ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου

 

Σ

  • Σαλιακοί (οι)= σαλιγκάρια
  • Σαντάλια (τα)= αποξηραμένες αρμαθιές καπνού ανά 6-7 μαζί
  • Σβούλους (ο)= μεγάλη χωμάτινη πέτρα στο χωράφι
  • Σιαπσιαλ'ς (ο)= χαζός, επιπόλαιος
  • Σιλτές (ο)= στρώμα από βαμβάκι
  • Σιντούκ'(ι) (το)= σεντούκι
  • Σιούτους (ο)= ο χωρίς κέρατα
  • Σιργκί (το)= νοικοκυριό
  • Σιρμα'ές (το)= απόθεμα οικονομικό, μαγιά
  • Σιρμπέτ = πολύ γλυκό
  • Σιτζίμ (το)= λεπτό σκοινί
  • Σιτκούδ' (το)= μικρό σεντούκι
  • Σκαμνιά (η)= μουριά
  • Σκαμνόφ'λα (τα)= φύλλα μουριάς
  • Σκαρδέλια (τα)= εξάρτημα του σαμαριού στο πίσω μέρος
  • Σκάνταλους (ο)= τοξοειδής παγίδα από ξύλο κρανιάς για πουλιά
  • Σκιάδα (η)= μεγάλο ψάθινο καπέλο για το χωράφι
  • Σκιάμνα (τα)= σπυριά, μαντραβίτσες
  • Σκιασιάρ'ς (ο)= άσεμνος, σιχαμένος
  • Σκιάχ'κα = τρόμαξα
  • Σκ'λώνου = στριμώχνομαι
  • Σκ'νιάκους (ο)= αυτός που δε πιάνουν τα χέρια του με τίποτα, αδέξιος
  • Σκουντουρίτσα (η)= σαύρα
  • Σκουτνός (ο)= κακότυχος, μαύρος
  • Σκ'φούνια (τα)= μάλλινες πλεκτές κάλτσες
  • Σ'λουϊέμι = συλλογιέμαι
  • Σμιαδγιακό = παράξενο
  • Σ'νουρίζου = δίνω σημασία
  • Σόμπουρους (ο)= κουβεντούλα στη γειτονιά
  • Σουκλώνου = τρυπώ με αιχμηρό αντικείμενο
  • Σουκακού (η) (και σουκακόσκλου) = συνήθως λεγόταν οι γυναίκες που τις άρεσαν οι βόλτες εκτός σπιτιού (από το σοκάκι-δρόμος)
  • Σουκρουσούλ'(ι) (το)= αιχμηρό αντικείμενο με μύτη
  • Σουρλάς (ο)= μουσούδα
  • Σουρουλίγκους (ο)= ψηλός και στενός
  • Σουρτουκλεμές (ο)= ο αχαΐρευτος, ο ασυμμάζευτος (και σουρτούκ'(ι))
  • Σουφράς (ο)= μικρό στρόγγυλο τραπέζι
  • Σπίρτου (το)= οινόπνευμα
  • Σπιρτουλόους (ο)= γκαζάκι με οινόπνευμα, καμινέτο
  • Σπλινίζουμι = στενοχωριέμαι
  • Σπουρτιλάς (ο)= σπουργίτι
  • Σταβάρ'(ι) (το)= το μπροστά μέρος της σπαρτικής μηχανής με τα σκαλιστήρια (για τον καπνό)
  • Σταλαχίδα (η)= ανακάτωμα του στομαχιού, ανυπομονησία
  • Σταφνίζου = σημαδεύω (παράγωγο από το σταθμίζω)
  • Στάφνου (το)= σημάδι
  • Στιχιό (το)= φάντασμα
  • Στ'μιριά = δίπλα
  • Στριπουκλίτ'ς (ο)= το πουλί
  • Στρούγκλους (ο)= έντομο σα μεγάλη μύγα με πράσινο κεφάλι
  • Σύρει = πήγαινε
  • Σφαλ'νώ = κλείνω
  • Σφουγκίζου = σκουπίζω-καθαρίζω με πανί