ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:52

Ο Τσέκος

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Ένας αδαμιώτης, που επί χρόνια πολλά διασκέδασε με τα λεγόμενά του και τα καμώματά του, που με αυτά δημιούργησε έναν δικό του, έναν ξεχωριστό τύπο, ήταν ο "Τσέκος". Αυτό ήταν το παρατσούκλι του και λίγοι γνωρίζουν, πως το πραγματικό του όνομα ήταν Άγγελος Ανδριανούδης. Φτωχός, πάμφτωχος θα έλεγα από τα παιδικά του χρόνια, αλλά πολύ ζωηρός και νταής. Ενάμισι μέτρο άνθρωπος μα καπετάνιος. Μικρός, ορφανός όπως ήταν, τον είχε συμμαζέψει ο παππούς μου ο Γιώργης και δούλευε για κείνον σαν παραγιός. Δούλευε στα χωράφια, έβοσκε τα πρόβατα της οικογένειας και έκανε ότι άλλο του έλεγαν, γι αυτό κι όταν ακόμα μεγάλωσε και έκανε οικογένεια, δεν παρέλειπε συχνά πυκνά να μας επισκέπτεται. Εμείς τότε ήμασταν μικρά παιδιά. Ξαφνικά, και κυρίως νυχτερινές ώρες, άνοιγε η πόρτα κι έμπαινε μέσα, απρόσκλητος επισκέπτης, σαν να ήταν του σπιτιού.

Αυτό γίνονταν συνήθως, όταν είχε κερδίσει στην ξερή και έφερνε το έπαθλό του, το λουκούμι δηλαδή, στην μικρότερη αδελφή μας την Κατίνα, που της είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Μάλιστα, δεν την έλεγε ούτε Κατίνα ούτε Κατερίνα, ούτε κάτι, που να ταίριαζε με το όνομά της, αλλά την αποκαλούσε "του πιλίτσ", προφανώς επειδή εκείνη, όταν την ρωτούσαν αν είναι κορίτσι, έλεγε ότι, "ναι είμι πιλίτσ". Τα αστεία του διασκέδασαν όλο το χωριό, κι όταν τον συναντούσαμε, τον προσέχαμε στο στόμα, τι θα πει για να γελάσουμε.

Λέγονταν ότι είχε κάνει και φυλακή μικρότερος για αλητείες και για φόνο. Όταν μάλιστα τον συνέλαβαν οι τσανταρμάδες[1] όπως τους έλεγε, δεν μπορούσαν να το πιστέψουν, ότι αυτός ο μικροκαμωμένος άνθρωπος ήταν ο Τσέκος, που τον φαντάζονταν, κυρίως από αυτά που είχε κάνει, πως θα ήταν κανένα θηρίο άντρακλας. Στο χωριό, μα και στα βουνά πολλές φορές γύρω από το χωριό, κυκλοφορούσε σαν κυνηγημένος και οπλισμένος με "γκρα", όπως συχνά πυκνά ονόμαζε το όπλο του.

Μια φορά, λένε πως πυροβόλησε τον παππού τον Μαστρογιάννη, τον προπάππο του προέδρου του Μήτσου. Ο γιος εκείνου λοιπόν, ο παππούς ο Μήτρης ο Μαστρογιάννης, διέδιδε στο χωριό, ότι θα τον μηνύσει και ότι θα του ζητήσει να πληρώσει και ψυχική οδύνη για ότι είχε κάνει στον πατέρα του. Το έμαθε λοιπόν ο  Τσέκος, που κρύβονταν στα βουνά, και μια και δυο κατηφόρισε και πέτυχε τον μπάρμπα Μήτρη, να ποτίζει το χασλαμά στο αγίλι του, κάπου κοντά στο "βαγιόνι". Στάθηκε λοιπόν ο Τσέκος στο απάνω αγίλι, που ήταν ψηλότερα και ενώ ο άλλος δεν είχε καν αντιληφθεί την παρουσία του, όπλισε απότομα το όπλο του, δυνατά, κατατρομάζοντας τον Μαστρογιάννη και λέγοντάς του, έχοντας στραμμένο κατά πάνω του τον "Γκρα", απειλητικά:

-Ώστι έτσ Μαστρουγιάνν, θες να σι πληρώσου κι ψυχική ουδύν; Για ταυτό ήρτα κι ιγώ!

