ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου

 

Ο παπούς Τσέκος και τα ξύλα


Μια φορά, ο παπούς ο Άγγελος ο Τσέκος είχε πάει λεει, γέρος πια, στο βουνό, κι έκοψε ξύλα, για το τζάκι του. Τα φόρτωσε λοιπόν στο γαϊδουράκι του και τα κατέβαζε στο χωριό ξένοιαστος. Ούτε καν ήξερε ότι ήταν παράνομο, κι εξάλλου αυτός από παρανομίες άλλο τίποτα. Έπεσε λοιπόν πάνω στο δασοφύλακα, που του την είχε στημένη. Τον σταμάτησε ο δασοφύλακας σοβαρός-σοβαρός, μη γνωρίζοντας με ποιόν είχε να κάνει και ακολούθησε ο εξής διάλογος:

tsekos-Γιατί παππού το κάνεις αυτό; Δεν ξέρεις ότι απαγορεύεται;
Κι εκείνος απορημένος τάχα απάντησε:
-Τι έκαμα βρε πιδί μ; 
-Παππού έκοψες παράνομα ξύλα από το δάσος .
-Οχ βρε πιδί μ, ιγώ τα ξύλα τα 'κουψα απ τ αμπέλι μ, γιατί είχαν τρανιέψ κι κάθουνταν απάν τα πλούδια κι μι έτρουαν τα σταφύλια....
-Παππού, άστα αυτά. Έκανες παράνομη ξύλευση και θα σε γράψω. Θα σου κάνω μήνυση.
-Μη βρε πιδί μ, μη μι βάειζ σι τέτνοι μπιλιάδις.
-Παππού πες μου πως λέγεσαι κι από που είσαι.
-Μη βρε πιδί μ σι λιέου, μη μι κάνς μήνυσ.
-Δεν μπορώ παππού, θα σου κάνω μήνυση. Το καθήκον βλέπεις...
Ο Τσέκος λοιπόν το πήρε απόφαση πως δεν την γλίτωνε την μήνυση. Έδωσε τα στοιχεία του και μετά κτύπησε ελαφρά το γαϊδουράκι για να φύγει. Δεν έκανε όμως πάνω από δέκα βήματα, όταν του κατέβηκε η φαεινή ιδέα. Σταμάτησε το γαϊδουράκι και γύρισε νταϊλίδικα κατά τον δασοφύλακα, παρά τα ογδόντα χρόνια του  και το 1,5μ ύψος του  και είπε:
-Ει, πού είσι ρε, να μι κάνς ρε μήνυσ. Να μι κάνς, αλλά να ξιέρς ρε, ώσπου να έρτουν οι κλήσεις, ώσπου να γίν ν τα δικαστήρια, άγγιλοι θα πάρουν τν ψχύ μ κι συ θα πάρς του πουλί μ ρε.
Και προχώρησε και έφυγε ατάραχος, αφήνοντας τον δασοφύλακα να γελάει πίσω του.

Από τις ΄ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ΄ του Θαν. Στεφ.Παπαοικονόμου