ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:53

Το Γυμνάσιο

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Το καλοκαίρι του 1958, που τελείωσα το σχολείο, δεν βόσκησα γελάδες. Για ένα–δύο μήνες θυμάμαι, έρχονταν στο σπίτι μας ο καλός δάσκαλος Βασίλης  Ηλιάδης κι εκεί πάνω στο ανώι μας, μας έκανε μαθήματα, προετοιμάζοντάς μας για τις εισαγωγικές εξετάσεις του Γυμνασίου. Για να μπεις στο γυμνάσιο τότε, που δεν ήταν υποχρεωτικό, έπρεπε να δώσεις εξετάσεις και να κριθείς ικανός. Γι αυτό το σκοπό λοιπόν, προετοιμαζόμασταν εκείνο το καλοκαίρι τρία παιδιά. Ο Γαρέφης Δελιγκάς, ο Τάκης Παπουτσής και εγώ. Με τα μαθήματα, που μας έκανε ο δάσκαλος πραγματικά μας ξεθέωσε.Όμως η αλήθεια είναι, οτι τελικά μας βοήθησε πολύ και καταφέραμε και περάσαμε με επιτυχία και οι τρεις μας τις εξετάσεις. Κι αυτό δεν το ξεχάσαμε ποτέ.

 

Στο γυμνάσιο τότε ίσχυε ένα ξεχωριστό ιδιοκτησιακό καθεστώς. Δεν ήταν ανεξάρτητο κρατικό γυμνάσιο, αλλά παράρτημα κάποιου γυμνασίου της Θεσσαλονίκης. Δεν ήταν καν δωρεάν, αλλά οι γονείς μας αναγκάζονταν και πλήρωναν για το κάθε παιδί κάποιο ποσό για τους μισθούς των καθηγητών όπως έλεγαν. Το ποσό βέβαια ήταν μικρό αλλά για τα πενιχρά τους εισοδήματα φάνταζε μεγάλο. Για αυτό φυσικά το λόγο, πολλοί γονείς αρνούνταν να στείλουν τα παιδιά τους στο γυμνάσιο.

Κάθε πρωί ξυπνούσαμε από τα χαράματα σχεδόν και ξεκινούσαμε παρέες παρέες να πάμε περπατώντας στο Ζαγκλιβέρι στο γυμνάσιο. Λεωφορεία δεν υπήρχαν τότε ακόμη και οι δρόμοι ήταν σε κακή κατάσταση. Όταν φθάναμε στο Ζαγκλιβέρι, κοφτά μέσα από τα τσαίρια βγαίναμε στου Λαϊνιώτη τη βρύση κι από εκεί πηγαίναμε στο σχολείο. Αυτό το δρομολόγιο ήταν υποχρεωτικό για μας τα πρώτα χρόνια, γιατί φοβόμασταν να περάσουμε μπροστά από το σπίτι του Μαργαρίτη. Εκεί στην Tουλούμπα, που έβγαζε το νερό, εκεί που είναι σήμερα το σπίτι του Σωτήρη του Παντούλα, στέκονταν πάντα κέρβερος πραγματικός και νταής, η κόρη του Μαργαρίτη η Μπέμπα, που δεν μας χώνευε και μας προπηλάκιζε, μας κυνηγούσε και μας πετροβολούσε,  βρίζοντάς μας πάντα και αποκαλώντας μας ‘’παλιοκουμμούνια’’, μόνο και μόνο επειδή ήμασταν Αδαμιώτες. Βλέπεις δεν ήταν λίγοι εκείνοι, που αποκαλούσαν το χωριό μας τότε Μικρή Μόσχα. Αργότερα βέβαια μεγαλώσαμε και πάψαμε να της δίνουμε σημασία. Όμως στα μικρά μας χρόνια ήταν το φόβητρό μας.

Τις χειμωνιάτικες μέρες η διαδρομή Αδάμ-Ζαγκλιβέρι ήταν πολύ δύσκολη. Φανταστείτε παιδιά 12-13 χρονών να βγαίνουμε σε ένα έρημο δρόμο, σκεπασμένο με χιόνι πολλές φορές και να διασχίζουμε με τα πόδια τα 2500 μέτρα μέχρι το Ζαγκλιβέρι μέσα στην παγωνιά. Δεν ήταν λίγες οι φορές, που στο δρόμο μας συναντούσαμε κοπάδια λύκων, που τρέχοντας έφευγαν από τον κάμπο κατευθυνόμενοι προς το βουνό. Από το φόβο των λύκων σχηματίζαμε μεγάλες παρέες μαζί και με μεγαλύτερα παιδιά, όπως τον Τάκη τον Σπύρτο, τον Μιλτιάδη το Βλάχο, τον Γιώργο Μαλτέζα και τον Μάκη τον Λιάρο. Τις περισσότερες φορές  μάλιστα όλοι μας ήμασταν μαζεμένοι γύρω από το γαϊδουράκι, με το οποίο πήγαινε στο σχολείο ο Άγγελος ο Μαστρογιάννης. Ο Άγγελος ήταν 3 τάξεις μεγαλύτερος από μας στο γυμνάσιο, μα θα ήταν στην ηλικία πάνω από 10 χρόνια μεγαλύτερός μας. Άργησε να πάει στο γυμνάσιο, λόγω του προβλήματος υγείας, που επί πολλά χρόνια τον βασάνισε και το γυμνάσιο το ξεκίνησε γύρω στα είκοσι αν δεν κάνω λάθος. Αισθανόμασταν λοιπόν όλα τα μικρά παιδιά σιγουριά μαζεμένα γύρω από τον Άγγελο. Ύστερα ο Άγγελος μας συμβούλευε κιόλας για διάφορα θέματα και καμιά φορά τον συμβουλευόμασταν και για τα μαθήματά μας, σαν καλός μαθητής, που ήταν.

Μια  φορά θυμάμαι  έτυχε να είμαστε  μόνα μας τρία τέσσερα μικρά παιδιά ενώ η προηγούμενη από μας παρέα ήταν 200 μέτρα μπροστά μας. Το χιόνι στο δρόμο πρέπει να ήταν περίπου 30 πόντους. Ξαφνικά ακούσαμε τα παιδιά της προηγούμενης παρέας να φωνάζουν και να γιουχαΐζουν με δυνατές φωνές σκιάζοντας έτσι μια ομάδα από τρεις τέσσερις  λύκους, που τρέχοντας ανέβαιναν από τον κάμπο προς το βουνό. Πρέπει να ήταν εκεί που είναι τώρα της Ρούλας του Γκουλούσιου το καινούργιο σπίτι. Οι λύκοι με ένα άλμα ανέβηκαν στο δρόμο και με το δεύτερο τον ξεπέρασαν  και έφυγαν προς το βουνό. Όλοι μας παγώσαμε,  μα πιο πολύ από όλους ο Τάκης ο Τιάγκος ή Κουρουϊκίδης, ο οποίος έλεγε σαν χαμένος από το φόβο του:

-Πάρτι πέτρες, πάρτι πέτρες να τσκουτώσουμι.

Μα που να προλάβεις και που να βρεις μέσα στο χιόνι πέτρες τέτοια στιγμή. Ευτυχώς, που φαίνεται πως οι λύκοι ήταν χορτάτοι, γιατί αλλιώς ούτε οι φωνές ούτε οι πέτρες θα μας έσωζαν.

Είναι φορές, που σκεπτόμενος τα κρύα, που μαζεύαμε εκείνους τους χειμώνες απορώ, πως δεν αρρωσταίναμε.

Την άνοιξη και το φθινόπωρο η διαδρομή ήταν ευχάριστη. Συζητούσαμε, αστειευόμασταν, ξαπλώναμε στα Ζαγκλιβερινά τσαίρια καμιά φορά και πότε–πότε στήναμε και κανέναν ποδοσφαιρικό αγώνα εκεί στα πεταχτά.

