ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου

 

 

Ο μυλωνάς και το συνάχι

Τα αφτιά, του έφαγε η κυρα Βαγγελιώ του άντρα της του Γιάννη. Μέρες τον παρακαλούσε:

- Μ άιντι μπρε Γιάνν(η), φόρτουσι  δυο τσιουβάλια στάρ(ι) κι πάηνι τα  στουν Μήτσιου (τον μυλωνά) να μας κάν(ει) λίγου αλιεύρ(ι)!!! Να έχου μαθές. Να μπουρώ να κάνου ένα ψουμί, μια πίτα μπρε για τα πιντιά!!

Ο Γιάννης όμως, άνθρωπος του καφενείου και του πιοτού την απόπαιρνε λέγοντας:

- Άι παράτα μι, έχου δλειά (στο καφενείο). Φόρτουσι ισύ του στάρ κι πάηνι του.

Τον παρακάλεσε και τον ξαναπαρακάλεσε η Βαγγελιώ, μα ο Γιάννης τίποτα. Το χαβά του. Το καφενείο!!! Μια μέρα λοιπόν η Βαγγελιώ,  αγανακτισμένη  πια, παρακάλεσε τον Γιάννη να την βοηθήσει τουλάχιστον, να φορτώσει δυο σακιά σιτάρι για να πάει η ίδια να κάνει την δουλειά της, αφού από τον Γιάννη δεν έβλεπε προκοπή. Ο Γιάννης την βοήθησε, μα φοβόταν κι όλας να την αφήσει να πάει μόνη στον μυλωνά. Η Βαγγελιώ ήταν καλοφτιαγμένη και όμορφη γυναίκα  κι ο Γιάννης φοβόταν το κέρατο…

Την συμβούλεψε λοιπόν λέγοντας:

- Να πάς μα, να προυσιέχ(ει)ς, γιατί η  Μήτσιους είνι μουρντάρς  κι τ(ι)ς γνιαίκις τ(ι)ς κρατάει τιλιυταίις κι άμα τα καταφέρ, τ(ι)ς  απαυτών(ει) κι όλας!!!!

- Αυτά που λιές είνι χαζά, του είπε η Βαγγελιώ και ξεκίνησε για τον μύλο.

Σαν έφτασε όμως η Βαγγελιώ στον μύλο, έκατσε σε μια γωνιά και περίμενε. Άντρες έρχονταν, άλεθαν, έφευγαν, μα η σειρά της Βαγγελιώς δεν έρχονταν. Ψύλλοι στα αφτιά της μπήκαν…. Όταν πια τελείωσαν όλοι και έμειναν μόνοι, ο Μήτσος την πλησίασε και την ρώτησε:

- Τι μαρι Βαγγιλιώ , σαν φουβισμέν μη φαίνησι . Γιατί;;;

- Να, έτσ κι έτς, μι είπι η άνδρας ζουμ, ότι τ(ι)ς γνιαίκις τ(ι)ς κρατάς στου τέλους κι τ(ι)ς απαυτών(ει)ς!!!!

Κι εκείνος αφού την πλησίασε και την μύρισε της είπε:

-Ναι αλλά πρώτα τ(ι)ς ψυχουλουγώ κι τ(ι)ς  μυρίζου για να διώ αν θέλουν!!!  Να ισιένα σι μύρ(ι)σα κι δεν θέλ(ει)ς. Μη του ζόρ γιέννητι βρε Βαγγιλιώ αυτή η δλειά;;;;  Δεν γιέννητι!!!!

Και άλεσαν το σιτάρι, φόρτωσαν τα τσουβάλια στο ζώο κι η Βαγγελιώ πήγε καθαρή σπίτι της….

Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός και πάρ την ξανά την Βαγγελιώ στον μύλο. Περίμενε πάλι μέχρι το τέλος κι όταν πια έφυγαν όλοι, ο Μήτσος την πλησίασε, έσκυψε και την μύρισε  και τάχα έκπληκτος της είπε:

- Α….. Βαγγελιώ!!!! Σήμερα βλιέπου το θέλ(ει) η καρδούλα σ(ου)!!!!

Κι εκείνη αφελώς του απάντησε:

-Άχ… Μήτσιου μ(ου), ιγώ κι τ(η)ν άλλ φορά του ήθιλα, μα θαρρώ ήσαν σ(υ)ναχουμένους κι δεν μι μύρ(ι)σις καλά!!!!!!!!!!!!!!!

Κι άφησε τον Μήτσο άναυδο!!!!!!!!

Θανάσης Στεφάνου Παπαοικονόμου…