ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:44

Η φούσκα

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Τον Δεκέμβριο, όταν έκλειναν τα σχολεία για τις γιορτές, σφάζονταν στα σπίτια και τα γουρούνια. Ήταν συνήθεια τα χρόνια εκείνα, κάθε οικογένεια να θρέφει και να μεγαλώνει ένα γουρουνάκι, το οποίο θα έσφαζε τις παραμονές των Χριστουγέννων. Τα γουρούνια ταίζονταν όλη την χρονιά με τα αποφάγια της οικογένειας, αλλά και με γιαρμά και με χόρτα, λάπατα, τσουκνάδες και άλλα, που μαζεύαμε από τα χωράφια της βάλτας. Όταν τα αγόραζαν από το παζάρι από το Ζαγκλιβέρι δεν πρέπει να ζύγιζαν πάνω από 4-5 κιλά κι όταν έρχονταν τα Χριστούγεννα, συνήθως ζύγιζαν γύρω στα 100 έως και 140 κιλά. Θηρία ολόκληρα δηλαδή. Από το κρέας του γουρουνιού γίνονταν τα λουκάνικα, που θυμάμαι τα κρεμάγαμε σε ένα κλειδωμένο δωμάτιο μέχρι να στεγνώσουν για να καταναλωθούν. Οι μεγάλοι μας έλεγαν ότι έπρεπε πρώτα να τα φωτίσει ο παπάς τα Φώτα και μετά θα είχαμε το δικαίωμα να τα φάμε. Το δωμάτιο με τα λουκάνικα θυμάμαι πως ήταν πάντα κλειδωμένο, για να μην μπουκάρουν οι "καρκαντζαλοί" και μας τα πάρουν. Και δεν ήταν λίγοι εκείνοι, που πειστικότατα μας έλεγαν, πως είχαν δει καρκαντζάλους να τρέχουν έχοντας στα χέρια τους λουκάνικα. Η αλήθεια είναι ότι τα κλείδωναν γιατί γίνονταν κλοπές.

 

Το βράδυ της πρωτοχρονιάς στα σπίτια αυτών, που είχαν σφάξει γουρούνια, είχανε συνήθως καλεσμένους. Θα μαγειρεύονταν το  πατσί. Θα μαγειρεύονταν δηλαδή τα ποδαράκια και η κοιλιά  και θα γίνονταν νοστιμότατος πατσάς. Μετά το φαγητό οι νοικοκυρές σέρβιραν συνήθως και χαλβά από σιμιγδάλι, που έκαναν  μόνες τους ή λαλαγκίτες,[1] που τις έκαναν εκείνη την ώρα και τις σέρβιραν ζεστές με ζάχαρη.

Από το κρέας του γουρουνιού ένα άλλο μέρος διαλέγονταν και γίνονταν μεγάλες- μεγάλες μερίδες, αλατίζονταν και αραδιάζονταν σε ειδικά κιούπια για να διατηρηθούν  για μεγάλο χρονικό διάστημα. Απ αυτές τις μοίρες τρώγαμε για μήνες ολόκληρους. Τα υπόλοιπα κομμάτια του γουρουνιού που ήταν γεμάτα λίπος τα έβραζαν σε μεγάλα καζάνια στο πλυσταριό και παρασκεύαζαν την "λίγδα", ένα είδος χοιρινού λίπους που το χρησιμοποιούσαν αντί λαδιού στα φαγητά, και πολλές φορές μας το αλείφανε αντί για βούτυρο πάνω σε φέτες ψωμιού, όπου βάζοντας και λίγο αλάτι μας φαίνονταν νοστιμότατο μέσα στην στέρησή μας. Το υπόλοιπο που έμενε από το βράσιμο του λίπους, ήταν τα τσιγαρίδια, τα οποία θυμάμαι ότι μας έβαζε η μάνα μου μαζί με ψωμί για να κόβουμε την πείνα μας στο σχολείο και πολλές φορές τα έβραζε μαζί με τραχανά και γίνονταν νοστιμότατο φαγητό.