Θυμάμαι μια μέρα ανοιξιάτικη, καθώς γυρνούσαμε από το σχολείο ντυμένοι ελαφρά, τα αγόρια φορούσαμε όλα τα μαθητικά μας πηλήκια και τα κορίτσια τις μπλε τους ποδιές με το άσπρο γιακαδάκι. Ήμασταν 5-6 αγόρια και 3-4 κορίτσια μεγαλύτερα από μας, μαζεμένοι όλοι γύρω από το γαϊδουράκι του Άγγελου. Κάπου κοντά στο σύνορο ο Άγγελος κατέβηκε από το γαϊδουράκι για να περπατήσει λίγο και να ξεπιαστεί. Τότε ήταν, που μια από τις κοπέλες, η Ρούλα, όμορφη και μεγαλύτερή μας, εξεδήλωσε την επιθυμία να ανέβει στο γαϊδουράκι, μα παρά τις προσπάθειές της δεν τα κατάφερνε μόνη της. Γελάω ακόμα, για το πώς τρέξαμε όλοι, μικροί και μεγάλοι να την βοηθήσουμε να ανεβεί στο ζώο, όταν μας το ζήτησε. Όλοι βάλαμε τα χέρια μας να την σηκώσουμε  με χαρά, καθώς εκείνη ξεκαρδίζονταν στα γέλια.

Σε ένα άλλο δρομολόγιο θυμάμαι, πως ο Τάκης ο Παπουτσής, σαν μεγάλο πειραχτήρι, που ήταν, δεν άφηνε άνθρωπο σε ησυχία. Ο Μάκης ο Λιάρος λοιπόν, για να τον τιμωρήσει, τον έδεσε σε ένα τηλεφωνόξυλο και τον αφήσαμε εκεί δεμένο, για να τον λύσει η τάξη, που θα σχόλναγε την επόμενη ώρα. Όσο κι αν παρακάλεσε , δεν τον λύσαμε, μα τον αφήσαμε και φύγαμε γελώντας.

Τον Μάη, όταν σχολνάγαμε και γυρνούσαμε προς το χωριό, οι περισσότεροι δεν πηγαίναμε στο σπίτι για μεσημέρι μα στο χωράφι, που φύτευαν οι δικοί μας καπνό. Εκεί τρώγαμε και μετά στρωνόμασταν στην δουλειά μέχρι αργά το βράδυ. Θυμάμαι τέτοια βράδια, σαν γυρνούσαμε στο σπίτι, ο πατέρας μου πάντα με ρωτούσε:

-Σι αρέζ αυτή η δλειά; Αν σι αρέζ πλύσ’ ντύσ’ και πάνι στα καφινεία. Μα αν δεν σι αρέζ, ανιέβα απάν κι διάβαζι.

Και φυσικά ανέβαινα και διάβαζα μέχρι μετά τα μεσάνυχτα με την γκαζόλαμπα.

Ήταν παιδιά της ηλικίας μας, που πήγαιναν στα καφενεία και πολλά μάλιστα κάπνιζαν κιόλας, πράγμα, που δεν περνούσε καν από το μυαλό μας.

Θυμάμαι ένα φθινοπωριάτικο πρωινό, που κατεβαίναμε το δρόμο πηγαίνοντας προς το γυμνάσιο. Ήμασταν οι τρεις μας μόνο οι συμμαθητές. Η απέχθεια του πατέρα μου για τα καφενεία και για το κάπνισμα των παιδιών ήταν σε όλους γνωστή κι ας ο ίδιος τα κάπνιζε δυο δυο τα τσιγάρα. Θυμάμαι λοιπόν, πως ο Τάκης και ο Γαρέφης είχαν βγάλει τις φλούδες από κάτι κέδρινα παλούκια ενός φράχτη, τις τύλιξαν σε χαρτί τετραδίου και έκαναν τρία τσιγάρα. Άναψε ο καθένας τους από ένα  και τραβούσαν τον καπνό κάτω σαν παλιοί καπνιστές. Κάθε τόσο μάλιστα ο ένας τους μου έλεγε ειρωνικά:

-Πάρι ρε Θανάσ’ κι σύ, κάπνισι λίγου. Δεν θα του πούμι τουν μπαμπά σ’!

