ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:47

Άνοιξη - Πάσχα

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Όταν τέλειωνε ο Φεβρουάριος θεωρούσαμε, πως ο χειμώνας είχε πλέον τελειώσει. Ας υπήρχε η παροιμία, "Μάρτης γδάρτης και παλουκοκαύτης". Εμείς  την πρώτη Μαρτίου φορούσαμε πρωί-πρωί τον "Μάρτη". Ήταν μια παλιά συνήθεια, που διατηρήθηκε μέχρι τα χρόνια μας. Η μάνα ετοίμαζε ένα κορδονάκι από κλωστές διαφόρων χρωμάτων για το κάθε παιδί  και το πρωί της 1ης του Μάρτη  τους το φορούσε. Αυτό σήμαινε ότι το καλοκαίρι ήταν κοντά και η κλωστή θα μας βοηθούσε να μη μας μαυρίσει ο ήλιος. Το μαύρισμα τότε δεν ήταν της μόδας όπως τώρα και η νεολαία το απέφευγε. Από την μέρα, που φορούσαμε τον "Μάρτη", αυτοδίκαια θυμάμαι μπορούσαμε να φοράμε και τα κοντομάνικα πουκάμισα, λες και είχαμε κάνει σύμβαση με τον Μάρτιο, ότι θα μας έκανε καλό καιρό.

 

Την ίδια μέρα και ένα άλλο γεγονός μας υπενθύμιζε την έλευση της άνοιξης. Ο παπάς του χωριού  γυρνούσε από σπίτι σε σπίτι και έκανε έναν περίεργο αγιασμό στα σπίτια, που είχε σχέση με τον ερχομό της άνοιξης. Ίσως βέβαια ο αγιασμός να γίνονταν για να δοθεί δύναμη στα αφεντικά για να αντεπεξέλθουν στις κουραστικές δουλειές, που θα ακολουθούσαν. Θυμάμαι ότι πίσω από τον παπά-Δημήτρη, ακολουθούσε πάντα ο ανιψιός του ο Στέργιος Αντριάς (Ανδρέου), ο οποίος κρατούσε στα χέρια του μια ξύλινη βάση, πάνω στην οποία υπήρχε μια περιστρεφόμενη μηχανικά ξύλινη χελιδόνα. Γύρω από την χελιδόνα τυλίγονταν ένα σχοινί. Μόλις ο Στέργιος τραβούσε το σχοινί η χελιδόνα άρχιζε να περιστρέφεται  κι ο Στέργιος άρχιζε το τραγούδι:

Χελιδόνα πέρασε

από την μαύρη θάλασσα,

έκατσε και λάλησε

λεει λεει και λαλεί

έξω ψύλλοι, έξω πουτκοί (ποντικοί)..

 

και δώστου να ξανατυλίγεται το σχοινί και να το τραβάει ξανά ο Στέργιος συνεχίζοντας το τραγούδι του. Στο τέλος βέβαια, πάντα ανταμείβονταν με καλό χαρτζιλίκι για τα όσα καλά έλεγε στο τραγούδι του για το σπίτι και τα αφεντικά.

Με την άνοιξη, μαζί με τις ομορφιές της φύσης, έρχονταν και το Πάσχα  κι η πρωτομαγιά.

Οι διακοπές του Πάσχα στο χωριό άρχιζαν με τον "Λάτζαρ(η)". Την ημέρα του Λαζάρου τότε είχαμε σχολείο. Δεν υπήρχε βλέπεις πενθήμερη εργασία τότε. Μόλις σχολνάγαμε λοιπόν, πηγαίναμε στα σπίτια μας να αφήσουμε τις τσάντες μας και μετά συναντιόμασταν παρέες-παρέες να πάμε να πούμε στα σπίτια τον "Λάτζαρ΄". Ήταν ένα είδος κάλαντα, που λέγονταν την ημέρα του Λαζάρου από τα παιδιά. Θυμάμαι ακόμα λίγα λόγια από το τραγούδι:

Νιέρ νιέρ δόμι αυγό

μι είπι η μάνα μ  να τραγδώ

κι η πατέρας ζουμ να π’δώ

στρούπ στρούπ στρούπ

και ταυτόχρονα κάναμε μικρά επιτόπια πηδηματάκια. Φυσικά οι νοικοκυραίοι μας αντάμειβαν με δώρα τα οποία σύμφωνα με την παράκλησή μας στο τραγούδι, ήταν αυγά.

Σχεδόν όλη την Μεγ. Εβδομάδα πηγαίναμε κάποιες προκαθορισμένες ώρες στο σχολείο, όπου  κάποιοι μεγάλοι αναλάμβαναν να μας μάθουν τα "εγκώμια" τα οποία θα τα λέγαμε, με την καθοδήγηση του εκπαιδευτού στην εκκλησία, το βράδυ της Μ. Παρασκευής. Το πρωί της Μ. Παρασκευής η λειτουργία γίνονταν πάντα στο ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής. Πρωί- πρωί φορούσαμε τα καλά μας ρούχα και παρέες-παρέες ανηφορίζαμε προς το ξωκλήσι. Εκεί αφού ανάβαμε τα κεριά μας, πίναμε αγίασμα από την πηγή, ρίχναμε και λίγο στις παλάμες μας και μετά τις σηκώναμε ψηλά, ώστε το νερό να πάει σε όλο το χέρι μας, μέχρι τις μασχάλες. Ύστερα απομακρυνόμασταν από τον χώρο, πηγαίνοντας συνήθως, πιο ψηλά στην ρεματιά, μέχρι του "κόρακα τ φουλιά". Εκεί περιμέναμε με τις ώρες να δούμε τον κόρακα να έρχεται για να ταίσει τα πουλιά του με κανένα αρνάκι, που θα είχε αρπάξει από κάποιο κοπάδι στον κάμπο, όπως μας έλεγαν στα παραμύθια.

 Μερικοί πιο τολμηροί, με μεγάλο κίνδυνο σκαρφάλωναν στον γκρεμό για να φθάσουν στην φωλιά για να δουν  τι υπήρχε μέσα. Όταν μεσημέριαζε παίρναμε την κατηφόρα να επιστρέψουμε στο χωριό. Απαραίτητα όμως έπρεπε να κόψουμε κλαδιά με τρυφερά φύλλα από τις αιωνόβιες φτελιές που είχε εκεί, για να ταίσουμε τα κατσικάκια, που μεγαλώναμε στα σπίτια, μέχρι να έρθει  το  Μ. Σάββατο και να σφαχτούν για να αποτελέσουν το φαγητό της Λαμπρής. Πολλοί από μας παράλληλα με τα κλωναράκια που φέρναμε για να φάνε τα κατσικάκια, φέρναμε στο σπίτι και μάλαθρο, που τον μαζεύαμε από το βουνό για να τον χρησιμοποιήσουν οι μάνες μας στο μαγείρεμα αυτού του ίδιου του κατσικιού.

Φυσικά δεν έλλειπαν τα παιχνίδια όλες αυτές τις μέρες. Όλοι μας βέβαια προετοιμαζόμασταν και για το βράδυ της Ανάστασης. Όχι φυσικά για το τι θα φοράμε αλλά για το τι πιστόλια και τι πυροτεχνήματα θα έχουμε το βράδυ εκείνο για να κάνουμε σαματά, μόλις ο παπάς θα έλεγε το Χριστός Ανέστη. Φυσικά δεν υπακούαμε ποτέ στις παραινέσεις των μεγάλων να τα αποφεύγουμε αυτά γιατί ήταν επικίνδυνα. Τα πιστόλια, οι τρακατρούκες, τα πυροτεχνήματα, έκαναν την εμφάνισή τους σχεδόν από την Μ. Δευτέρα. Μάλιστα θυμάμαι ότι είχαμε και πιστόλια μεταλλικά μέσα στα οποία τοποθετούσαμε τις τάπες. Ήταν κάτι τάπες από φελλό, που από την μια πλευρά είχαν ένα κενό, που το γέμιζαν με μπαρούτι και μόλις τραβούσε  ο πιτσιρικάς την σκανδάλη ακούγονταν ένας κρότος σαν πραγματικός πυροβολισμός. Εμείς όμως είχαμε βρει θυμάμαι κι άλλον τρόπο να χρησιμοποιούμε τις τάπες. Κόβαμε κομματάκια από χοντρό σύρμα, μήκους δέκα  εκατοστών περίπου, και τα λυγίζαμε, δίνοντάς τους κυκλικό σχήμα. Μετά ανοίγοντας προσεκτικά τις άκρες του σύρματος, τοποθετούσαμε ανάμεσά τους την τάπα. Ο μηχανισμός ήταν έτοιμος να εκραγεί μόλις έπεφτε με δύναμη κάπου.

 Κρυβόμασταν λοιπόν κάπου και μόλις βλέπαμε κάποιον να περπατά αμέριμνος στο δρόμο, πετάγαμε μπρος ή πίσω του τον μηχανισμό, που έσκαγε με θόρυβο, και τον  τρόμαζε. Μικροί τρομοκράτες δηλαδή. Ο μηχανισμός βέβαια δεν μπορούσε να προκαλέσει άλλο κακό εκτός από τρομάρα. Οι πιο ζωηροί, γρήγορα  τον μηχανισμό αυτό, τον μετέφεραν και μέσα στην εκκλησία και παρά τις φωνές των μεγάλων, έβρισκαν τον τρόπο κάπου-κάπου να πετάνε έναν κι εκεί μέσα. Όταν βέβαια γίνονταν αντιληπτοί έτρωγαν της χρονιάς τους.

Μία από κείνες τις χρονιές, ίσως να ήμουνα και δώδεκα ή δεκατριών χρονών, ήταν Μεγάλη Πέμπτη και ήμουνα ανεβασμένος στο δεξιό ψαλτήρι της εκκλησίας, κοντά στον μπάρμπα Θανάση τον Μπούκλα. Μαθητευόμενος ψάλτης κατ εντολή του πατέρα μου. Ήθελε να μάθω  αλλά και να μην συμμετέχω σε διάφορες αταξίες, που γίνονταν μέσα στην εκκλησία. Ο παπα-Δημήτρης είχε βγάλει ένα αναλόγιο έξω από την Ωραία Πύλη, και κάθε τόσο έβγαινε να πει το επόμενο Ευαγγέλιο κι οι λαμπάδες που κρατούσε ο κόσμος κάθε τόσο άναβαν και έσβηναν. Μια δυο φορές μέχρι τότε είχαν ακουστεί κάποιες τρακατρούκες που έπεσαν μέσα κι ο παπάς παρακάλεσε να μην ξανασυμβεί. Πίσω από το δεξιό ψαλτήρι ένα τσούρμο από πιτσιρικάδες της ηλικίας μου περίπου συνωστίζονταν, συζητούσαν και κάθε τόσο δέχονταν παρατηρήσεις από μεγάλους, του τύπου:

-Δεν ντρέπιστι, παέντι κι παρακάτ, μαθαίντι κι δυο γράμματα παραπάν.

Ο παπα Δημήτρης βγήκε για να πει ένα από τα τελευταία Ευαγγέλια. Έκανε συστάσεις στα παιδιά να κάνουν ησυχία. Τι το ήθελε όμως; Μόλις έσκυψε πάνω από το Ευαγγέλιο, κι ενώ ο κόσμος άναβε τις λαμπάδες του, ένα χέρι σηκώθηκε από το παιδικό τσούρμο και πέταξε προς τον παπά, έναν από τους γνωστούς μας χειροποίητους εκρηκτικούς μηχανισμούς. Η τάπα προσγειώθηκε πάνω στο σώμα του παπά και έσκασε με πάταγο. Ο κόσμος τρόμαξε, μα πιο πολύ από όλους ο παπάς. Κάποιοι γέλασαν, κι ο παπα-Δημήτρης που είχε προλάβει να δει ένα χέρι σηκωμένο, από κει που είχε φύγει ο μηχανισμός, παράτησε το Ευαγγέλιο και όρμηξε προς τα εκεί και πρόλαβε τον Τάκη τον Σιδερά, που μόλις συνειδητοποίησε τι έκανε, πήγε να το βάλει στα πόδια. Τον άρπαξε από λαιμό και ταρακουνώντας τον, του είπε αγανακτισμένος:

-Θα σι πνίξου ρε, παλιόπιδου.

Ο κόσμος μετά βίας κρατιόταν να μην γελάσει με τα κωμικοτραγικά, που συνέβαιναν. Ο παπάς μετά απ αυτό μπήκε στο ιερό, κι έβγαλε το πετραχήλι, που φορούσε, όταν διάβαζε τα Ευαγγέλια. Βγήκε από την πλαϊνή πύλη του ιερού, ενώ ο μπάρπα Αλέκος ο Σέρρας τον ακολουθούσε λέγοντας:

-Πάτερ,πάτερ σε παρακαλώ, μη φεύγεις πάτερ!

 Εκείνος όμως,  μουρμουρίζοντας παραπονεμένα κάτι, σαν:

-Σας κάνου κι Ανάστασ.....

σηκώθηκε και έφυγε από την εκκλησία. Ο κόσμος έμεινε σύξυλος, ενώ άλλοι δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα γέλια. Κάποιοι ήταν γυρισμένοι προς το τσούρμο των πιτσιρικάδων και τους έκαναν παρατηρήσεις. Φυσικά η μπόρα  τους έπαιρνε όλους, αθώους και μη.

Ο Θανάσης ο Γκουλούσιος, φοιτητής ή υποψήφιος φοιτητής τότε, έτρεξε πίσω από τον παπά, παρακαλώντας τον και καλοπιάνοντάς τον να μην φύγει, λέγοντας:

-Παπά, παππούλη, μη φεύγεις. Μη  το κάνεις αυτό στο χωριό. Είναι παιδιά. Μην αφήσεις  τους χωριανούς τέτοιες μέρες....

και άλλα τέτοια, μήπως τον καταφέρει και τον μεταπείσει. Ο παπα Δημήτρης όμως δεν έδινε σημασία  κι έφευγε. Πήρε τον δρόμο προς το Ζαγκλιβέρι, με τον Θανάση κολλημένο σχεδόν δίπλα του να τον παρακαλάει. Κι αυτός οργισμένος έλεγε και ξανάλεγε:

-Θα πάου στν Αστυνομία.

Όσο κι αν τον παρακάλεσε  δεν έκανε πίσω. Θα πήγαινε στο Αστυνομικό Τμήμα. Και όντως έτσι έγινε. Μόνο που μόλις έφθασε στην πόρτα, θες το πες-πες του Θανάση, θες ότι ξανασκέφτηκε το ρεζιλίκι του χωριού, θες σκέφτηκε ότι θα έκανε κακό στον Τάκη; Δίστασε να περάσει την πόρτα. Έκανε στροφή και μαζί με τον Θανάση επέστρεψαν στο χωριό και στην εκκλησία. Μπήκε στο ιερό, φόρεσε ξανά το πετραχήλι, που μόλις προ ολίγου είχε βγάλει, βγήκε στην Ωραία Πύλη και συνέχισε από κει, που είχε διακόψει. Να γελάς και να κλαις !

Ο παπα-Δημήτρης ήταν δικός μας άνθρωπος. Χωριανός μας. Αυτός μας βάφτισε, αυτός μας πρωτοκοινώνησε και δεν έχανε ευκαιρία να μας νουθετεί. Ήταν δικός μας παπάς. Θυμάμαι μια φορά, που ήμασταν εφτάχρονα παιδιά ακόμα τριγυρνούσαμε και παίζαμε κάτω από τις τεράστιες καρυδιές της εκκλησίας όταν είδαμε ξαφνικά τον παπά να βγάζει τα δόντια του και να τα πλένει. Μας έκανε μεγάλη εντύπωση. Προσπαθούσαμε όλοι να βγάλουμε τα δόντια μας, αλλά κανένας δεν μπορούσε. Τον πλησιάζαμε λοιπόν και τον παρακαλούσαμε, να τα ξαναβγάλει για να δούμε πώς το κάνει μήπως μπορέσουμε να τα βγάλουμε και εμείς. Στο μικρό μας το μυαλό δεν περνούσε η ιδέα πως ο παπάς είχε μασέλα και πιστεύαμε ότι έκανε θαύμα. Τον αγαπούσαμε τον παπά. Τώρα πώς του ήρθε του Τάκη να του πετάξει την τάπα στο κεφάλι; Ο διάβολος τον έβαλε; Το έκανε για να γελάσει ο κόσμος; Ποιος ξέρει;

Το πρωί του Μ. Σαββάτου, σφάζονταν στα σπίτια το κατσικάκι, που κάθε οικογένεια σχεδόν μεγάλωνε, για αυτή τη μέρα. Από αυτό θα γίνονταν η μαγειρίτσα του Μ. Σαββάτου καθώς και το φαγητό, της Λαμπρής, που θα το τρώγαμε μετά την δεύτερη Ανάσταση.Το δέρμα του κατσικιού θυμάμαι, πως το συμμαζεύαμε και το πουλούσαμε τα παιδιά στους χασάπηδες, για να εξοικονομήσουμε χαρτζιλίκι.

Νωρίς το βράδυ του Μ. Σαββάτου, σχεδόν με το ηλιοβασίλεμα, ο κόσμος τα χρόνια εκείνα έπεφτε και κοιμότανε για να ξυπνήσει με το χτύπημα της καμπάνας στις 11.00 και να πάει στην εκκλησία για την Ανάσταση, από όπου έφευγε μόνο μετά την Αναστάσιμη Ακολουθία.

Το πρωί της Κυριακής τα μικρά παιδιά πηγαίναμε τα κουλούρια και τα κόκκινα αυγά στους νονούς μας, που εκτός από τις ευχές τους, ε, πάντα και κάτι μας έδιναν. Μετά αν δεν τρώγαμε με τους νονούς μας, γυρνούσαμε στο σπίτι μας για να φάμε μαζί με τα βαφτιστήρια της οικογένειάς μας, τον Τάκη και την Γεωργία του Σιδερά, που τέτοια μέρα κι αυτοί ήταν πάντα στο σπίτι μας.Τις περισσότερες φορές στην παρέα ήταν και τα ξαδέλφια μας από την Θεσσαλονίκη, που κάθε Πάσχα έρχονταν στο χωριό.

Θα ήμουνα 8 η 9 χρονών. Από την αρχή της Μ. Εβδομάδας, είχαν έλθει στο χωριό τα ξαδέλφια μας, όπως το συνήθιζαν. Η αδελφή της μάνας μας, η θεια μας η Άννα, είχε παντρευτεί στην Θεσσαλονίκη, με δημόσιο υπάλληλο και ήταν καλοστεκούμενη οικονομικά σε σχέση με μας. Τα ξαδέλφια μας ήταν πάντα ντυμένα στην τρίχα και περιποιημένα κι όταν έρχονταν στο χωριό γίνονταν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος των παιδιών της ηλικίας μας. Ήρθε ο Κωστής ! Ήρθε η Γιάννα! Έλεγαν τα παιδιά.

Μας είδε λοιπόν η θεια μας με τι ρούχα ήμασταν ντυμένα και το συζήτησε με την μάνα μας. Πήγαν στο παζάρι, πήραν ύφασμα και σαν μοδίστρες, που ήταν και οι δυο, κάθισαν στην ραπτομηχανή, για να μας ράψουν ρούχα για την Ανάσταση. Πουκάμισα  για τα αγόρια και φουστάνια για τα κορίτσια. Ήμασταν βλέπεις και τέσσερα παιδιά. Έραβαν λοιπόν όλο το απόγευμα του Μ. Σαββάτου.

Από νωρίς το βράδυ, εμείς τα δυο μικρότερα παιδιά μαζί με τον ξάδελφο μας τον Κωστή, κοιμηθήκαμε στον παλιό τον νουντά, που αντί να έχει σανίδια στο πάτωμα, ήταν χρισμένο[1] με κοκκινόχωμα.

Παρά τις προσπάθειές τους, τελικά δεν τα κατάφεραν να τελειώσουν παρά μόνο τα ρούχα για τα μεγάλα μας αδέλφια, τον Κλεάνθη και την Σούλα. Όταν λοιπόν χτύπησε η καμπάνα κατά τις 11.00 και άρχισαν να ετοιμάζονται για την Ανάσταση, πήραμε χαμπάρι κι εμείς και ξυπνήσαμε, για να πάμε στην εκκλησία. Έλα όμως που τα ρούχα μας δεν ήταν έτοιμα! Κι η θεια μας για να μας ξεγελάσει μας είπε στα χωριάτικα, που δεν τα ξέχασε παρά το  ότι ζούσε στην πόλη:

-Κουκλουθήτι, κουκλουθήτι.Ίτς μη ξισκιπάζιστι. Έξου έχ ένα γόνα χιόν!.

Κι εμείς την πιστέψαμε και σκεπαστήκαμε συνεχίζοντας τον ύπνο μας. Κι ας ήταν προχωρημένος Μάιος.

 



[1] Στρωμένο.Συνηθίζονταν κάποια δωμάτια του σπιτιού να έχουν τέτοιο πάτωμα.Ίσως να ήταν αναγκαίο για την εκτροφή του μεταξοσκώληκα, γιατί στο χωριό παλιότερα ασχολούνταν και με την σηροτροφία, πράγμα, που φαίνονταν κι από τις πολλές μουριές που είχε το χωριό για το τάϊσμα των σκουληκιών.

Διαβάστηκε 372 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:57

Τελευταία άρθρα από τον/την bozatzidis

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Πώληση καπνού Ο θέρος »
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

Σόμπορο

Σόμπορο
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό Χειμωνα να εχουμε ,ηπιο χωρις πολλες σκοτουρες Σόμπορο (14.11.17, 12:49)(18:12) 0
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες στο μεσον τουφθινοπωρου και βαλτωσαμε ,με το καλο ναρθει ο Χειμωνας τα πηρατε τα ξυλα σας φετος μου μοιαζει βαρυς θα ειναι . . τα λεμε του χρονου καλο υπνο Σόμπορο (10.10.17, 13:54)(18:12) 0
Βλ Λιγοτερη κινηση στο σομπορο η πολλη ειναι καταρα Σόμπορο (24.08.17, 14:01)(18:12) 0
Βλ σε σας πετυχατε να εχετε μια θεση στην ανωτατη εκπαιδευση συγχαρητηρια και κάντε το σταυρο σας να αλλαξει η οικονομική κατασταση στην πατριδα μας ωσπου να γίνετε ακαδημαίκοι πολιτες και για τους αλλους που δεν τα καταφεραν η ζωή δεν χαθηκε υπαρχουν και αλλες ευκαιριες γεροι να ειστε σιγουρα και για σας κατι περιμενει Σόμπορο (24.08.17, 13:58)(18:12) 0
Βλ Με το νερο καλέ τι γινεται τα φαγαμε τα 2,5 χρονια και το θεμα αλυτο Από λογια ..... Σόμπορο (02.05.17, 12:20)(18:12) 3
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό μηνα και από δω καλο καλοκαιρι Σόμπορο (02.05.17, 12:16)(18:12) 1
Βλ Καλημέρα Αδαμ ,μα τι κινηση ειναι αυτή .Γιατι δεν καλημεριζόμζστε εστω και ετσι μιας και βαριομαστε να πουμε καλημερα όταν ανταμωνουμε Σόμπορο (29.01.17, 08:51)(08:01) 2
Βλ λαθος στην παραδοση Σόμπορο (25.12.16, 19:42)(19:12) 4
Βλ Βρε παιδιά η δωρεα του παραδωσιακων μουσικων οργανων του Χρισ Χάλαρη στο Αδάμ τι γίνεται? την κλεισαμε στο σχολειο και εκει βαλτωνει Σόμπορο (25.12.16, 14:06)(14:12) 5
Βλ Εσεις που γραφατε που χαθηκατε ,η σελιδα νομιζω ότι πατωνει και αυτο ειναι κακο μια σελιδα που θα ζηλευαν μεγαλες πολεις Σόμπορο (25.12.16, 13:30)(13:12) 2
Βλ Χρονια πολλά Αδάμ όπου και αν βρισκεσαι στην πατριδα ή στα περατα του κόσμου και καλή χρονια να εχουμε με υγεία και ειρήνη Σόμπορο (25.12.16, 13:28)(13:12) 2
Βλ Αντε εμεις γενικως πεινάμε μα εσεις εκτος Ελλάδος δεν πεινάτε και δεν μπαίνετε να μας πειτε πως τα περνάτε Σόμπορο (20.09.16, 17:26)(18:12) 3
Βλ πάει και αυτή η σελιδα την επιασε και αυτή η οικονομικη κρίση Ντροπη μας Σόμπορο (20.09.16, 17:22)(18:12) 0
Βλ αντε βρε κουνηθειτε ,ετσι θα πάρουμε την Πόλη? Σόμπορο (26.07.16, 23:07)(23:07) 2
Βλ απο τοτε που το κανατε μοντέρνο adamiotes θαρρεις και κάτσατε πάνω τετοια καντεμιά Σόμπορο (26.07.16, 23:04)(23:07) 1
Βλ το βιβλιο θαναση πολυ καλό , οι αναμνησεις μας ζωντανευουν Σόμπορο (18.06.16, 11:54)(18:12) 1
thanasispap Βασίλη εντάξει,τα βρήκα.'Εφτεγε το ipad.. Σόμπορο (26.05.16, 03:06)(03:05) 2
bozatzidis Αφού φανεί το βιβλίο σε πλήρη οθόνη, όποιος θέλει να το κάνει ακόμη μεγαλύτερη, πατάει το εικονίδιο για ζουμ που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στα βελάκια. Είναι ο μεγεθυντικός φακός με το + Σόμπορο (25.05.16, 22:09)(22:05) 1
bozatzidis Για να πας στην προηγούμενη σελίδα δεν έχει να κάνει ποτέ με ένα site. Πατάς το πάνω αριστερό βελάκι του browser (mozzilla, chrome κλπ). Σόμπορο (25.05.16, 22:06)(22:05) 0
bozatzidis Θανάση ανεβάζω εικόνα που δείχνει που πρέπει να κλικάρεις για να δεις το βιβλίο σε πλήρη οθόνη. Σόμπορο (25.05.16, 22:05)(22:05) 0
You are not allowed to use shoutbox.