ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:44

Ο Παρταλάς

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Με την φούσκα λοιπόν πρωτοπαίξαμε μπάλα. Με την γκαζόλαμπα διαβάζαμε και από μικρά παιδιά ήμασταν στον αγώνα για την ζωή. Όταν η δουλειά περίσσευε, δεν γινόταν αλλιώς, δούλευαν και τα νήπια ακόμη. Ο πατέρας μας δεν είχε καθόλου έννοια, να μας γράψει σε φροντιστήρια Αγγλικών, Γαλλικών, Γερμανικών, ούτε και σε ιδιωτικά γυμναστήρια για να διατηρήσουμε την φόρμα μας. Υπολογιστές δεν υπήρχαν ακόμη αλλά κι αν υπήρχαν είμαι σίγουρος πως δεν θα τους βλέπαμε. Δεν μας έστειλαν σε ιδιωτικά σχολεία για να μάθουμε καλύτερα τα γράμματα. Αστεία πράγματα. Η δικιά τους θεωρία ήταν ότι, αν τα παιδιά του χωριού συμμετείχαν στις δουλειές της οικογένειας, από μόνα τους θα καταλάβαιναν, πόσο σκληρή ήταν η αγροτική ζωή και θα αναγκάζονταν να διαβάσουν για να ξεφύγουν απ αυτή. Και φαίνεται πως η θεωρία τους ήταν σωστή. Πολλά παιδιά σπούδασαν, τέλειωσαν το Γυμνάσιο και έφυγαν από το χωριό για να ζήσουν καλύτερα  στην πόλη.

 

Το μεγάλο παράπονό μας όταν ήμασταν παιδιά ήταν ότι το χωριό μας δεν είχε γήπεδο. Σε αντίθεση με όλα τα διπλανά χωριά, που όλα είχαν φροντίσει κουτσά στραβά να έχουν ένα γήπεδο για να παίζουν τα παιδιά τους. Ένα γήπεδο ρε παιδί μου,   πέντε έξι στρέμματα χωράφι και δυό εστίες με δίχτυα, που τα λαχταρούσε η καρδιά μας. Συζητούσαμε για τα παιδιά των πόλεων και ζηλεύαμε που είχαν γήπεδα, που είχαν δρόμους και πολυκατοικίες. Ζηλεύαμε γιατί εκείνα είχαν τους κινηματογράφους τους μα πάνω από όλα πως δε είχαν καπνά να δουλεύουν και να τρέχουν να μαζεύουν τις λιάστρες όταν ο καιρός το πήγαινε για βροχή. Δεν περνούσε καν από το μυαλό μας, ότι κάπου μπορεί να ήμασταν και καλύτερα. Νομίζαμε ότι αυτά τα μεγάλα γήπεδα της πόλης και τους κινηματογράφους μπορούσαν να τα απολαύσουν όλα τα παιδιά της πόλης. Γελιόμασταν. Απ αυτή την πλευρά ήμασταν καλύτερα από τα παιδιά της πόλης. Είχαμε την ελευθερία κινήσεων, είχαμε τις αλάνες μας, τα τσαίρια, τα βουνά, τα ξωκλήσια, τον καθαρό αέρα, την δυνατότητα να μεγαλώσουμε ελεύθεροι, να πάθουμε μεγαλώνοντας και να μάθουμε από την ζωή. Γι αυτό φυσικά τα παιδιά του χωριού στα 18 τους ήταν συνήθως πολύ πιο ώριμα και υπεύθυνα άτομα από τα σημερινά παιδιά.