 Την ημέρα που γίνονταν το σφάξιμο του γουρουνιού σ ένα σπίτι, μαζεύονταν εκεί κι άλλοι άντρες από την γειτονιά για να βοηθήσουν. Χρειάζονταν άτομα δυνατά για να ακινητοποιήσουν το ζώο ανάσκελα κάτω στην γη, ώσπου να μπορέσει ο σφάχτης να του κόψει το λαιμό. Το ζώο πάντα αντιστέκονταν και οι φωνές του ακούγονταν σ όλη την γειτονιά. Δεν ήταν δε λίγες οι φορές, που γουρούνι κατάφερνε με το μαχαίρι στο λαιμό να ξεφύγει από τους σφάχτες και να το κυνηγάνε στις γειτονιές.

Ακολουθούσε το γδάρσιμο του ζώου και η αφαίρεση των σπλάχνων. Στο πλυσταριό ταυτόχρονα ένα μεγάλο, καζάνι γεμάτο με νερό έβραζε, για να πλυθεί το εσωτερικό του ζώου. Οι πρώτοι μεζέδες έπεφταν ήδη στα κάρβουνα. Συκωτάκια, σπλήνες, γλυκάδια, επιλεγμένες μοίρες[2], καταναλώνονταν επί τόπου για να κεραστούν όσοι βοήθησαν στην δύσκολη δουλειά. Φυσικά το φαγητό συνοδεύονταν από καλό κρασί ή τσίπουρο. Εμείς, μικρά παιδιά τότε, μαζεμένοι γύρω σε μικρή απόσταση, παρακολουθούσαμε με απορία και φόβο τα τεκταινόμενα. Κι όταν έφτανε η ώρα να αφαιρέσουν τα έντερα, μετά με προσοχή, μη γεμίσει η κοιλιά του ζώου από ούρα, έκοβαν και αφαιρούσαν την ουροδόχο κύστη.

Μία τέτοια κύστη γουρουνιού, αποτέλεσε θυμάμαι την πρώτη μπάλα με την οποία έπαιξα ποδόσφαιρο. Η κύστη αποτελούσε έπαθλο για έναν από τους παρευρισκόμενους πιτσιρικάδες, που ήταν ιδιαίτερα σβέλτος. Και την σβελτάδα του αυτή έπρεπε να την δείξει εκεί με ένα ξεχωριστό τρόπο. Μάς έβαζαν λοιπόν στην σειρά, και με το σύνθημα έπρεπε να βγάλουμε έξω και να δείξουμε τα πουλιά μας. Νικητής ήταν αυτός πού θα το έβγαζε πρώτος. Αυτός έπαιρνε για έπαθλο την ουροδόχο κύστη του γουρουνιού. Την "φούσκα".

Την φούσκα την πλέναμε καλά και την ρίχναμε στην σβησμένη στάχτη, για λίγες ώρες. Αυτό, δεν κατάλαβα ποτέ μου γιατί το κάναμε. Ύστερα την φουσκώναμε, δέναμε τις εξόδους της και η μπάλα ήταν έτοιμη. Πηγαίναμε στο δρόμο, που οδηγούσε στο Ζαγκλιβέρι, στην Ζαγκλιβερνή στράτα, κι εκεί δίπλα στην " Αγιανάργυρη", όπως λέγαμε το ξωκλήσι των Αγίων Αναργύρων, ο αγώνας άρχιζε.

-Μέχρι τα πενήντα λέγαμε,

δηλαδή νικητής θα έβγαινε όποιος πρώτος έφθανε στα πενήντα γκολ. Ποτέ δεν έβγαινε νικητής γιατί πάντα η μπάλα, ύστερα από μία στραβοκλωτσιά έπεφτε πάνω στους φράχτες από παλιούρια, που είχαν όλα τα χωράφια εκεί γύρω και έκανε ένα ‘’Πάφφφφφ’’ κι έσκαγε. Το παιχνίδι τέλειωνε. Του χρόνου πάλι.

