ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:48

Ο τσομπανάκος

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Το καλοκαίρι, που τέλειωσα την πέμπτη τάξη του σχολείου, με περίμενε μια οδυνηρή έκπληξη. Ο βαθμός μου στο ενδεικτικό δεν θεωρήθηκε ικανοποιητικός από τον πατέρα μου και αποφάσισε να με τιμωρήσει. Μου είπε λοιπόν ότι αφού  τα γράμματα δεν με ενδιέφεραν, είχε μια άλλη δουλειά για μένα. Θα γινόμουνα τσοπάνος. Απελπίστηκα! Τι μπορούσα να κάνω όμως; Την άλλη μέρα το πρωί, με ξύπνησε αρκετά νωρίς και μου παρέδωσε έναν τρουβά με τα φαγητά για την μέρα μου και μου είπε:

-Οι γελάδις είνι στου αχούρ πίσου. Πάρτις κι σιακάτ να τς βόσκς.

 

Δεν είπα κουβέντα, τι μπορούσα να πω άλλωστε; Ακολούθησα την μοίρα μου. Πήρα τις δύο γελάδες, που είχαμε και ξεκίνησα νέα καριέρα. Τσομπανάκος! Όλη μέρα μακριά από το χωριό μακριά από φίλους και από το σπίτι. Από την δεύτερη κι όλας ημέρα, έμαθα πως τα γελάδια,  που θα έβοσκα θα γίνονταν τέσσερα, γιατί ο πατέρας μου είχε συμφωνήσει με τον μπάρμπα Αναστάση Παπαζά, να βόσκω και τις δικές του γελάδες. Για πληρωμή θα παίρναμε, ένα ντενεκέ σιτάρι για την κάθε γελάδα τον κάθε μήνα και επί πλέον ο μπάρμπα Αναστάσης θα μου έδινε κι ένα τάλιρο για το πανηγύρι του Αγ.Παντελεήμονα. Καταλάβαινα πως είχα πάθει μεγάλο χουνέρι, μα ήξερα πως δεν μπορούσε να αλλάξει τίποτα. Στα τσαίρια, παρέα στο καινούργιο επάγγελμά μου είχα  κι άλλα παιδιά όπως τον Τάκη τον Φάσιο, τον Βαγγέλη τον Γκουλούσιο, αλλά με κείνον, που κυρίως ήμασταν μαζί όλο το καλοκαίρι ήταν ο φίλος μου ο Γαρέφης. Τα βοσκούσαμε λοιπόν τα γελάδια όλη μέρα κάτω στον κάμπο σε διάφορα μέρη, που είχαν βοσκή. Πολλές φορές τα πηγαίναμε στα τσαίρια μας, "στα λιμάν τα τσαίρια". Εκεί την μια τα βοσκούσαμε στα δικά μας και την άλλη τα πηγαίναμε στου Γαρέφη τα τσαίρια, που ήταν λίγο πιο πέρα. Και φυσικά τα τσαίρια, που ήταν ενδιάμεσα, τα μαδούσαν οι γελάδες μας γιατί αυτές δεν ήξεραν, ότι δεν είναι δικά μας! Αυτό το λέγαμε κάθε φορά και ξεκαρδιζόμασταν, μέχρι που μας πήραν χαμπάρι και μας κυνήγησαν.

