ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου

 

Λ

  • Λαγκεύου = λιμπίζομαι
  • Λαγκιόλ =μέρος του αλετριού
  • Λαγκόνια (τα)= τα πλευρά
  • Λαλαγκίτα (η)= λουκουμάς
  • Λάπατου (το)= αγριόχορτο
  • Λάτκα (η)= μικρό πήλινο πυθάρι
  • Λαφαζάνου (η)=φωνακλού
  • Λάφια=λόγια
  • Ληστί (το)= ψάρι της λίμνης (συνήθως παστωμένο)
  • Λιανίζου = τεμαχίζω, κόβω σε κομάτια
  • Λιέσ' (το)= βρωμιάρης
  • Λιμαγμένους (ο)= πολύ πεινασμένος
  • Λιμαριά (η)= τη φορούσαν στ' άλογα στο λαιμό για να σέρνουν το κάρο ή αλέτρι
  • Λιούρτας (ο)= ψηλός κι άχαρος
  • Λιπανίθρα (η)= αγριόχορτο των χωραφιών
  • Λιχνούδ' (το)= μικρό βρέφος
  • Λιχτούρ'ς (ο)= αχόρταγος
  • Λόγαρους (ο)= αράχνη
  • Λόντου (η)= παλαβιάρα
  • Λουγκούρ'ς (ο) πολύ ψηλός
  • Λουλός (ο)= παλαβός, τρελός
  • Λουλουντάμαρου (το)= χαζός, παλαβιάρης
  • Λούν'(ι) (η)= υγρή βρωμιά που δε καταστάλαξε
  • Λούσ'κα = λούστηκα
  • Λουχιρός (ο)= δροσερός
  • Λυμπέτ (το)= ψυχιατρείο, τρελάδικο