Σ ένα από τα παιχνίδια μας εκεί, με κανονική μπάλα, την άνοιξη, θυμάμαι σχεδόν είχαμε τσαλαπατήσει εντελώς το αγίλι[3] του μπάρμπα Ανηστάση του Ζαχαρούδη, που ήταν εκεί που είναι σήμερα, το σπίτι του θειου μου του Νικόλα του Παπαοικονόμου. Ο μπάρμπα Ανηστάσης το έμαθε από κάποιον και κατηφόρισε από το σπίτι του προς το αγίλι, για να μας κυνηγήσει. Με την πρώτη φωνή, που έβαλε εξαφανιστήκαμε προς τα κάτω. Όταν όμως βρεθήκαμε σε μια απόσταση ασφαλείας κι ενώ εκείνος φώναζε:

-Παλιόπιδα δεν ντρέπιστι, παέντι κι στο σχολειό κι μαθαίντι κι γράμματα,

αναθαρρέψαμε και αρχίσαμε να τον περιγελούμε. Ο Τάκης μάλιστα ο Βλάχος, άρπαξε μια πέτρα και του την πέταξε. Πρώτος στο σημάδι ο Τάκης, βρήκε στόχο. Η πέτρα χτύπησε τον μπάρμπα Ανηστάση στο κεφάλι. Μας κυνήγησε, μα πού να μας πιάσει; Κι όταν πια κουρασμένος σταμάτησε να μας κυνηγάει, ρώτησε φωνάζοντας:

-Τίν ς πιδί είσι ρε παλιουτόμαρου;

Σιγά μην του μαρτυρούσε ο ίδιος ο Τάκης τίνος παιδί ήταν. Και γελώντας του φώναξε:

-Του Στέφαν του Κουνόμου μπάρμπα....

Χαρήκαμε και γελάσαμε γιατί τον είχαμε κοροϊδέψει. Όταν όμως έφθασα στο σπίτι, διαπίστωσα πως δεν ήταν ακριβώς έτσι. Η μάνα μου κάθονταν κάτω από την ταράτσα μας και έκανε σόμπορο[4] με την θεια Φιλουμένη την Κουτουλάδινα και τις δυο Μαρίες, την Βλάχινα και την Λασκαρέσινα. Εγώ πιανόμουνα με τα δυο μου χέρια από μια στρόγγυλη, σιδερένια κολόνα που κρατούσε την μια γωνιά της ταράτσας, την αγκάλιαζα σχεδόν, και πατώντας κάτω στο τσιμέντο που είχε στη βάση της κολώνας, έδινα δύναμη και έπαιρνα πολλές στροφές γύρω-γύρω από την κολώνα. Αυτό το παιχνίδι το έκανα πολύ συχνά.

 Το περιστατικό με τον Ανηστάση το είχα ξεχάσει, ώσπου άνοιξε η εξώπορτα και φουρκισμένος μπήκε στην αυλή ο πατέρας μου. Δεν γύρισε να μας δει, ούτε κι είπε κουβέντα, παρά μόνο πήγε στην σκαμνιά που είχαμε στην αυλή και με δύναμη τράβηξε μια βέργα. Προχώρησε πιο πίσω και μένα "φράστ’’ πέταξε τα φύλλα της βέργας στο μοσχάρι για να τα φαει, ενώ η μάνα μου του έλεγε:

-Στέφανι, του τάισα ιγώ του μουσκάρ.

-Δεν πειράζ', θα του ταίσου κι ιγώ, είπε εκείνος...

Την πρώτη βιτσιά στα πόδια μου δεν την κατάλαβα. Δεν μπορούσα να το καταλάβω. Δεν το περίμενα. Αλλά καθώς εγώ γυρνούσα γύρω από την κολώνα για να αποφεύγω τις βιτσιές, όποιες προλάβαινα, προσπαθούσα να καταλάβω το γιατί. Τήν ίδια στιγμή η μάνα μου προσπαθούσε απελπισμένα και χωρίς να το καταφέρνει, να του πιάσει το χέρι και να του πάρει την βέργα, για να σταματήσει τον ξυλοδαρμό μου. Κι όταν πια αποκαμωμένος σταμάτησε κι ενώ τα πόδια μου είχαν κοκκινίσει, επιτέλους απάντησε στο απεγνωσμένο ερωτηματικό της μάνας μου:

-Γιατί βρε Στέφανι;....

-Θα τουν μάθου ιγώ να πιτάει πέτρις. Έσπασι του κεφάλ του Ανηστάσ του Ζαχαρούδ!

Παρά τα κλάματά μου και τις διαβεβαιώσεις μου ότι δεν το είχα κάνει εγώ, δεν με πίστεψε. Αρνιόμουνα βλέπεις να γίνω και προδότης και να μαρτυρήσω ποιος το είχε κάνει και έτσι δεν πείθονταν.

Την άλλη μέρα θυμάμαι, πήγαμε στο μπακάλικο του Βλάχου, για να ψωνίσει κάτι και να πάρω εγώ τα ψώνια στο σπίτι, κι ο μπάρμπα Γιώργης τον ρώτησε:

-Τι βρε Στέφανι, χτες φωνιές άκουσα, τουν έδειρις; Γιατί;

-Θα τουν μάθου ιγώ, απάντησε, να ρίχν πέτρις στουν Ανηστάσ.

Κι ο Τάκης που στέκονταν δίπλα στον πατέρα του, από την μέσα μεριά του πάγκου πετάχτηκε:

-Άα... ιγώ την πέταξα την πέτρα, είπε λες και του πήραν το βραβείο για την πράξη του.

-Κι καλά ρε, γιατί ιμένα μ είπι η Ανηστάης, ότι τουν χτύπσει η Θανάης.

-Α!.. Μι ρώτσει τίν'ς πιδί είμι κι τουν κορόιδιψα κι τουν είπα τ Στέφαν τ Κουνόμ.

Τότε ο πατέρας του Τάκη γύρισε τον κοίταξε και του είπε:

-Τάκη πέρνα μεσ στου νουντούδ[5].

Φυσικά ο Τάκης έφαγε και αυτός της χρονιάς του.

Η υπόθεση διαλευκάνθηκε. Αθώος!. Τι να το κάνω όμως; Ήταν ένα ξύλο άδικο που δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Δεν έφθανε αυτό που δικαίως έτρωγα; Αυτό το περιστατικό το θυμάμαι και το συζητάω πάντα όταν βρισκόμαστε με τον καλό μου φίλο τον Τάκη τον Βλάχο και γελούμε.

 



[1] Γλυκό από ζυμάρι, που γίνονταν στο τηγάνι με λάδι.Λουκουμάδες.

[2] Μερίδες, Μπριζόλες.

[3] Χωράφι κοντά στο χωριό, όπου φυτεύονταν στάρι για να το φάνε φρέσκο τα ζώα, αλλά και κρεμμυδάκια, μαρουλάκια και χασλαμάδες καμιά φορά.

[4] Κουτσομπολιό, συζήτηση με τις γειτόνισσες.

[5] Μικρό δωμάτιο, συνήθως στο ισόγειο του σπιτιού, που χρησιμοποιούνταν για πρόχειρο.

Διαβάστηκε 354 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:58

Τελευταία άρθρα από τον/την bozatzidis

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Η "Μάνα" Ο Παρταλάς »
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

Σόμπορο

Σόμπορο
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό Χειμωνα να εχουμε ,ηπιο χωρις πολλες σκοτουρες Σόμπορο (14.11.17, 12:49)(18:12) 0
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες στο μεσον τουφθινοπωρου και βαλτωσαμε ,με το καλο ναρθει ο Χειμωνας τα πηρατε τα ξυλα σας φετος μου μοιαζει βαρυς θα ειναι . . τα λεμε του χρονου καλο υπνο Σόμπορο (10.10.17, 13:54)(18:12) 0
Βλ Λιγοτερη κινηση στο σομπορο η πολλη ειναι καταρα Σόμπορο (24.08.17, 14:01)(18:12) 0
Βλ σε σας πετυχατε να εχετε μια θεση στην ανωτατη εκπαιδευση συγχαρητηρια και κάντε το σταυρο σας να αλλαξει η οικονομική κατασταση στην πατριδα μας ωσπου να γίνετε ακαδημαίκοι πολιτες και για τους αλλους που δεν τα καταφεραν η ζωή δεν χαθηκε υπαρχουν και αλλες ευκαιριες γεροι να ειστε σιγουρα και για σας κατι περιμενει Σόμπορο (24.08.17, 13:58)(18:12) 0
Βλ Με το νερο καλέ τι γινεται τα φαγαμε τα 2,5 χρονια και το θεμα αλυτο Από λογια ..... Σόμπορο (02.05.17, 12:20)(18:12) 3
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό μηνα και από δω καλο καλοκαιρι Σόμπορο (02.05.17, 12:16)(18:12) 1
Βλ Καλημέρα Αδαμ ,μα τι κινηση ειναι αυτή .Γιατι δεν καλημεριζόμζστε εστω και ετσι μιας και βαριομαστε να πουμε καλημερα όταν ανταμωνουμε Σόμπορο (29.01.17, 08:51)(08:01) 2
Βλ λαθος στην παραδοση Σόμπορο (25.12.16, 19:42)(19:12) 4
Βλ Βρε παιδιά η δωρεα του παραδωσιακων μουσικων οργανων του Χρισ Χάλαρη στο Αδάμ τι γίνεται? την κλεισαμε στο σχολειο και εκει βαλτωνει Σόμπορο (25.12.16, 14:06)(14:12) 5
Βλ Εσεις που γραφατε που χαθηκατε ,η σελιδα νομιζω ότι πατωνει και αυτο ειναι κακο μια σελιδα που θα ζηλευαν μεγαλες πολεις Σόμπορο (25.12.16, 13:30)(13:12) 2
Βλ Χρονια πολλά Αδάμ όπου και αν βρισκεσαι στην πατριδα ή στα περατα του κόσμου και καλή χρονια να εχουμε με υγεία και ειρήνη Σόμπορο (25.12.16, 13:28)(13:12) 2
Βλ Αντε εμεις γενικως πεινάμε μα εσεις εκτος Ελλάδος δεν πεινάτε και δεν μπαίνετε να μας πειτε πως τα περνάτε Σόμπορο (20.09.16, 17:26)(18:12) 3
Βλ πάει και αυτή η σελιδα την επιασε και αυτή η οικονομικη κρίση Ντροπη μας Σόμπορο (20.09.16, 17:22)(18:12) 0
Βλ αντε βρε κουνηθειτε ,ετσι θα πάρουμε την Πόλη? Σόμπορο (26.07.16, 23:07)(23:07) 2
Βλ απο τοτε που το κανατε μοντέρνο adamiotes θαρρεις και κάτσατε πάνω τετοια καντεμιά Σόμπορο (26.07.16, 23:04)(23:07) 1
Βλ το βιβλιο θαναση πολυ καλό , οι αναμνησεις μας ζωντανευουν Σόμπορο (18.06.16, 11:54)(18:12) 1
thanasispap Βασίλη εντάξει,τα βρήκα.'Εφτεγε το ipad.. Σόμπορο (26.05.16, 03:06)(03:05) 2
bozatzidis Αφού φανεί το βιβλίο σε πλήρη οθόνη, όποιος θέλει να το κάνει ακόμη μεγαλύτερη, πατάει το εικονίδιο για ζουμ που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στα βελάκια. Είναι ο μεγεθυντικός φακός με το + Σόμπορο (25.05.16, 22:09)(22:05) 1
bozatzidis Για να πας στην προηγούμενη σελίδα δεν έχει να κάνει ποτέ με ένα site. Πατάς το πάνω αριστερό βελάκι του browser (mozzilla, chrome κλπ). Σόμπορο (25.05.16, 22:06)(22:05) 0
bozatzidis Θανάση ανεβάζω εικόνα που δείχνει που πρέπει να κλικάρεις για να δεις το βιβλίο σε πλήρη οθόνη. Σόμπορο (25.05.16, 22:05)(22:05) 0
You are not allowed to use shoutbox.