Μια μέρα, θυμάμαι από το πρωί, ενώ εμείς βοσκούσαμε τα γελάδια, έκανε την εμφάνισή της στην πλαγιά της ντούμπας[1], η Π. Σ, κοπέλα μεγαλύτερη από μας και όμορφη, όπως την βλέπαμε τότε, σκάλιζε το καπνό που είχαν εκεί πέρα και μείς δεν ξεκολλούσαμε τα μάτια μας από κει. Τώρα θα σκύψει, ύστερα θα σκύψει και θα δούμε. Αναστατωθήκαμε! Ντρεπόμασταν κι όλας στην σκέψη, πως θα μας έπαιρνε χαμπάρι, που την μπανίζαμε έτσι ξεδιάντροπα, όλη την μέρα αλλά δεν σταματήσαμε την δουλειά μας. Το χωράφι δεν τέλειωσε και καταλάβαμε, ότι το σκάλισμα θα συνεχίζονταν και την επόμενη μέρα. Οργανωθήκαμε λοιπόν, κάναμε ένα καλυβάκι από βέργες και βούζια, που το άνοιγμά του να βλέπει προς την ντούμπα. Την άλλη μέρα την περιμέναμε πρωί-πρωί να πιάσουμε δουλειά. Όταν πια ήλθε κλειστήκαμε μέσα στο καλυβάκι και βλέπαμε και δουλεύαμε. Αφοσιωθήκαμε τόσο πολύ στην δουλειά μας, ώστε ξεχάσαμε τα  γελάδια εντελώς. Και ξαφνικά μπροστά στο καλυβάκι είδαμε πόδια αλόγου. Το κεφάλι του καβαλάρη έσκυψε και είδε μέσα στο καλυβάκι και είπε:

-Τι ρε, γαβανούντια, γαβανούντια! Σας έφγαν  βρε τα γιλάδια!

Ήταν ο πατέρας του Γαρέφη κι από το ρεζιλίκι δεν ξέραμε που να κρυφτούμε. Καλύτερα να άνοιγε η γη και να μας κατάπινε.

Μεγάλο ρεζιλίκι πάθαμε λοιπόν. Όμως την ίδια μέρα εγώ έπαθα κι άλλη ζημιά. Ήταν βλέπεις παραμονή της Αγ. Παρασκευής και ο μπάρμπα Αναστάσης ο Παπαζάς μου είχε πληρώσει το μισθό μου, για το πανηγύρι του Αϊ Πιντιλιέμηνου[2]. Ένα ολόκληρο τάλιρο, που μέχρι τότε δεν είχα ξαναδεί το χρώμα του. Στην αμηχανία μας λοιπόν, από το ρεζιλίκι που είχαμε πάθει, δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Πήγαμε πιο κάτω όπου βρίσκονταν οι τεράστιες στοίβες άχυρο, που είχαν δημιουργηθεί από το αλώνισμα. Ανεβαίναμε απάνω στις στοίβες και πηδούσαμε προς τα κάτω. Όταν θυμήθηκα, ότι στην τσέπη μου είχα το τάλιρο, ήταν ήδη αργά. Το τάλιρο είχε χαθεί μέσα στα άχυρα. Είπαμε να ψάξουμε αλλά πού; Βρίσκεις ψύλλους στα άχυρα;

Καμιά φορά, που ο φίλος μου, ο γιατρός ο Γαρέφης, έρχεται από Γερμανία, όπου ζει τώρα βρισκόμαστε, τα θυμούμαστε και γελάμε.

Την μεθεπόμενη ήταν του Αγ. Παντελεήμονα και όπως όλοι οι εργαζόμενοι δεν πήγαμε κι εμείς στις δουλειές μας. Πρωί-πρωί έγινε ένας σαματάς στο σπίτι για το τι χαρτζιλίκι δικαιούμουνα τέτοια μέρα σαν εργαζόμενος. Θυμάμαι πως έκανα αγώνα να πάρω κάποιες δεκάρες παραπάνω από το δίφραγκο που μου είχε δώσει αρχικά ο πατέρας μου. Το τάληρο του Παπαζά το είχα χάσει, και είχαν γκρεμιστεί όλα τα όνειρα, που είχα κάνει για το πανηγύρι για κεράσματα σε κάποιες που τις είχαμε σταμπαρισμένες. Κατά τις 09.30, ντυμένοι στην τρίχα με τα καλύτερα ρούχα που διαθέταμε, βρεθήκαμε να τριγυρίζουμε κάτω από τις τεράστιες πουρναριές, που σκέπαζαν το χώρο του ξωκλησιού. Δεν θυμάμαι καν, αν πηγαίνοντας εκεί ανάβαμε  και κερί! Αυτό συνήθως το κάναμε την παραμονή, που γινόταν αγρυπνία εκεί και μαζεύονταν πολύς κόσμος, από όλα τα γύρω χωριά και ξενυχτούσαν  το εικόνισμα του Αγίου. Το πρωί εμείς δεν πηγαίναμε για εκκλησιασμούς αλλά για το πανηγύρι.

Όλος ο χώρος γύρω από το εξωκλήσι ήταν κατειλημμένος από τους πάγκους των μικροπωλητών. Πουλιόντουσαν παιχνίδια όλων των ειδών. Μπορούσες να παίξεις ποδοσφαιράκι, να αγοράσεις και να φας σάμαλι, πετειναράκια καραμελένια, μήλα με λιωμένη καραμέλα γύρω-γύρω, που έφερνε θυμάμαι o παππούς ο Ζαχαρατζής από το Ζαγκλιβέρι, να αγοράσεις της γριάς το μαλλί, παγωτά κασάτα από τον Λάμπο[3],  καθώς και ωραία δαμάσκηνα  μπομπότες[4] από τον "Μιχαήλου τς Ντασιάς". Και φυσικά μπορούσες να δεις φίλους και πολλά-πολλά κουρτσούδια. Όμως για όλα αυτά έπρεπε να έχεις αρκετά λεφτά. Κι εγώ, πανάθεμα τα έχασα στην στοίβα με τα άχυρα. Τι να κάνεις με τα δυο φραγκούδια και τις τέσσερις δεκάρες, που τελικά κατάφερα να αποσπάσω από τον πατέρα μου. Θυμάμαι λοιπόν, πως κάθε τόσο, καθώς γυρνούσαμε από πάγκο σε πάγκο συναντούσα τον φίλο και συνάδελφο τότε στα γελάδια και τώρα στο επάγγελμα, τον Γαρέφη, ο οποίος, μόλις με συναντούσε, έσφιγγε καλά τα ψιλά που είχε ανάμεσα στις δυο χούφτες του και τις κουνούσε μπροστά στα αφτιά μου για να ακούσω το θόρυβο από τις δεκάρες του και μου έλεγε:

-Κόμα πόσα  έχ'ς;

Θέλοντας να μάθει αν μου είχαν μείνει ακόμα τόσα πολλά, όσα είχε αυτός. Και μιλάμε για κεφάλαια! Δεκάρες ολόκληρες!. Για γέλια...

Το βράδυ τα καφενεία του Ανέστη Τζαντζαρούδη και του Ζαχαρούδη, καθώς και το εξοχικό του Κανάκη, ήταν συνήθως τέτοια μέρα φίσκα. Γλέντια μέχρι πρωίας. Οι περισσότεροι χωριανοί, φεύγοντας από το γλέντι πήγαιναν κατευθείαν για μάζεμα καπνού.

Δεν θυμάμαι πόσο μικρά ήμασταν, μα θυμάμαι σ ένα πανηγύρι που όλη μέρα με την αδερφή μου την Κατίνα μπουρλιάζαμε το μαραμένο  καπνό, που είχαν μαζέψει την προηγούμενη μέρα. Ήταν βλέπεις αμαρτία να μαζεύεις την μέρα του πανηγυριού. Μόλις νύχτωσε λοιπόν απαιτήσαμε από τον πατέρα μας να τηρήσει την υπόσχεση, που μας είχε δώσει, για να μας ξεγελάσει να δουλεύουμε. Μας είχε τάξει, πως θα μας πήγαινε το βράδυ να μας κεράσει στου Ανέστη, κι εμείς φυσικά ονειρευόμασταν τραπέζι πιασμένο, γλέντι νυχτιάτικο, χορούς και τέτοια. Αφού ντυθήκαμε λοιπόν, το απόγευμα ξεκινήσαμε όλο χαρά μαζί με τον πατέρας μας. Πήγαμε στου Ανέστη το καφενείο και σταθήκαμε μπροστά στον πάγκο. Ο πατέρας μας, ακούμπησε τον αγκώνα του πάνω στον πάγκο και με αέρα είπε στον Ανέστη:

-Δόσι δυο γκαζόζις ρε Ανέστη, για τα πιντιά.

κι εκείνος έσκυψε λίγο πιο μέσα, πήρε δυό γκαζόζες από την παγωνιέρα, από κείνες τις παλιές, που είχαν λαστιχένιο καπάκι κι ένα συρμάτινο μηχανισμό προσαρμοσμένο απάνω του, για να ανοίγει και τις έφερε και τις άνοιξε μπροστά μας, κάνοντας ένα πάφφφ και βγάζοντας παγωμένο αέρα από μέσα τους. Εμείς, πήραμε ο καθένας από μία, την σηκώσαμε και την ήπιαμε μονοκοπανιά. Πάγωσαν τα έντερά μας. Μετά ο πατέρας μου, μας είπε κρυφογελώντας:

-Αι τώρα, στου σπίτ να κμηθείτι. Τιλείουσι του πανηγύρ. Ταχειά θα φέρουμι πουλύ καπνό!!!

Έτσι έληξε άδοξα εκείνο το γλέντι.

Εδώ θα πρέπει να τονίσω ότι τα παλιότερα χρόνια, παρά το ότι η εκκλησία του χωριού λέγεται Αγ. Παρασκευή, πανηγύρι στο χωριό γινόταν τη μέρα του Αγ. Παντελεήμονα. Αργότερα σε πιο κοντινά μας χρόνια καθιερώθηκε να γίνεται πανηγύρι και την ημέρα του Αγ. Χριστόφορου, επειδή όπως αναφέρουνε οι δοξασίες, σε μια μεγάλη ξηρασία που έπληξε το χωριό, ξαναέβρεξε μόνον όταν έγινε λιτανεία την ημέρα του Αγ. Χριστόφορου. Το πανηγύρι συνοδεύεται από κουρμπάνι[5] στο οποίο σερβίρονταν αρχικά κουκιά και φασολάδα, τα οποία οι προσκυνητές έτρωγαν εκεί στην αυλή της εκκλησίας, κάτω από τις τεράστιες καρυδιές, που υπήρχαν τότε. Στη σημερινή του μορφή με σφάξιμο μοσχαριού και μαγείρεμά του, το κουρμπάνι γίνεται εδώ και 20 με 25 περίπου χρόνια.

Το ίδιο εκείνο καλοκαίρι, που έκανα τον τσοπανάκο, συνέβησαν θυμάμαι πολλά και διάφορα. Σχεδόν καμιά δεκαριά παιδιά είχαμε κάνει μια κυνηγετική θα έλεγα κοινοπραξία, που την ονομάζαμε "μισιαρά". Προφανώς η λέξη σήμαινε, ότι τα πουλιά, που θα σκοτώναμε, θα τα είχαμε όλοι από κοινού. Μισιάρικα δηλαδή. Έτσι για να μην υπάρχει αθέμιτος συναγωνισμός. Όλοι μας είχαμε την σφεντόνα μας και μάλιστα ψάχναμε για τις καλύτερες τσιαταλιές[6], για λόγους πρεστίζ αλλά και για πρακτικούς λόγους, γιατί μια καλή τσιαταλιά βοηθούσε στην καλή σκόπευση. Έκανε δηλαδή καλή πρακτικά την σαΐτα, την οποία εμείς ονομάζαμε λάστιχο[7]. Τα πουλιά δεν τα αφήναμε σε ησυχία και οι τσέπες μας ήταν πάντα γεμάτες από κατάλληλα διαλεγμένες πέτρες, που θα έπαιζαν το ρόλο του φυσιγγίου. Συκοφαγάδες, καρδερίνες, τσουτσουλιανοί, δρυοκολάπτες, μπλαγκαρίνες, σπουργίτια και πολλά ακόμη μικρότερα πουλιά, ήταν τα θηράματά μας.

Ο αρχηγός της ομάδας, ο Βαγγέλης ο Γκουλούσιος, μάζευε τα σκοτωμένα πουλιά, καθαρισμένα και πλυμένα και τα αλάτιζε και μετά τα τοποθετούσε σε ένα τσίγκινο δοχείο, για να διατηρηθούν μέχρι την ώρα, που θα γίνονταν πολλά, για να τα καταναλώσει όλη η ομάδα μαζί. Θυμάμαι πώς απάνω στον λόφο "ράντο", σε ένα χωμάτινο τοίχο, που είχε σχηματιστεί, από το κόψιμο του βουνού, για να γίνει ο δρόμος, υπήρχαν τρύπες, που ήταν οι φωλιές που κρύβονταν μέσα τα πουλιά, που τα  λέγαμε μπλαγκαρίνες. Χώναμε λοιπόν το χέρι μέσα στην τρύπα, για να πιάσουμε μπλαγκαρίνες, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο να πιάσουμε καμιά οχιά, που θα κρύβονταν μέσα, περιμένοντας κι εκείνη τα πουλιά. Οι μπλαγκαρίνες ήταν αρκετά μεγάλα πουλιά, αλλά πετούσαν συνεχώς και μάλιστα πολύ ψηλά για να μπορέσουμε διαφορετικά να τις σκοτώσουμε.

Εκεί στα χαμηλότερα σημεία του λόφου "ράντου", ένα μεσημέρι, μετά το κυνήγι πουλιών, που είχε προηγηθεί, καθίσαμε, εγώ και ο Βαγγέλης για  να φάμε. Ο καιρός δεν ήταν ο καλύτερος, γιατί ήδη είχαν αρχίσει να πέφτουν αστραπές και η μπόρα φαίνονταν ότι έρχονταν. Όμως έπρεπε να καθίσουμε και να περιμένουμε, για να φάμε ένα χέλι, που είχε φέρει ο Βαγγέλης στον τρουβά του και ήδη είχε ανάψει φωτιά και το ζέσταινε. Όταν φάγαμε το χέλι, μαζέψαμε τα γελάδια και φύγαμε γρήγορα, μα ήταν αργά. Η μπόρα μας είχε πιάσει στο δρόμο και προσπαθούσαμε να κρατηθούμε συνεχώς μακριά από δέντρα, γιατί φοβόμασταν τις αστραπές. Δεν θυμάμαι άλλη φορά να έκανα τόσους πολλούς σταυρούς και να είπα τόσες πολλές φορές την φράση "Παναγία μου-Παναγία μου". Θαρρώ ότι από τότε μου έμεινε ο  φόβος, που ακόμα έχω, για τα αστραπόβροντα.

Μια άλλη φορά, καθόμασταν πάνω στον λόφο "ράντο", κάτω από μια βελανιδιά, ενώ πιο κάτω τα γελάδια έβοσκαν και παρακολουθούσαμε τον ουρανό να είναι γεμάτος από μικρά-μικρά, ανεξάρτητα το καθένα, άσπρα, στρόγγυλα συννεφάκια. Μας φάνηκε πολύ περίεργο φαινόμενο. Όμως εκείνες τις μέρες πολλά πράγματα μας φαίνονταν περίεργα. Κάποιοι, λέγανε πως ήταν οι γιαχωβάδες, είχαν κυκλοφορήσει την φήμη, ότι έφθανε το τέλος του κόσμου. Μια φήμη, που ακόμα και σήμερα κάθε τόσο ξανακυκλοφορεί. Έφθασε λοιπόν και στο χωριό μας η φήμη κι άλλοι γελούσαν ακούγοντάς την κι άλλοι φοβόντουσαν. Δεν ξέρω μάλιστα, αν το ότι εκείνες τις μέρες πηγαίναμε και βοσκούσαμε συνεχώς τα γελάδια πάνω στο βουνό, ήταν τυχαίο, ή το είχαμε σχεδιάσει έτσι, για να είμαστε ψηλά όταν θα γινόταν η καταστροφή. Γιατί στο μυαλό μας η καταστροφή φάνταζε σαν ένας νέος κατακλυσμός τύπου "Νώε". Μέσα μου είχε φωλιάσει τόσος φόβος, που την προηγούμενη μέρα είχα πάρει και την μπάλα μου από το σπίτι και την μετέφερα στην παράγκα μας, νομίζοντας πώς έτσι θα την έσωζα, κάνοντας τον πατέρα μου να γελάει με τα καμώματά μου και να μου λεει:

-Πού βρε θα παίειζ μι τν μπάλα, άμα χαθεί η κόζμους;

Το ίδιο βράδυ, από νωρίς ο ουρανός σκεπάστηκε με σύννεφα κι άρχισε να αστράφτει και να βροντά. Η βροχή, που ακολούθησε ήταν τέτοια, που δεν θα την ξεχάσω. Ο κάμπος, σχεδόν ήταν συνεχώς φωτισμένος από τις αστραπές. Μπήκαμε και ξαπλώσαμε για να κοιμηθούμε μέσα στην αποθήκη, που είχαμε εκεί δίπλα στην παράγκα μας για να αποθηκεύουμε το καπνό. Θυμάμαι πως μαζί μας εκείνο το βράδυ είχαμε και την γιαγιά μας την Κούρκινα. Ένα αστροπελέκι έπεσε πιο κάτω, πάνω στου "Βασλιάνγκα", την παράγκα και πήραν φωτιά τα χόρτα, που φύλαγε εκεί. Μα τα χειρότερα δεν είχαν έρθει ακόμα. Σε λίγο δεχτήκαμε το πρώτο δυνατό ταρακούνημα. Ο πατέρας μου κουρασμένος είχε ήδη κοιμηθεί, μα στο πρώτο κούνημα, πετάχτηκε πάνω και φώναξε:

-Σεισμός! Σεισμός! Βγείτε όλοι έξω.

Σε δευτερόλεπτα βρεθήκαμε έξω μέσα στην βροχή, που μπροστά στο άλλο κακό δεν ήταν τίποτα. Οι δονήσεις συνεχίστηκαν όλη την νύχτα και μείς για να προφυλαχτούμε από την βροχή, που συνέχισε να πέφτει όλη νύχτα, λουφάξαμε  κάτω από το "αράνι", το πανί δηλαδή, που σκέπαζε και προφύλαγε από τις βροχές τις μπουρλιές του καπνού.

Τις επόμενες μέρες έφθασαν πληροφορίες, ότι τμήματα του χωριού Κρήμνη, που είναι λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα από το χωριό μας, είχαν βουλιάξει μέσα στην γη κι είχαν χαθεί εξ αιτίας του σεισμού. Για αρκετές μέρες δεν πατήσαμε στα σπίτια και κοιμόμασταν στα "αράνια". Όμως το "τέλος του κόσμου" δεν εγινε.

Το καλοκαίρι συνεχίστηκε. Η λαχτάρα του σεισμού  ξεχάστηκε. Δεν είχαμε βλέπεις τότε ούτε τηλεοράσεις, ούτε σεισμολόγους για να μας τα θυμίζουν με τα λεγόμενά τους.

Λίγες μέρες αργότερα, το τενεκεδάκι της "μισιαράς" γέμισε φίσκα από πουλιά. Έπρεπε να τα φάμε, πήρε την απόφαση ο Βαγγέλης. Έδωσε λοιπόν εντολές, ποιος θα φέρει λάδι, ποιος τηγάνι, ποιος πιρούνια και ποιος ότι άλλο χρειάζονταν, αλάτι, πιπέρι, κ.τ.λ. Όλοι φυσικά έκαναν ότι είπε ο αρχηγός, μόνο που το τηγάνι που έφερε κάποιος δεν είχε χερούλι, πράγμα, που δεν του δώσαμε και τόση σημασία και ο Στέργιος ο Αντριάς (Ανδρέου), έφερε μεν λάδι, αλλά πολύ λίγο. Μόλις το είδε ο Βαγγέλης έβαλε τις φωνές και τον έστειλε πίσω να φέρει κι άλλο. Κι όταν ο Στέργιος είπε ότι η μάνα του δεν του έδινε άλλο, ο Βαγγέλης του είπε:

-Πήγινι κι πάρι απ τν ανγκλησιά σας ή απ τουν "Αι Πιντιλιέμηνού σας!

λες και η εκκλησία και ο Αγ. Παντελεήμονας ήταν δικά τους, επειδή ο Στέργιος ήταν ανιψιός του παπα-Δημήτρη! Ο Στέργιος όμως αναγκάστηκε και πήγε και δεν ξέρω από που, μα έφερε κι άλλο λάδι.

Ανάψαμε την φωτιά, βάλαμε το λάδι στο τηγάνι και ρίξαμε κάποια πουλιά μέσα. Επειδή όμως το τηγάνι δεν είχε χερούλι, ο Βαγγέλης το κρατούσε με το χέρι του από το πλάι, με μία πατσαβούρα για να μην καίγεται το χέρι του, μέχρι  που τον έκαψε και πέταξε τηγάνι και πουλιά μέσα στη φωτιά και τις στάχτες. Από τα νεύρα του ο Βαγγέλης μας έβαλε και τα φάγαμε ωμά σχεδόν. Αυτή την κατάληξη είχε εκείνη μας η "μισιαρά".




[1] Ο λοφίσκος, που βρίσκεται στα τσαίρια. Του Μελισσά η ντούμπα.

[2] Άγιος Παντελεήμων

[3] Παγωτατζής καταγόμενος από το Αδάμ.

[4] Είδος νόστιμου δαμάσκηνου.

[5] Πανηγύρι με βράσιμο και σερβίρισμα φαγητού σε όλους τους εορτάζοντες.

[6] Η ξύλινη διχάλα της σαίτας.

[7] Λάστιχο,Σφεντόνα,Σαϊτα ήταν και τα τρία το ίδιο πράγμα.

Διαβάστηκε 347 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:57

Τελευταία άρθρα από τον/την bozatzidis

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ο θέρος Η βάλτα »
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

Σόμπορο

Σόμπορο
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό Χειμωνα να εχουμε ,ηπιο χωρις πολλες σκοτουρες Σόμπορο (14.11.17, 12:49)(18:12) 0
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες στο μεσον τουφθινοπωρου και βαλτωσαμε ,με το καλο ναρθει ο Χειμωνας τα πηρατε τα ξυλα σας φετος μου μοιαζει βαρυς θα ειναι . . τα λεμε του χρονου καλο υπνο Σόμπορο (10.10.17, 13:54)(18:12) 0
Βλ Λιγοτερη κινηση στο σομπορο η πολλη ειναι καταρα Σόμπορο (24.08.17, 14:01)(18:12) 0
Βλ σε σας πετυχατε να εχετε μια θεση στην ανωτατη εκπαιδευση συγχαρητηρια και κάντε το σταυρο σας να αλλαξει η οικονομική κατασταση στην πατριδα μας ωσπου να γίνετε ακαδημαίκοι πολιτες και για τους αλλους που δεν τα καταφεραν η ζωή δεν χαθηκε υπαρχουν και αλλες ευκαιριες γεροι να ειστε σιγουρα και για σας κατι περιμενει Σόμπορο (24.08.17, 13:58)(18:12) 0
Βλ Με το νερο καλέ τι γινεται τα φαγαμε τα 2,5 χρονια και το θεμα αλυτο Από λογια ..... Σόμπορο (02.05.17, 12:20)(18:12) 3
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό μηνα και από δω καλο καλοκαιρι Σόμπορο (02.05.17, 12:16)(18:12) 1
Βλ Καλημέρα Αδαμ ,μα τι κινηση ειναι αυτή .Γιατι δεν καλημεριζόμζστε εστω και ετσι μιας και βαριομαστε να πουμε καλημερα όταν ανταμωνουμε Σόμπορο (29.01.17, 08:51)(08:01) 2
Βλ λαθος στην παραδοση Σόμπορο (25.12.16, 19:42)(19:12) 4
Βλ Βρε παιδιά η δωρεα του παραδωσιακων μουσικων οργανων του Χρισ Χάλαρη στο Αδάμ τι γίνεται? την κλεισαμε στο σχολειο και εκει βαλτωνει Σόμπορο (25.12.16, 14:06)(14:12) 5
Βλ Εσεις που γραφατε που χαθηκατε ,η σελιδα νομιζω ότι πατωνει και αυτο ειναι κακο μια σελιδα που θα ζηλευαν μεγαλες πολεις Σόμπορο (25.12.16, 13:30)(13:12) 2
Βλ Χρονια πολλά Αδάμ όπου και αν βρισκεσαι στην πατριδα ή στα περατα του κόσμου και καλή χρονια να εχουμε με υγεία και ειρήνη Σόμπορο (25.12.16, 13:28)(13:12) 2
Βλ Αντε εμεις γενικως πεινάμε μα εσεις εκτος Ελλάδος δεν πεινάτε και δεν μπαίνετε να μας πειτε πως τα περνάτε Σόμπορο (20.09.16, 17:26)(18:12) 3
Βλ πάει και αυτή η σελιδα την επιασε και αυτή η οικονομικη κρίση Ντροπη μας Σόμπορο (20.09.16, 17:22)(18:12) 0
Βλ αντε βρε κουνηθειτε ,ετσι θα πάρουμε την Πόλη? Σόμπορο (26.07.16, 23:07)(23:07) 2
Βλ απο τοτε που το κανατε μοντέρνο adamiotes θαρρεις και κάτσατε πάνω τετοια καντεμιά Σόμπορο (26.07.16, 23:04)(23:07) 1
Βλ το βιβλιο θαναση πολυ καλό , οι αναμνησεις μας ζωντανευουν Σόμπορο (18.06.16, 11:54)(18:12) 1
thanasispap Βασίλη εντάξει,τα βρήκα.'Εφτεγε το ipad.. Σόμπορο (26.05.16, 03:06)(03:05) 2
bozatzidis Αφού φανεί το βιβλίο σε πλήρη οθόνη, όποιος θέλει να το κάνει ακόμη μεγαλύτερη, πατάει το εικονίδιο για ζουμ που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στα βελάκια. Είναι ο μεγεθυντικός φακός με το + Σόμπορο (25.05.16, 22:09)(22:05) 1
bozatzidis Για να πας στην προηγούμενη σελίδα δεν έχει να κάνει ποτέ με ένα site. Πατάς το πάνω αριστερό βελάκι του browser (mozzilla, chrome κλπ). Σόμπορο (25.05.16, 22:06)(22:05) 0
bozatzidis Θανάση ανεβάζω εικόνα που δείχνει που πρέπει να κλικάρεις για να δεις το βιβλίο σε πλήρη οθόνη. Σόμπορο (25.05.16, 22:05)(22:05) 0
You are not allowed to use shoutbox.