Και καθώς είχε στραμμένο το  όπλο καταπάνω του, ο Μαστρογιάννης τα χρειάστηκε. Ήξερε και τι διάβολος κι  αδίστακτος ήταν  και σήκωσε ψηλά τα χέρια παρακαλώντας τον:

-Άγγιλι, σι παρακαλώ άφκι μι ιμένα, σι παρακαλώ! Άμα θέλς πάνι σπίτ, σκώτου κι τ βαβά!

Φυσικά ο Τσέκος τον άφησε, αλλά τον λαχτάρησε.

Όταν ήταν παραγιός στο παππού μου ακόμα, είχε, λεει, αγαπήσει την πολύ όμορφη και από πολύ καλή,  για κείνον, οικογένεια, την Όλγα, την κόρη του παππού του Κούρου, μα ήξερε πώς δεν είχε ελπίδες, γιατί ούτε εκείνη  τον ήθελε, μα ούτε κι ο παππούς ο Κούρος θα του την έδινε ποτέ. Όταν όμως πέθανε ο παππούς ο Κούρος κι έμεινε η γιαγιά η Άννα με τα ορφανά, απειλούσε πως  ή θα του την έδιναν ή θα την σκότωνε. Τον πήραν λοιπόν, ο παππούς μου και ο  αδερφός  του ο παππούς Θανάσης  Οικονόμου, μια μέρα στην άκρη και του είπαν πως αυτά, που κάνει δεν είναι σοβαρά και ότι η Όλγα δεν τον ήθελε αλλά ούτε και του ταίριαζε γιατί ήταν ψηλή δυο φορές σαν αυτόν και όμορφη. Όμως ο Τσέκος δεν έκανε πίσω με τίποτα. Λέγεται δε ότι μέχρι και σκοπιές είχαν φυλάξει οι παππούδες για να προστατεύσουν την ορφανή, μα εκείνος απειλούσε πως αφού δεν τον ήθελε θα την σκότωνε και θα την είχε  για κούκλα, έτσι όμορφη που ήταν. Τελικά, ευτυχώς οι απειλές του δεν πραγματοποιήθηκαν και η όμορφη Όλγα παντρεύτηκε τον παππού τον Νικόλα τον Χατζούδη.

Λέγεται όμως ότι στην προσπάθεια, που έκαναν οι άνδρες του χωριού να τον κρατήσουν μακριά από την Όλγα, υπήρξαν θύματα, γιατί σε μια σύγκρουσή του Τσέκου με τον παππού  το Φάσιο, ο δεύτερος τραυματίστηκε στο πρόσωπο, από το τσεκούρι του Τσέκου και μετά από λίγες ημέρες πέθανε από τη μόλυνση της πληγής. Τότε είναι, που τον κυνηγούσαν οι χωροφύλακες ή τσανταρμάδες, όπως τους έλεγε ο ίδιος και αναγκάζονταν να κρύβεται στο βουνό. Ένα βράδυ όμως, που κατέβηκε στο χωριό, τον συνάντησε ο  Χασακτσής, που ήταν φίλος του μακαρίτη του Φάσιου και τον έδειρε τόσο πολύ, που τον μελάνιασε σ όλο το κορμί του και δεν μπορούσε ούτε να περπατήσει. Τότε το έμαθαν οι χωροφύλακες και ήρθαν και τον έπιασαν. Τον έδεσαν και τον πέταξαν απάνω σε ένα κάρο. Τον σκέπασαν και με ένα κουρέλι και τον κατέβασαν στο Ζαγκλιβέρι. Όταν το έμαθαν οι Ζαγκλιβερινοί, πήγαιναν να δουν, ποιο ήταν αυτό το θηρίο ο Τσέκος, που είχε τρομοκρατήσει την περιοχή με τα καμώματά του. Σήκωναν λοιπόν το κουρέλι, που τον σκέπαζε κι όταν έβλεπαν έναν άνθρωπο μια στάλα, όπως ήταν και μαζεμένος έλεγαν:

-Τι βε αυτός είνι η Τσιέκους; Αυτό είνι μπουρτσούκ[2] βε! Τέτοιους είνι η Τσιέκους; Αυτό βε, είνι ασβούδ!

 Όταν μεγάλωσε κάπως, δεν του πήγαιναν πια και τα έκοψε τα νταηλίκια. Παντρεύτηκε κι όλας κι έκανε τρία κορίτσια και  αναγκαστικά συμμαζεύτηκε κάπως. Τον Θυμάμαι, που όταν συναντούσε σε κανένα δρόμο του χωριού μικρά δεκάχρονα κοριτσάκια, σταματούσε, άνοιγε τα χέρια του, τάχα να τους κλείσει τον δρόμο και  έλεγε: 

-Έλα μια νγκαλάρα, έλα μια νγκαλάρα....Έλα να πιάσου τα βζούντια σ,

κι εκείνα σκορπούσαν τρέχοντας, για να τον αποφύγουν ενώ ξεκαρδίζονταν στα γέλια.

Θυμάμαι μια φορά αυτό του το χωρατό, κόντεψε να το πληρώσει με ξύλο. Ήταν ημέρα του πανηγυριού του Αγίου Παντελεήμονα, κι όπως όλο το χωριό, βρέθηκε κι αυτός στο ομώνυμο ξωκλήσι. Εκεί, κάτω από τα πουρνάρια, σε ένα μέρος στέκονταν και συζητούσε με κάποιους νεαρούς, μια πανέμορφη κοπελιά, Σανιώτισσα, με συγγενείς στο χωριό μας. Θα πρέπει να ήταν ανιψιά της γυναίκας του  Γιώργη του Μουστακούδη, που ήταν Σανιώτισσα. Ο Τσέκος την είδε όμορφη και την πλησίασε για να της κάνει το νούμερό του. Άνοιξε λοιπόν τα χέρια και καθώς απότομα την πλησίασε της είπε τρομάζοντάς την:

-Έλα μια νγκαλάρα...

Δεν πρόλαβε να το πει δεύτερη φορά, γιατί εκείνη μη ξέροντάς τον τρόμαξε. Τραβήχτηκε απότομα προς τα πίσω και κατηφορικά καθώς ήταν, σκόνταψε και βρέθηκε ανάσκελα πεσμένη μα την πλάτη στο χώμα και τα πόδια στον ουρανό. Το θέαμα ήταν απίθανο για την νεολαία, που τριγύριζε και την χάζευε, μα το ρεζιλίκι για την Χριστοφίλη, έτσι ήταν το όνομά της, μεγάλο. Οι συγγενείς και οι συνοδοί της λίγο έλειψε να τον δείρουν, τελικά όμως την γλίτωσε.

Στα γεράματά του, πολλές φορές τον επισκεπτόμουνα, εκεί μπροστά στην εξώπορτα του σπιτιού του, που συνήθως κάθονταν μαζί με την γιαγιά την Κατερίνη την γυναίκα του και μου έλεγε για διάφορα καμώματά του. Κι όταν η γλώσσα του ξέφευγε λίγο κι άρχιζε τα βρωμόλογα, η γιαγιά τον μάλωνε λέγοντας:

-Ου, δεν ντρέπισι γαδαρίκου.

Μου έλεγε συχνά για το πώς πέρασαν τα χρόνια του και γέρασε, τώρα μάλιστα, που έπρεπε να είναι νέος, γιατί όλες οι γυναίκες της γειτονιάς ήταν χήρες κι αυτός ανήμπορος πια. Και μου έλεγε:

-Τουν λιέου ρε, τουν παπα Λιυτέρ, παπά μ, δό μι του πλούδι σ, κι να σι τς κανουνήσου ιγώ ούλις τς χήρις τς γειτουνιάς. Μέχρι κι πιδούντια θα σι κάνου.

Ο παπα Λευτέρης ήταν ένας λεβέντης παπάς, που είχαμε τότε στο χωριό.

Μια φορά, ο Τσέκος μου διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία. Είχε πάει λεει, γέρος πια, στο βουνό, κι έκοψε ξύλα, για το τζάκι του. Τα φόρτωσε λοιπόν στο γαϊδουράκι του και τα κατέβαζε στο χωριό ξένοιαστος. Ούτε καν ήξερε ότι ήταν παράνομο, κι εξάλλου αυτός από παρανομίες άλλο τίποτα. Έπεσε λοιπόν πάνω στο δασοφύλακα, που του την είχε στημένη. Τον σταμάτησε ο δασοφύλακας σοβαρός-σοβαρός, μη γνωρίζοντας με ποιόν είχε να κάνει και ακολούθησε ο εξής διάλογος:

-Γιατί παππού το κάνεις αυτό; Δεν ξέρεις ότι απαγορεύεται;

Κι εκείνος απορημένος τάχα απάντησε:

-Τι έκαμα βρε πιδί μ;

-Παππού έκοψες παράνομα ξύλα από το δάσος .

-Οχ βρε πιδί μ, ιγώ τα ξύλα τα 'κουψα απ τ αμπέλι μ, γιατί είχαν τρανιέψ κι κάθουνταν τα πλούδια κι μι έτρουαν τα σταφύλια....

-Παππού, άστα αυτά. Έκανες παράνομη ξύλευση και θα σε γράψω. Θα σου κάνω μήνυση.

-Μη βρε πιδί μ, μη μι βάειζ σι τέτνοι μπιλιάδις.

-Παππού πες μου πως λέγεσαι κι από που είσαι.

-Μη βρε πιδί μ σι λιέου, μη μι κάνς μήνυσ.

-Δεν μπορώ παππού, θα σου κάνω μήνυση. Το καθήκον βλέπεις...

Ο Τσέκος λοιπόν το πήρε απόφαση πως δεν την γλίτωνε την μήνυση. Έδωσε τα στοιχεία του και μετά κτύπησε ελαφρά το γαϊδουράκι για να φύγει. Δεν έκανε όμως πάνω από δέκα βήματα, όταν του κατέβηκε η φαεινή ιδέα. Σταμάτησε το γαϊδουράκι και γύρισε νταϊλίδικα κατά τον δασοφύλακα, παρά τα ογδόντα χρόνια του, και του είπε:

-Ει, πού είσι ρε, να μι κάνς ρε μήνυσ. Να μι κάνς, αλλά να ξιέρς ρε, ώσπου να έρτουν οι κλήσεις, ώσπου να γίν ν τα δικαστήρια, άγγιλοι θα πάρουν τν ψχύ μ κι συ θα πάρς του πουλί μ ρε.

Και προχώρησε και έφυγε ατάραχος, αφήνοντας τον δασοφύλακα να γελάει πίσω του.

Κάποτε έκανε τον πεθαμένο και έρχονταν κόσμος και του άναβε κεριά και τον σκέπασαν με λουλούδια. Οι περισσότεροι βέβαια ήξεραν ότi ήταν ένα ακόμα από τα πολλά καμώματά του. Μου το διηγούνταν μια μέρα και γελούσε. Κι εγώ τον πείραζα λέγοντας του:

-Α ρε μπαρμπ-Άγγελε, τίποτα δεν φοβούσαν!

Κι εκείνος μου είπε τότε μια ιστορία για να μου αποδείξει ότι κανένας δεν είναι ατρόμητος:

-Έι, άκου να σι πω. Μια φουρά, όντας πέθανι η Ντιλιγκάς, τ Νιέστουρ η μπαμπάς, πήγα κι ιγώ να τουν ανάψου κιρούδ. Ήταν βράδ κι η κόσμους δεν του είχι μάθ ακόμα, γιατί δεν βρέθκι άντρας να πάει να σμάν τ καμπάνα. Μι παρακάλισαν, του λοιπόν, οι γναίκις να πάου να τν σμάνου ιγώ. Ιγώ δεν είχα πατήσ καμιά φουρά στν ανγκλησιά κι ούτι ήξερα,  πού ήταν του σκνί τς καμπάνας. Φουβούμαν κι όλας να πάου γιατί μ είχαν πει, ότι τν νύχτα άστραφταν τα κόκαλα απ τς πιθαμέν κι ότι του βράδ σκώνταν οι πιθαμέν κι γυρνούσαν ικεί γύρου. Τι να κάμου όμους, ντρέπουμαν να πω τς αγνιαίκις ότ φουβούμαν. Σκώθκα κι πήγα σιαπάν στ Μπουλατά του καφινέ κι πήγα κι είπα στου Φώτη του Γκιζέλ:

-Σήκου ρε να πάμι να βαρέσουμι τν καμπάνα, πέθανι η Ντιλινγκάς!

Ικείνους όμους έπαιζι ξιρή κι μ είπι:

-Τράβα μουναχός, του σκνί είνι στ κουλώνα στουν νάρθκα.

Σάμαντι ήξιρα ιγώ,  που ήταν η νάρθκας κι που ήταν η κουλώνα τ. Ύστιρα γύριψα απ του Θιουλόγου τουν Μπουρδουλόγου, έτσι έλεγε τον παππού Θεολόγη Δελιγκά, να έρτ να πάμι να σμάνουμι τ καμπάνα, μα κι αυτός μι είπι τα ίδια. Σκώθκα κι ιγώ, χισμένους απ του φόβου μ, να πάου μοναχός ζουμ να τ σμάνου. Κι είχι μια σκοτίδα.... Πίσσα. Δεν κοίταζις τ μύτη σ. Πήγα του λοιπόν, στα σκοτνά κι πασπάτεψα σι μια κουλώνα να βρώ του σκνι. Του βρήκα, μα ήταν ψηλά σκαλουμένου στου καρφούδ, κι μπήδσα για να του φτάσου, μα μόλις του έπιασα κι γύρσα  για να σμάνου, κτάζου μπρουστά μ δυο ίσκ και τέσσιρα χέρια σκουμένα. Χέσκα απ του φόβου μ. Ποιος διάλους πιθαμένους ξύπνισι, είπα μι του νου μ. Η ένας κατέβασι τα χέρια τ' κι μ' άρπαξι του χερ', που κρατούσι του σκνί. Φουβήθκα πουλύ. Τραβάου το χέρι μ να  ξιφύγου κι τουν λιέου:

-Άφκι μι ρε...

Όμους ικείνους μ έσφιγγι πιο πουλύ, κι δεν έκρινι. Τραβάου 'κόμα μια γερή κι τουν ξιφεύγου μι του σκνί στου χερ'. Κι είχι έναν κουμπαρίκου σιακάτ-σιακάτ, σαν γρουθιά ήταν. Του σκώνου κι ιγώ σιαπάν κι τουν κουπανώ μια μι του κουμπαρίκου στου κεφάλ, που ήταν ούλ’ θκί τ.

-Ώχ..

φώναξι απ' τουν πόνο. Κι ιγώ μόν τότι κατάλαβα ότι δέν ήταν πιθαμέν κι τς είπα:

-Ζουντανοί είστι; Θα σας γαμήσου τ μανούδα θα σας γαμήσου!..

Κι τσ πλάκουσα  μι τουν κόμπου κι δεν ήξιραν απου που να φιύγουν...κι οι δυο τς κι η Φώτης κι η Μπουρδουλόγους η Θιουλόης..

Μέρες γελούσα όταν το θυμόμουνα το πάθημά του. Ο Τσέκος ο ατρόμητος, φοβόταν τους ίσκιους των πεθαμένων! Όποτε τον έβλεπα τα τελευταία χρόνια όλο και κάτι καινούριο είχε να μου πει. Πάντα δε όταν του έλεγα ποιος είμαι, μου έλεγε, σε άπταιστη καθαρεύουσα:

-Έλα, να μου εξετάσεις τους οδόντας μου.

Δόντια φυσικά δεν είχε από τότε, που ήταν σαράντα χρονών και έτρωγε μόνο με τα ούλα, που είχαν σκληρύνει και είχαν γίνει σαν δόντια.

Μια φορά, θα ήταν 2-3 χρόνια πριν πεθάνει, καθώς περνούσα με το γιο μου το Στέφανο, από την γειτονιά τον είδα να κάθεται στην εξώπορτα της αυλής, ανακούκουρδα, κάτω στις πέτρες. Μπροστά του είχε απλωμένα τα σύνεργά του, μπαστούνια, ταμπακέρα, τσακμάκι και ένα πακέτο τσιγάρα "Άσσος", που τα είχε, όπως έλεγε για να κερνάει. Ο ίδιος προτιμούσε το στριφτό. Φορούσε ένα ζευγάρι γυαλιά, που  από την μία μεριά δεν είχαν γυαλί  κι από την άλλη πάνω στο σκελετά το γυαλί κρατιότανε από κάτι κορδέλες, που είχε δέσει. Από την άλλη μεριά της πόρτας κάθονταν η γυναίκα του, η θεια Κατερίνη. Δεν περνούσε από κει άνθρωπος, που να μην ανταλλάξει μαζί του μια δυο πειραχτικές κουβέντες. Έκανα να κινηθώ προς τα κει κι ο γιος μου, που δεν ήθελε να τον πειράζω, μου είπε:

-Μη ρε μπαμπά, μη τον πειράζεις τον παππού!

Δεν φαντάζονταν βλέπεις, πόσο το τραβούσε ο οργανισμός του μπάρμπα Άγγελου το πείραγμα. Πλησίασα λοιπόν και διστακτικά με ακολούθησε και ο Στέφανος. Καλησπέρισα με αλλαγμένη ελαφρά την φωνή και με κάποια σοβαρότητα, για να μη με καταλάβει.  Εκείνος αφού απάντησε με ένα σπέραα κι επειδή δεν έβλεπε με τα γυαλιά του καθόλου, γύρισε προς την γιαγιά και την ρώτησε:

-Ποιος μαρ Κατιρίν είνι;

-Πού να ξιέρου γω; Σάματι κτάζουν τα γκαβά μ.

-Ποιος ρε είσι;

με ρώτησε προσπαθώντας από την φωνή μου να με καταλάβει καθώς του έλεγα:

-Είμαι ένας γιατρός, του Ε.Σ.Υ. και με έστειλαν, με εντολή του Παπανδρέου, να σας εξετάσω. Πριν προλάβω να τελειώσω την φράση μου και στο άκουσμα της λέξης γιατρός πετάχτηκε και είπε σαν συνέχεια:

-Τον κώλο του να τρως....

Ύστερα  ξαναρώτησε την γιαγιά, που στέκονταν χωρίς να μιλάει:

-Ποιος μαρί είνι;

Επειδή όμως εγώ επέμενα πως ήρθα με εντολή του Παπανδρέου να τον εξετάσω, είπε:

-Να τουν πεις να κτάζ τ Μιμίκα τ καλά κι να μας αφίκ ιμάς ήσυχ.

Όμως, σαν να το πίστεψε τελικά και δέχτηκε να τον εξετάσω. Τον έβαλα και σήκωσε τα ρούχα του από την μέση και πάνω και έσκυψε προς τα μπρος. Εγώ, αφού τον ακροάστηκα δήθεν κι αφού τον έβαλα και ανέπνευσε κανα δυο φορές βαθιά κι αφού έβηξε κιόλας του είπα:

-Ωραία, πολύ ωραία, μια χαρά σας βρίσκω.

Και εκείνος, αφού κατέβασε τα ρούχα του, κι αναστέναξε  είπε:

-Αχ, δεν είμι καλά βρε πιδί μ, δεν είμι καλά. Δεν βλιέπου βρε, δεν βλιέπου.... Μον τς καλιές βλιέπου! Ωχ.....

-Μα γιατί κύριε μου, του είπα, μια χαρά σας βρίσκω;

-Εικοστέσσιρα χρόνια πιδί μ, εικοστέσσιρα χρόνια κλιέου! Τόσα χρόνια ιέχου να γαμήσου.

-Μα γιατί; του είπα εγώ απορημένος τάχα, η κυρία σύζυγός σας δεν είναι;

-Βρε δεν καταλαβαίνς γιατρέ. Δεν μη σκώνιτι βρε πιδί μ, πώς να στου πω;

Εκεί πια με έπιασαν τα γέλια και με κατάλαβε και φώναξε:

-Αχ, π να σι χιέσου του γουνιό σ να σι χιέσου....Κουνουμούδ είσι;

Μετά, καθίσαμε για αρκετή ώρα και μας είπε διάφορα. Είπε και την γιαγιά και  μας κέρασε λουκούμι, κι ύστερα ήρθε και ξανάκατσε στη θέση της. Εγώ την πείραξα για την μεγάλη βράκα μέχρι τα γόνατα, που φορούσε, κι εκείνη γελώντας με αποστόμωσε, λέγοντάς  μου:

-Έι, μη γιλάς! Τ κτάειζ πόσο τρανή είνι η βράκα μ; Τουν κτάειζ κι αυτόν του ντιάβουλου; Μια θριμούδα είνι!  Μα δεν τουν χώρησι βρε πιδί μ τέτοια τρανή βράκα μέσα! Αμ, πώς βρε πιδούδι μ, σας βάζουν σήμιρα τα κουρτσούδια μέσα σι τόσου μκρά βρακούδια, που φουρούν;

Έμεινα σκασμένος από τα γέλια.

Σε ένα ή δυο χρόνια από τότε, το τέλος του 91 ή αρχές του 92 θαρρώ, μέσα στην ίδια εβδομάδα έφυγαν και οι δύο. Ο παππούς ο Τσέκος πρέπει να έφτασε τα 95 κι η γιαγιά κάπου εκεί περίπου.

 



[1] Χωροφύλακες.

[2] Ασβούδι, μικρός ασβός.

Διαβάστηκε 351 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:55
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ο γάμος Το Γυμνάσιο »
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

Σόμπορο

Σόμπορο
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό Χειμωνα να εχουμε ,ηπιο χωρις πολλες σκοτουρες Σόμπορο (14.11.17, 12:49)(18:12) 0
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες στο μεσον τουφθινοπωρου και βαλτωσαμε ,με το καλο ναρθει ο Χειμωνας τα πηρατε τα ξυλα σας φετος μου μοιαζει βαρυς θα ειναι . . τα λεμε του χρονου καλο υπνο Σόμπορο (10.10.17, 13:54)(18:12) 0
Βλ Λιγοτερη κινηση στο σομπορο η πολλη ειναι καταρα Σόμπορο (24.08.17, 14:01)(18:12) 0
Βλ σε σας πετυχατε να εχετε μια θεση στην ανωτατη εκπαιδευση συγχαρητηρια και κάντε το σταυρο σας να αλλαξει η οικονομική κατασταση στην πατριδα μας ωσπου να γίνετε ακαδημαίκοι πολιτες και για τους αλλους που δεν τα καταφεραν η ζωή δεν χαθηκε υπαρχουν και αλλες ευκαιριες γεροι να ειστε σιγουρα και για σας κατι περιμενει Σόμπορο (24.08.17, 13:58)(18:12) 0
Βλ Με το νερο καλέ τι γινεται τα φαγαμε τα 2,5 χρονια και το θεμα αλυτο Από λογια ..... Σόμπορο (02.05.17, 12:20)(18:12) 3
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό μηνα και από δω καλο καλοκαιρι Σόμπορο (02.05.17, 12:16)(18:12) 1
Βλ Καλημέρα Αδαμ ,μα τι κινηση ειναι αυτή .Γιατι δεν καλημεριζόμζστε εστω και ετσι μιας και βαριομαστε να πουμε καλημερα όταν ανταμωνουμε Σόμπορο (29.01.17, 08:51)(08:01) 2
Βλ λαθος στην παραδοση Σόμπορο (25.12.16, 19:42)(19:12) 4
Βλ Βρε παιδιά η δωρεα του παραδωσιακων μουσικων οργανων του Χρισ Χάλαρη στο Αδάμ τι γίνεται? την κλεισαμε στο σχολειο και εκει βαλτωνει Σόμπορο (25.12.16, 14:06)(14:12) 5
Βλ Εσεις που γραφατε που χαθηκατε ,η σελιδα νομιζω ότι πατωνει και αυτο ειναι κακο μια σελιδα που θα ζηλευαν μεγαλες πολεις Σόμπορο (25.12.16, 13:30)(13:12) 2
Βλ Χρονια πολλά Αδάμ όπου και αν βρισκεσαι στην πατριδα ή στα περατα του κόσμου και καλή χρονια να εχουμε με υγεία και ειρήνη Σόμπορο (25.12.16, 13:28)(13:12) 2
Βλ Αντε εμεις γενικως πεινάμε μα εσεις εκτος Ελλάδος δεν πεινάτε και δεν μπαίνετε να μας πειτε πως τα περνάτε Σόμπορο (20.09.16, 17:26)(18:12) 3
Βλ πάει και αυτή η σελιδα την επιασε και αυτή η οικονομικη κρίση Ντροπη μας Σόμπορο (20.09.16, 17:22)(18:12) 0
Βλ αντε βρε κουνηθειτε ,ετσι θα πάρουμε την Πόλη? Σόμπορο (26.07.16, 23:07)(23:07) 2
Βλ απο τοτε που το κανατε μοντέρνο adamiotes θαρρεις και κάτσατε πάνω τετοια καντεμιά Σόμπορο (26.07.16, 23:04)(23:07) 1
Βλ το βιβλιο θαναση πολυ καλό , οι αναμνησεις μας ζωντανευουν Σόμπορο (18.06.16, 11:54)(18:12) 1
thanasispap Βασίλη εντάξει,τα βρήκα.'Εφτεγε το ipad.. Σόμπορο (26.05.16, 03:06)(03:05) 2
bozatzidis Αφού φανεί το βιβλίο σε πλήρη οθόνη, όποιος θέλει να το κάνει ακόμη μεγαλύτερη, πατάει το εικονίδιο για ζουμ που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στα βελάκια. Είναι ο μεγεθυντικός φακός με το + Σόμπορο (25.05.16, 22:09)(22:05) 1
bozatzidis Για να πας στην προηγούμενη σελίδα δεν έχει να κάνει ποτέ με ένα site. Πατάς το πάνω αριστερό βελάκι του browser (mozzilla, chrome κλπ). Σόμπορο (25.05.16, 22:06)(22:05) 0
bozatzidis Θανάση ανεβάζω εικόνα που δείχνει που πρέπει να κλικάρεις για να δεις το βιβλίο σε πλήρη οθόνη. Σόμπορο (25.05.16, 22:05)(22:05) 0
You are not allowed to use shoutbox.