι του σκνί. Φουβήθκα πουλύ. Τραβάου το χέρι μ να  ξιφύγου κι τουν λιέου:
-Άφκι μι ρε...
Όμους ικείνους μ έσφιγγι πιο πουλύ, κι δεν έκρινι. Τραβάου 'κόμα μια γερή κι τουν ξιφεύγου μι του σκνί στου χερ'. Κι είχι έναν κουμπαρίκου σιακάτ-σιακάτ, σαν γρουθιά ήταν. Του σκώνου κι ιγώ σιαπάν κι τουν κουπανώ μια μι του κουμπαρίκου στου κεφάλ, που ήταν ούλ’ θκί τ.
-Ώχ..
φώναξι απ' τουν πόνο. Κι ιγώ μόν τότι κατάλαβα ότι δέν ήταν πιθαμέν κι τς είπα:
-Ζουντανοί είστι; Θα σας γαμήσου τ μανούδα θα σας γαμήσου!..
Κι τσ πλάκουσα  μι τουν κόμπου κι δεν ήξιραν απου που να φιύγουν...κι οι δυο τς, κι η Φώτης η Γλιζέλς κι η Μπουρδουλόγους η Θιουλόης..
Μέρες γελούσα όταν το θυμόμουνα το πάθημά του. Ο Τσέκος ο ατρόμητος, φοβόταν τους ίσκιους των πεθαμένων! Όποτε τον έβλεπα τα τελευταία χρόνια όλο και κάτι καινούριο είχε να μου πει. Πάντα δε όταν του έλεγα ποιος είμαι, μου έλεγε, σε άπταιστη καθαρεύουσα:
-Έλα, να μου εξετάσεις τους οδόντας μου.
Δόντια φυσικά δεν είχε από τότε, που ήταν σαράντα χρονών και έτρωγε μόνο με τα ούλα, που είχαν σκληρύνει και είχαν γίνει σαν δόντια, αλλά κουβέντα να γίνεται!!!!!!!!!!!

 

Από τις ΄΄ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ΄΄του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου