ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου

 

 

Ν

  • Νιβατή (η)= τυρόψωμο
  • Νίβουμι = πλένομαι (στο πρόσωπο συνήθως)
  • Νιβριταριά (η)= πηγή
  • Νιγλιάζου = ανακατεύομαι, έχω αναγούλες
  • Νικατώνου = ανακατεύω, αναμιγνύω (ο νικατουσιάρ'ς)
  • Νικουκρασάς (ο)= πουλί
  • Νιμουδιάζου = παίρνω από το ένα και βάζω στο άλλο (μοιράζω νερό, υγρό κλπ)
  • Νιπιτάρ'ξει = πέταξε
  • Νισακιάζουμι (ι)= κουνιέμαι, δεν είμαι ήρεμος
  • Νιτσίμκσει = κουνήθηκε
  • Νιφκίδα (η)= εσοχή στον τοίχο για αποθήκευση τροφίμων κλπ
  • Νουμπέτ (το)= ύπνος
  • Ντάβανους (ο)= μεγάλο πράσινο έντομο
  • Νταβάς (ο)= κατσαρόλα
  • Νταβίζου = ζητώ
  • Νταβρατ'σμένους (ο)= δυνατός
  • Νταγκλαράς (ο)= γεροδεμένος
  • Νταϊαντώ = ακουμπώ, στηρίζω
  • Ντάϊμα = πάντοτε
  • Νταλάκα (η)= γεμάτη κοιλιά (ο νταλακιάρ΄ς)
  • Νταλάκιασα = έφαγα ή ήπια πολύ, φούσκωσα
  • Νταλγκίτς=πάθος
  • Νταμαρλίτ'κους (ο)= από καλή πάστα, καλή σοδειά
  • Ντιβιρλίγκα = γύρω γύρω
  • Ντιντέλ'κου (το)= αρρωστιάρικο
  • Ντιντζιρούδ' (το)= κατσαρολάκι
  • ντιγκίλ=άξονας που στηρίζονταν οι ρόδες του κάρρου
  • Ντιργιαντές (ο)= ζαβολιάρης, ατίθασος
  • Ντιργιέμι = ντρέπομαι
  • Ντουβάρ' (το)= τοίχος (μεταφορικά αυτός που δεν καταλαβαίνει)
  • Ντουμπλέκ'(ι) (το)= κουδούνι μεγάλο για ζώα
  • ντουούς =μεγάλη φασαρία
  • Ντουρλάπ' (το)= δυνατός άνεμος, κακός καιρός
  • Ντράβαλα (τα)= μπελάδες
  • Ντραγκώθκα = πιάστηκα (από κρύωμα)
  • Ντραμαλιστό (το)= φασαρία
  • Ντρασκαλώνου = κρεμιέμαι, αναρριχούμαι
  • Ντρουλάπ (το)= χιονοθύελλα
  • Νυχτέρ' (το)= ολονυκτία για κάποιο σκοπό