ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου

 

 

Η θεια Φιλομένη και τα κάστανα..


Η δουλειά στα καπνά ήταν πολύ δύσκολη, ή καλύτερα θα έλεγα πολύ κουραστική. Τα μέσα που υπάρχουν σήμερα δεν υπήρχαν. Όσο για μηχανήματα, τρακτέρ, σπαρτικές μηχανές ή ραπτικές του καπνού μηχανές, ούτε που φανταζόμασταν ότι μπορεί να υπάρξουν. Άλλωστε, αφού δεν είχαμε και ηλεκτρικό ρεύμα στο χωριό. Η δουλειά λοιπόν του καπνού άρχιζε από τότε που γίνονταν τα φυτώρια ή "χασλαμάδες" όπως τα λέγαμε. Το καθημερινό σχεδόν πότισμα ήταν απαραίτητο και φυσικά νερό δεν υπήρχε στο χωράφι που σπέρνονταν οι χασλαμάδες.
Το νερό για το πότισμά τους, το παίρναμε από τις τρεις-τέσσερις βρύσες που υπήρχαν στο χωριό και στις οποίες έφθανε το νερό της Αγίας Παρασκευής. Από αυτές παίρναμε νερό για να πίνουμε, γεμίζοντας κάτι τεράστιες πήλινες στάμνες, που διέθεταν όλα τα σπίτια. Θυμάμαι κυρίως το πρόβλημα, που υπήρχε τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες, που κάναμε ουρές περιμένοντας να έλθει η σειρά μας, να πάρουμε νερό για πόση, για πότισμα λουλουδιών στα σπίτια, καθώς και για πότισμα των καπνών και των χασλαμάδων.
Το κουβάλημα του νερού για τις ανάγκες του σπιτιού ήταν κυρίως μέλημα των παιδιών. Σε παλιότερες εποχές στο χωριό υπήρχαν πολλές βρύσες. Μία θυμάμαι υπήρχε μπροστά στο σπίτι του Φόλα, μία άλλη στο σπίτι του μπάρμπα-Μήτρη του Γκουλούσιου, μία στον Πιπερά, μπροστά στο σπίτι του μπάρμπα Γιώργου του Χατζούδη και τέλος υπήρχαν και οι άλλες δύο, που σώθηκαν μέχρι τα τελευταία χρόνια, η μια δηλαδή μπροστά στο σπίτι του Κανάκη και η άλλη κάτω από το παλιό σχολείο. Ίσως βέβαια παλιότερα να υπήρχαν κι άλλες βρύσες, που δεν τις θυμάμαι εγώ.
Όλες αυτές οι βρύσες έπαιρναν το νερό τους από την Αγία Παρασκευή και από την Δέση, που πιθανά τα νερά τους να προέρχονταν από την ίδια πηγή. Ένα μάτι παρατηρητικό και σήμερα ακόμη, μπορεί να διακρίνει, κατεβαίνοντας από την Αγία Παρασκευή, πήλινους σωλήνες, που αποτελούσαν κάποτε μέρη του αγωγού, που έφερνε το νερό στο χωριό.
Για να ποτίζουμε λοιπόν τους χασλαμάδες, πηγαίναμε στις βρύσες με το κάρο, πάνω στο οποίο τοποθετούσαμε δυο βαρέλια, και κουβά-κουβά γεμίζαμε τα βαρέλια με νερό, που το μεταφέραμε στην συνέχεια στον χασλαμότοπο.
Αργότερα μόλις ξεφύτρωνε λιγάκι το φυτό, άρχιζε άλλος μπελάς. Το ξεβοτάνισμα. Βλέπεις πότισε-πότισε, δεν φύτρωνε μόνο το φυτό που θέλαμε αλλά κι όλων των ειδών τα ζιζάνια, αγριάδα, τσουκνίδες, μολόχες, τρέβλες, λαμπουδιές, που έπρεπε να αφαιρεθούν για να μπορέσει να μεγαλώσει γρήγορα ο χασλαμάς.
Όλη η οικογένεια στο πόδι όλη την μέρα. Και τα βράδια σαν σκοτείνιαζε το χωριό, μαζευόμασταν νωρίς-νωρίς στα σπίτια. Φως στους δρόμους την νύχτα δεν υπήρχε. Τα σπίτια μοναχά και τα καφενεία φωτίζονταν με γκαζόλαμπες. Τηλεόραση, ραδιόφωνα, δεν είχαμε ακόμα στα σπίτια. Βλέπεις ήθελαν κι αυτά ρεύμα ηλεκτρικό. Μαζευόμασταν λοιπόν και άλλοτε κάτω απ την γκαζόλαμπα διαβάζαμε κι άλλοτε πάλι καθόμασταν στην γωνιά όπως την λέγαμε, δηλαδή γύρω-γύρω απ το τζάκι, και ακούγαμε ιστορίες από τους μεγαλύτερους, ενώ απάνω στην πυροστιά, η κατσαρόλα με το φαί έβραζε. Άλλοτε, πετάγαμε μερικά κάστανα πάνω στο τρυπητό και τα αφήναμε πάνω στα κάρβουνα για να ψηθούν. Τα κάστανα στο χωριό έφερνε συνήθως ένας αδύνατος και μικροκαμωμένος παππούς από τα Ραβνά, που γυρνούσε στο χωριό με το άλογό του διαλαλώντας το προϊόν του:
-Κάσσσσστανα καλά, κάσσσσστανα.
Μια φορά  θυμάμαι, με το που ακούστηκε να φωνάζει ο παππούς για τα κάστανά του, πετάχτηκε έξω στο δρόμο η μακαρίτισσα η θεια Φιλομένη η Κουτουλάδινα και του είπε:
-Πόσου αρέ  Ραβνιώτ τα έχς τα κάστανα;
Κι εκείνος της είπε:
-Μια ουκά καλαμπόκ, δυο ουκάδες κάστανα κυρά μ.
Κι εκείνη αφού τον κοίταξε καχύποπτα από πάνω μέχρι κάτω, ώσπου να σκεφθεί αν την συνέφερε ή πήγαινε να την γελάσει, αποφάσισε και του είπε:
-Μπρε…Πως σ αρέζ! Άμα θες δυο ουκάδες καλαμπόκ, μια ουκά κάστανα!
Κι έμεινε  ευχαριστημένη γιατί τον κορόιδεψε τον Ραβνιώτη. Έτσι νόμιζε.

Από τις΄΄ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΄΄ του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου…