ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου

 

Γ

 

  • Γαβάν'(ι) (το)= αυνανισμός (ο Γαβανιάρ΄ς)
  • Γαλιέντσια (τα)= σαγιονάρες ξύλινες με πετσί
  • Γανιάζου = κοπιάζω
  • Γαστέρα (η)= μπουκάλι
  • Γιαζίκ= αλοίμονο (τούρκικο)
  • Γιάντις (ο)= κόκαλο του θώρακα της κότας
  • Γίομα (το)= μεσημέρι
  • Γιουντζές (ο)= τριφύλλι για τα ζώα
  • Γιουρντάν'(ι) (το)= περιδέραιο
  • Γιούφτους (ο)= γύφτος
  • Γιουφτουφάσλα (τα)= μαυρομάτικα φασόλια
  • Γιρουντώ = ορμώ
  • Γκαϊλιές (ο)= στεναχώρια
  • Γκαρλίκα (η)= ξύλο-δεκανίκι του βοσκού
  • Γκασγκάνα (η)= η τράχηλος των πουλιών (μεταφορικά αυτός που πίνει πολύ)
  • Γκδούν'(ι) (το)= κουδούνι
  • Γκέλμπιρ (το)= εργαλείο που βγάζουν τα κάρβουνα από το φούρνο
  • Γκιβιϊτίζουμι = δίνω βάση, εμπιστεύομαι
  • Γκιόλαβους (ο)= γυμνός
  • Γκιούμ (το)= σκεύος για το άρμεγμα
  • Γκιργκιτζιλιάνους (ο)= ο λαιμός της κότας στο φαγητό
  • Γκιρλιέσ' (το)= επιδημία
  • Γκλάβα (η)= κεφάλι
  • Γκλάρους (ο)= πελαργός
  • Γκλόστρ (ο)= πλάστης για γλυκά
  • Γκντώ = σκουντώ
  • Γκουγκώ = βογκάω
  • Γκουλαβούδια (τα)= τα νεογνά των πουλιών
  • Γκουντλώ = παραπατάω συνήθως από μεθύσι
  • Γκουρτζιλούδ' (το)= γουρουνάκι
  • Γκρέμ'σα = έπεσα
  • Γλαβανή (η)= καταπακτή
  • Γνι (το)= υνί
  • Γραπατσώνου= τραυματίζω, σχίζω το δέρμα (αόριστ γραπατσώθκα)
  • Γυαλίζουμι= κοιτάζομαι στον καθρέφτη