Κι ο άλλος συμπλήρωνε:

-Άστουν ρε, δεν τουν αφήν η μπαμπάς τ’. θα βρούμι κι κανιένα μπιλιά! Λες κι αυτούς τους άφηναν οι πατεράδες τους να καπνίζουν! Και μάλιστα φλούδες κέδρων!

Μια άλλη φορά θα ήμασταν στη δευτέρα τάξη και στην αίθουσα ήλθε ο καθηγητής μας  των αγγλικών  κ. Στιβακτάς και μας έβαλε απρογραμμάτιστο διαγώνισμα. Ο Στιβακτάς ήταν ένας ιδιόρρυθμος καθηγητής, που σχεδόν σ’ όλα τα σχολεία υπάρχουν και που τους βασανίζουν συνήθως οι μαθητές. Κάποτε  ο Τάκης Σιδεράς παρά τρίχα γλίτωσε την αποβολή από το σχολείο, γιατί τον περίμενε κρυμμένος σε μια πόρτα και μόλις πέρασε από μπροστά του, του φόρεσε στο κεφάλι σαν κράνος μια σουπιέρα. Τον πρόλαβε λοιπόν ο Στιβακτάς και τον πήγε στον Δούκα τον Γυμνασιάρχη  και είπε ζητώντας την αποβολή του:

-Μου έθεσε  πινάκιο επί  της κεφαλής.

Κι ο Τάκης πετάχτηκε και είπε:

-Όχ κυρ’ Γυμνασιάρχα, σουπιέρα τουν έβαλα!

Μας έβαλε λοιπόν το διαγώνισμα ο Στιβακτάς κι αρχίσαμε και γράφαμε. Στην αίθουσα επικρατούσε πανδαιμόνιο κι ο καθηγητής ήταν στην έδρα. Έτυχε να είμαι καλά διαβασμένος. Έγραψα λοιπόν και σηκώθηκα να παραδώσω την κόλλα μου, όταν είδα ότι όλοι μα όλοι αντέγραφαν από τα βιβλία, που τα είχαν ανοιγμένα στα γόνατά τους. Όταν βγήκαν τα αποτελέσματα, όλοι οι συμμαθητές μου πήραν 20, εκτός από μένα, που πήρα 17. Θυμάμαι λοιπόν τον Τάκη τον Παπουτσή, που μου έλεγε πειράζοντάς με:

-Μι τι βρε μούτρα, θα τουν πας τέτοιουν βαθμό στουν μπαμπά σ’; Γιατί δεν διάβασις πιρισσότιρο; Ούλνοι 20 πήραν, μόν ισύ δεν τα πήγις καλά στου διαγώνισμα!

Και ξεκαρδίζονταν στα γέλια!

Το μαθητικό πηλίκιο ήταν υποχρεωτικό  για τον μαθητή μέσα και έξω από το σχολείο. Ήθελαν οι καθηγητές να ξεχωρίζουν οι μαθητές παντού, για να μπορούν και να τους ελέγχουν πιο εύκολα. Δεν είναι υπερβολή αν πω ότι μας άρεσε κι όλας τα πρώτα χρόνια και το φορούσαμε κι όταν ήμασταν μόνοι μας με την οικογένειά μας. Έχω δει τον εαυτό μου σε μια φωτογραφία, πρωτομαγιά με την οικογένειά μας στα Δουμπιά, όπου φοράω πηλίκιο, ενώ η  Ευανθία Βλάχου ήταν στην ίδια εκδρομή με σχολική ποδιά. Νομίζω ότι τα φορούσαμε, γιατί καμαρώναμε, που ήμασταν γυμνασιόπαιδα. Όταν μεγαλώσαμε κάπως κι αρχίσαμε τις χωρίστρες, αποφεύγαμε πια να φοράμε τα πηλίκια και οι καθηγητές μας κυνηγούσαν και κάθε τόσο έκαναν έλεγχο στην πρωινή προσευχή, για να δουν ποιοι δεν είχαν πηλίκιο. Βρήκαμε λοιπόν εμείς κόλπο και ήμασταν πάντα εντάξει. Βάζαμε τα πηλίκια κάτω από την έδρα του καθηγητού κι όταν μαθαίναμε, ότι θα γίνει έλεγχος τα παίρναμε και τα φορούσαμε, κι ούτε γάτα ούτε ζημιά.

Το κόλπο μας αυτό το έμαθε κάποτε ο μαθηματικός μας, ο μακαρίτης ο Παρασκευάς Σουλίδης και μια μέρα, αφού πήρε δυο μαθητές να σηκώσουν την έδρα έβγαλε τα πηλίκια κι άρχισε να τα πετάει στην αυλή του σχολείου, ενώ ξεκαρδίζονταν από τα γέλια. Κάποια βίδα  του καθηγητού μας είχε από καιρό λασκάρει και το ήξερε όλος ο κόσμος. Λέγονταν μάλιστα ότι ήταν κουνιάδος του Γυμνασιάρχου μας κ. Μήσια και γι αυτό τον είχαν στείλει με μετάθεση στο σχολείο μας για να τον προσέχει. Κυκλοφορούσε στο προαύλιο θυμάμαι με πιστόλια και μαχαίρια στην ζώνη του και τρέμαμε τις κρίσεις της αρρώστιας του. Μια φορά έδειρε στην αυλή του σχολείου, ενώ εμείς κάναμε μάθημα, την μαθήτρια Ελένη Μαργαρίτου, τόσο πολύ, που μαθητές των μεγάλων τάξεων πήδηξαν από τα παράθυρα του ισογείου έξω, με την παρότρυνση των καθηγητών για να προλάβουν να μην της κάνει κακό. Όταν μαθεύτηκε στο Ζαγκλιβέρι ο ξυλοδαρμός της μαθήτριας, ήρθε στο σχολείο η αδελφή της Ελένης, η Μπέμπα, που φωνάζοντας και βρίζοντας, έψαχνε να βρει ποιος ήταν ο Σουλίδης για να τον δείρει! Βλέπεις η Μπέμπα δεν πήγαινε σχολείο, γιατί δούλευε βοηθώντας τον πατέρα της στην πριονοκορδέλα και δεν τον ήξερε τον καθηγητή.

Τέτοιους καθηγητές θυμάμαι είχαμε κάθε χρονιά. Ότι δεν έκανε στο σχολείο της Θεσσαλονίκης, το έστελναν στο παράρτημα! Προς θεού βέβαια, δεν θέλω να πω ότι δεν είχαμε καλούς καθηγητές. Ίσα ίσα μάλιστα, που ο ένας ήταν καλύτερος από τον άλλο. Όμως υπήρχαν και κάποιες εξαιρέσεις καθηγητών με προβλήματα.

Λέγεται, ότι ο Σουλίδης, όταν πια ήμασταν φοιτητές κι αυτός συνταξιούχος, το καλοκαίρι του 1967, ήλθε μια Κυριακή στο Ζαγκλιβέρι. Η αστυνομία δεν επέτρεπε τότε στους ξένους να διανυκτερεύουν στο χωριό, εκτός αν κάποιος δήλωνε ότι θα τους φιλοξενήσει. Βρήκε λοιπόν ο Σουλίδης, τον άλλοτε μαθητή του και σημερινό καθηγητή στο Δημοκρίτειο. Π. Θράκης Παναγιώτη Κοτσανίδη και του ζήτησε να πάει στην Αστυνομία να δηλώσει, πως θα τον φιλοξενούσε στο σπίτι του για μια μέρα. Ο Παναγιώτης το έκανε και μετά στρώθηκε με τον πρώην καθηγητή μας και έπαιζε στο καφενείο τάβλι. Ο Παναγιώτης διασκέδαζε πάντα με τα καμώματα του Σουλίδη και δεν έχανε ευκαιρία να τον πειράζει. Έφθασε λοιπόν το τάβλι σε μια στιγμή να είναι 6-6 και ο Σουλίδης ήταν μπροστά στο έβδομο και τελευταίο παιχνίδι. Είχε ήδη αρχίσει να πετάει και πειραχτικά σχόλια, όταν ο Παναγιώτης του έριξε δυο ή τρεις σερί εξάρες και τον κέρδισε. Σηκώθηκε τότε ο Σουλίδης να τον χτυπήσει με το τάβλι νευριασμένος όπως ήταν. Ευτυχώς δεν τον χτύπησε. Όμως οργισμένος του είπε:

-Να πας να με ξεδηλώσεις ρε παλιοτόμαρο, δεν θα μείνω στο σπίτι σου!

Και σηκώθηκε, πήρε το λεωφορείο και έφυγε για την Θεσσαλονίκη.

Όταν ήμασταν στις μεγάλες τάξεις του γυμνασίου, συχνά τα απογεύματα μετά το διάβασμα, όταν δεν είχαμε δουλειές, κατεβαίναμε στο Ζαγκλιβέρι, για να κάνουμε παρέες, να συζητήσουμε, να καλαμπουρίσουμε και πολλές φορές τα βράδια να τραγουδήσουμε και να κάνουμε καντάδες.

Μια Δευτέρα πρωί, μπήκε στην τάξη ο καλός μας καθηγητής της Θεολογίας, που κατάγονταν ‘’απ’ του Φανάρ της Καρδίτσας’’, με τον κατάλογο, που μας εξέταζε στο χέρι. Αμέσως φάνηκε, πως ήταν οργισμένος. Φαίνεται, ότι τη προηγούμενη βραδιά, κάποια κανταδόρικη κομπανία, με πρωτοστάτη τον Μανόλη Μητσιά, τον ενόχλησε και δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Ανέβηκε λοιπόν στην έδρα κι αφού κοίταξε προς την τάξη είπε, με την Θεσσαλική του προφορά:

-Για σήκου πάν Μανουλάκ να μας πεις μάθημα!

Κι ο Μανόλης, παιδί ντροπαλό όπως ήταν, αφού κοκκίνισε του είπε προσπαθώντας να δικαιολογηθεί, πως κάτι του έτυχε και δεν μπόρεσε να διαβάσει. Κι ο καθηγητής τον μάλωσε λέγοντάς του:

-Θαρρείς του γκάρισμα και τα τραγούδια θα σι δώσουν να φας ε;

Τότε δεν μας φάνηκε πολύ αστείο αυτό που του είπε. Μα αργότερα θυμάμαι όταν ήμασταν  φοιτητές ο Μανόλης έκανε στο θέατρο Χατζώκου την πρώτη του συναυλία σαν τραγουδιστής, με  τα μεγάλα ονόματα της εποχής Πρέζα, Ζευγά και Ρένα Κουμμιώτη. Πήγαμε λοιπόν, όπως ήταν φυσικό να τον δούμε, όλοι οι συμμαθητές και πολλοί καθηγητές, μεταξύ των οποίων και ο Θεολόγος μας. Τον πλησίασε λοιπόν το πειραχτήρι ο Παπουτσής και του είπε τάχα αφελώς:

-Είδατε κύριε καθηγητά; Είδατε το γκάρισμα;

-Ναι ρε! Μπράβου ρε, μπράβου! Πού να του φανταζόμασταν ρε παιδί!

Και τότε γελάσαμε όλοι.

Το χειμώνα του 1963 οι καθηγητές μας έκαναν ένα μήνα απεργία. Όταν τέλειωσε η απεργία, έριξε τόσο χιόνι, που τα σχολεία έκλεισαν, για ένα ακόμη μήνα. Κλειστήκαμε στα σπίτια μας, δίπλα στην ξυλόσομπα και διαβάζαμε. Οι δρόμοι του χωριού, μα και οι στέγες είχαν πάνω από 40 πόντους χιόνι, που πάγωσε και δεν έλιωνε για πολύ καιρό. Κάποιες στέγες, αποθηκών κυρίως, βούλιαξαν και έπεσαν από το βάρος του χιονιού. Μέσα σε κείνη την κακοκαιρία θυμάμαι, ότι πέθανε ο μεγάλος γιος του νονού μας, ο Γιώργος ο Χατζής. Το γεγονός αποτυπώθηκε στη μνήμη μου από τις δυσκολίες, που υπήρξαν κατά την εκφορά του, λόγω του ύψους του χιονιού.

Η επόμενη  σχολική χρονιά ήταν η τελευταία μου στο Γυμνάσιο. Ήταν όμως και μια μαύρη χρονιά για την οικογένειά μας. Ο πατέρας μας, μετά από αρρώστια ενός ολόκληρου χρόνου και παραπάνω, έλιωνε στο κρεββάτι. Όταν τέλειωσα το σχολείο, το καλοκαίρι κατέβηκα στην Θεσσαλονίκη για δυο μήνες για να κάνω φροντιστήριο.

Μια μέρα του Αυγούστου, η πόρτα της αίθουσας, όπου έκανα μάθημα, άνοιξε και κάποιος φώναξε το όνομά μου. Βγήκα από την αίθουσα και είδα τον μεγάλο μου αδελφό τον Κλεάνθη, τελειόφοιτο  της ιατρικής τότε, να με περιμένει περίλυπος. Κατάλαβα. Δεν ανταλλάξαμε κουβέντα. Πήραμε το λεωφορείο και ήρθαμε στο χωριό.Ο πατέρας μας, μας περίμενε να μάθει αν πέρασα στις εξετάσεις. Τον διαβεβαίωσα, ότι είχα περάσει, ενώ δεν είχαμε καν αρχίσει τις εξετάσεις, και μου έσφιξε το χέρι. Το απόγευμα, μας χαιρέτησε οριστικά και έφυγε νεότατος. 50 χρονών μόλις.Την επόμενη εβδομάδα, άρχισαν οι εξετάσεις μου. Έσφιξα τα δόντια και προχώρησα και πήγα καλά. Δεν του είχα πει ψέματα. Πέρασα…

Από τότε όλη η ζωή μας άλλαξε. Ποτέ πια δεν ήμασταν όπως πριν. Η μεγάλη αδελφή μας η Σούλα ήταν από δυο χρόνια παντρεμένη στην Θεσσαλονίκη. Ο μεγάλος μας αδελφός τελείωνε και εγώ έμπαινα στην  Στρατιωτική Ιατρική Σχολή. Σε δύο χρόνια τέλειωσε και η μικρότερή μας αδελφή το Γυμνάσιο και κατέβηκε κι αυτή στην πόλη για σπουδές. Μαζί της κατέβηκε και η μάνα μας, που δεν είχε πια κανένα λόγο να μένει μόνη της στο χωριό. Το σπίτι μας στο χωριό κλειδώθηκε πια  οριστικά και εμείς σκορπίσαμε σαν τα πουλιά στον αγώνα για μια καλύτερη ζωή.

Πίσω μας στο χωριό, στα σοκάκια του και στις πλατείες του, στα ξωκλήσια του και στις λαγκαδιές του, έμειναν φυλαγμένες για μας, να μας περιμένουν, χιλιάδες  ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ.

 

Διαβάστηκε 358 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:55

Τελευταία άρθρα από τον/την bozatzidis

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ο Τσέκος Επίλογος »
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

Σόμπορο

Σόμπορο
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό Χειμωνα να εχουμε ,ηπιο χωρις πολλες σκοτουρες Σόμπορο (14.11.17, 12:49)(18:12) 0
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες στο μεσον τουφθινοπωρου και βαλτωσαμε ,με το καλο ναρθει ο Χειμωνας τα πηρατε τα ξυλα σας φετος μου μοιαζει βαρυς θα ειναι . . τα λεμε του χρονου καλο υπνο Σόμπορο (10.10.17, 13:54)(18:12) 0
Βλ Λιγοτερη κινηση στο σομπορο η πολλη ειναι καταρα Σόμπορο (24.08.17, 14:01)(18:12) 0
Βλ σε σας πετυχατε να εχετε μια θεση στην ανωτατη εκπαιδευση συγχαρητηρια και κάντε το σταυρο σας να αλλαξει η οικονομική κατασταση στην πατριδα μας ωσπου να γίνετε ακαδημαίκοι πολιτες και για τους αλλους που δεν τα καταφεραν η ζωή δεν χαθηκε υπαρχουν και αλλες ευκαιριες γεροι να ειστε σιγουρα και για σας κατι περιμενει Σόμπορο (24.08.17, 13:58)(18:12) 0
Βλ Με το νερο καλέ τι γινεται τα φαγαμε τα 2,5 χρονια και το θεμα αλυτο Από λογια ..... Σόμπορο (02.05.17, 12:20)(18:12) 3
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό μηνα και από δω καλο καλοκαιρι Σόμπορο (02.05.17, 12:16)(18:12) 1
Βλ Καλημέρα Αδαμ ,μα τι κινηση ειναι αυτή .Γιατι δεν καλημεριζόμζστε εστω και ετσι μιας και βαριομαστε να πουμε καλημερα όταν ανταμωνουμε Σόμπορο (29.01.17, 08:51)(08:01) 2
Βλ λαθος στην παραδοση Σόμπορο (25.12.16, 19:42)(19:12) 4
Βλ Βρε παιδιά η δωρεα του παραδωσιακων μουσικων οργανων του Χρισ Χάλαρη στο Αδάμ τι γίνεται? την κλεισαμε στο σχολειο και εκει βαλτωνει Σόμπορο (25.12.16, 14:06)(14:12) 5
Βλ Εσεις που γραφατε που χαθηκατε ,η σελιδα νομιζω ότι πατωνει και αυτο ειναι κακο μια σελιδα που θα ζηλευαν μεγαλες πολεις Σόμπορο (25.12.16, 13:30)(13:12) 2
Βλ Χρονια πολλά Αδάμ όπου και αν βρισκεσαι στην πατριδα ή στα περατα του κόσμου και καλή χρονια να εχουμε με υγεία και ειρήνη Σόμπορο (25.12.16, 13:28)(13:12) 2
Βλ Αντε εμεις γενικως πεινάμε μα εσεις εκτος Ελλάδος δεν πεινάτε και δεν μπαίνετε να μας πειτε πως τα περνάτε Σόμπορο (20.09.16, 17:26)(18:12) 3
Βλ πάει και αυτή η σελιδα την επιασε και αυτή η οικονομικη κρίση Ντροπη μας Σόμπορο (20.09.16, 17:22)(18:12) 0
Βλ αντε βρε κουνηθειτε ,ετσι θα πάρουμε την Πόλη? Σόμπορο (26.07.16, 23:07)(23:07) 2
Βλ απο τοτε που το κανατε μοντέρνο adamiotes θαρρεις και κάτσατε πάνω τετοια καντεμιά Σόμπορο (26.07.16, 23:04)(23:07) 1
Βλ το βιβλιο θαναση πολυ καλό , οι αναμνησεις μας ζωντανευουν Σόμπορο (18.06.16, 11:54)(18:12) 1
thanasispap Βασίλη εντάξει,τα βρήκα.'Εφτεγε το ipad.. Σόμπορο (26.05.16, 03:06)(03:05) 2
bozatzidis Αφού φανεί το βιβλίο σε πλήρη οθόνη, όποιος θέλει να το κάνει ακόμη μεγαλύτερη, πατάει το εικονίδιο για ζουμ που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στα βελάκια. Είναι ο μεγεθυντικός φακός με το + Σόμπορο (25.05.16, 22:09)(22:05) 1
bozatzidis Για να πας στην προηγούμενη σελίδα δεν έχει να κάνει ποτέ με ένα site. Πατάς το πάνω αριστερό βελάκι του browser (mozzilla, chrome κλπ). Σόμπορο (25.05.16, 22:06)(22:05) 0
bozatzidis Θανάση ανεβάζω εικόνα που δείχνει που πρέπει να κλικάρεις για να δεις το βιβλίο σε πλήρη οθόνη. Σόμπορο (25.05.16, 22:05)(22:05) 0
You are not allowed to use shoutbox.