Η αλήθεια είναι πως δεν μας πείραξε καθόλου ούτε η έλλειψη του γηπέδου ούτε τα άλλα που παραπονιόμασταν, ότι δεν είχαμε. Όμως πες -πες τελικά καταφέραμε να πάρει η κοινότητα απόφαση, να χωρίσει ένα μέρος, για να γίνει γήπεδο. Προς μεγάλη απογοήτευση του φίλου μου του Βαγγέλη του Γκουλούσιου το γήπεδο θα γίνονταν στην περιοχή "του Βλάχου το δέντρο", ενώ εκείνος πάντα στις συζητήσεις που κάναμε το ήθελε να γίνεται προς την πλευρά του σπιτιού του, προς του "Στέρ του δέντρου", όπως έλεγε. Θυμάμαι μάλιστα σε συζήτηση που γινόταν για το θέμα και ενώ η άποψή του δεν είχε άλλον υποστηρικτή, ζήτησε να εκφράσω και εγώ γνώμη, γιατί πίστευε, πως θα συμφωνούσα με την γνώμη του, επειδή είχαμε κι εμείς παράγκα προς τα εκεί. Κι όταν εγώ συμφώνησα με τους άλλους με πήρε στο κυνήγι να με δείρει.

Το γήπεδο λοιπόν αποφασίστηκε από την κοινότητα, αλλά τα έργα θα αργούσαν. Κάποτε όμως τοποθετήθηκαν δυo εστίες, μπήκαν και τα δίχτυα, έστω και κάκιστης ποιότητας, και το γήπεδο ήταν έτοιμο. Πρέπει να ήμουνα τότε 16 ή 17 χρονών. Φανέλες -παπούτσια δεν είχαμε. Οργάνωση δεν υπήρχε ακόμη και η  "Πρόοδος", έτσι μετονομάσθηκε η ομάδα μας, που μέχρι πριν λίγο είχε το περιπαιχτικό όνομα "Παρταλάς", δεν είχε καν ενταχθεί σε κάποια κατηγορία επαρχιακού πρωταθλήματος. Δεν ξέραμε καν αν και πώς μπορούσε να γίνει αυτό, κι οι μεγάλοι ούτε καν, που νοιάζονταν για τέτοια προβλήματά μας.

 

Η ομάδα άργησε να επισημοποιηθεί, κι αυτό έγινε μετά το 1964, που εγώ είχα φύγει ήδη από το χωριό. Μέχρι τότε όμως είχε κάποια δραστηριότητα. Το ότι δεν είχαμε στολές και παπούτσια δεν μας εμπόδιζε να δίνουμε φιλικά παιχνίδια με τα διπλανά χωριά που θα μείνουν αξέχαστα. Τις πρωτομαγιές συνήθως παίζαμε με την Καλαμωτού ή με το Μεσόκωμο, ενώ την μεγάλη εβδομάδα πηγαίναμε στα Πετροκέρασα. Σ όλα τα γήπεδα πηγαίναμε με τα πόδια. Φανταστείτε λοιπόν, να πάει κανείς στα Πετροκέρασα με τα πόδια και να πρέπει να παίξει και μπάλα. Θυμάμαι πως οι Ραβνιώτες ήταν πολύ φιλόξενοι και πολύ θρήσκοι. Μας συμμάζευαν λοιπόν στα σπίτια τους να μας φιλέψουν, αλλά η νηστεία επέβαλε τσάι και ελιές. Εγώ πάντα πήγαινα σε μια γιαγιά, αδερφή του παππού μου, που ζούσε εκεί και χαίρονταν πολύ όταν με έβλεπε. Από τους αγώνες που δώσαμε στο γήπεδό τους, μου έμεινε μόνον ότι το γήπεδο ήταν ανηφορικό και το ότι οι εστίες δεν είχαν οριζόντιο δοκάρι, και δέναμε  πάνω στα κάθετα δοκάρια, χοντρά σχοινιά, απ αυτά που δέναμε τα γαϊδούρια όταν τα πηγαίναμε στην βοσκή.

Διαβάστηκε 1990 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:58

Τελευταία άρθρα από τον/την diaxirisi_bozatzidis_adamiotes

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Η φούσκα Το σχολείο »
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια