ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:43

Η "Μάνα"

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Το χειμώνα, κλεινόμασταν από νωρίς στα σπίτια, μαζευόμασταν γύρω από την "γωνιά", έτσι λέγαμε το χώρο γύρω απ το τζάκι, κι εκεί ζεσταινόμασταν, ενόσω η κατσαρόλα σιγόβραζε πάνω στην πυροστιά το φαγητό. Συχνά, όταν είχαμε την τύχη να κατέβουν στο χωριό οι Ραβνιώτες καστανάδες, ρίχναμε στην χόβολη λίγα κάστανα να ψηθούν, ενώ ακούγαμε διάφορες ιστορίες από τους μεγάλους οι οποίοι συνήθως έστριβαν το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και συνεχώς κάπνιζαν.

Γιατί να μην τον κάνουν άλλωστε; Αφού καπνό είχαν δικό τους και φωτιά για άναμμα πάντα πρόχειρη μπροστά τους. Πολλές φορές γίνονταν ανταλλαγή επισκέψεων τα βράδια για να κάνουν "μουχαμπέτι" και να περάσει η ώρα. 

Λέγονταν ότι σχεδόν κάθε χειμωνιάτικο βράδυ, τα δυο αδέλφια Νικόλας και Μανόλης Γεωργάκας, επισκέπτονταν ο ένας τον άλλον για να βρεθούν και να τα πουν, όπως έκανε ο πολύς κόσμος. Οι δυο τους ήταν τύποι κλειστοί, λιγομίλητοι και σκεφτικοί. Σπάνια αντάλλασσαν κουβέντα με άνθρωπο. Κάθονταν λοιπόν κάθε βράδυ οι δυο τους μπροστά στο τζάκι άλλοτε του ενός κι άλλοτε του άλλου και δεν αντάλλαζαν όλη την νύκτα κουβέντα. Μόνο κάθε τόσο, ο ένας έπαιρνε την ταμπακέρα του, που την είχε ακουμπισμένη μπροστά του, πάνω στην γωνιά, άναβε τσιγάρο και την έσπρωχνε προς τον άλλο, ο οποίος τον μιμούνταν. Κι έτσι τσιγάρο το τσιγάρο, περνούσαν τα μεσάνυκτα. Τότε ο επισκέπτης σηκώνονταν κι έλεγε:

-Άιντι Νκόλα, καλό βράδ κι ότ είπαμι ιδώ ν απομείν!

Κι ας μην είχαν ανταλλάξει κουβέντα όλη νύκτα μεταξύ τους.

Ανταλλαγή επισκέψεων κάναμε κι εμείς τα μικρά παιδιά. Θυμάμαι, πως δεν ήταν λίγες οι φορές, που πηγαίναμε και κοιμόμασταν τα βράδια μαζί με τα ξαδέρφια μας. Έτσι μας έλεγαν ότι γίνονταν η σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ συγγενών. Σήμερα που το σκέφτομαι όμως πιστεύω ότι στα σπίτια μας τα βράδια, που φεύγαμε πρέπει να γίνονταν και κάποια άλλη σύσφιξη, ο θεός να με συγχωρέσει για τις τωρινές πονηρές μου σκέψεις.

Ηλεκτρικό ρεύμα δεν είχαμε, επομένως δεν είχαμε και τα μέσα ψυχαγωγίας που χρειάζονταν ηλεκτρισμό κι οι νύκτες ήταν ατέλειωτες. Κι όμως το χωριό μας απείχε μόνο 40 χιλ. από το δεύτερο αστικό κέντρο της χώρας. Τις νύκτες κινούμασταν και διαβάζαμε με γκαζόλαμπες κι αυτό συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 60. Εγώ τουλάχιστον που τέλειωσα Γυμνάσιο κι έφυγα το 1964 από το χωριό για να σπουδάσω, δεν πρόλαβα να διαβάσω με ηλεκτρικό φως στο χωριό. Σήμερα το λεω αυτό στα παιδιά μου και γελάνε. Φοβάμαι δε ότι δεν με πιστεύουν καν. Μαύρα χρόνια.

Η έλλειψη του ηλεκτρισμού σήμαινε ότι δεν είχαμε φούρνους ηλεκτρικούς, πλυντήρια, κουζίνες και όλα γενικά τα ηλεκτρικά ήδη, που σήμερα έχουν κατακλείσει την ζωή μας, και την έχουν κάνει πιο εύκολη.

Τα φαγητά τότε μαγειρεύονταν  πάνω στην πυροστιά, που από κάτω της έκαιγαν ξύλα. Συνήθως αυτό για τους καλοκαιρινούς μήνες γίνονταν στο πλυσταριό, ενώ το χειμώνα στο τζάκι, που έκαιγε συνεχώς. Χύτρες ταχύτητας φυσικά δεν υπήρχαν και το επί πολλές ώρες σιγανό βράσιμο του φαγητού, το έκανε νοστιμότατο. Ίσως βέβαια στην νοστιμιά να συνέβαλε και η φωτιά από ξύλα, ίσως και η αγνότητα των υλικών, λάδια, αλάτια, κ.τ.λ. Ίσως όμως και να μας φαίνονταν τόσο νόστιμα τα φαγητά, επειδή κατά γενική ομολογία τα  στερούμασταν.

Φούρνοι, που να παρασκευάζουν ψωμί, για τον κόσμο επίσης δεν υπήρχαν και η κάθε νοικοκυρά, έκανε το ψωμί για την οικογένειά της, που διατηρούνταν επί ολόκληρη εβδομάδα θυμάμαι, χωρίς να μουχλιάζει ή να αλλοιώνεται. Το κάθε σπίτι, έκανε με το δικό του σιτάρι αλεύρι, στους αλευρόμυλους του Βογιατζή και του Χαδιάρη (Διαβάτη) στο Αδάμ ή στου Καμαρούδη και του Καρολίδη στο Ζαγκλιβέρι, που λειτουργούσαν ακόμη κι όταν έπαψε να λειτουργεί ο μύλος του παππού του Χαδιάρη. Θυμάμαι την μάνα μου, όταν ζύμωνε, έβαζε μετά τα ψωμιά στις θήκες μιας μακρόστενης ξύλινης λεκάνης, που την έλεγαν "πνακουτή" και τα σκέπαζε από πάνω για να ζεσταθούν και να φουσκώσουν, για να τα βάλει μετά στον φούρνο. Τα ψωμιά, που έκαναν οι νοικοκυρές τα ξεχωρίζαμε σε "πλαστά" όταν τα ψωμιά ήταν μεγάλα και σε "φτηνάδια" όταν τα ψωμιά ήταν μικρότερα. Έκαναν και μικρά ψωμάκια, σαν πίτες περίπου, από αυτές που χρησιμοποιούν σήμερα τα σαντουϊτσάδικα, που τα ονομάζαμε "κλίκια", καθώς επίσης και ωραιότατες νιβατές[1]. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού. Η γειτονιά πάντα ήξερε, από την ωραία μυρωδιά, ποια γειτόνισσα φούρνιζε. Κι όταν έβγαιναν τα "κλίκια", τα ανοίγαμε στη μέση, και ανάμεσα από τις δυό ψημένες πλευρές βάζαμε τυρί και το τρώγαμε. Στο φούρνο μαζί με τα ψωμιά απαραίτητα πάντα ψήνονταν και μια τουλάχιστον πίτα. Ωραίες χορτόπιτες από τσουκνάδες, που μαζεύαμε από τον κάμπο και ωραίες ρυζοτυρόπιτες. Όταν φούρνιζε η μακαρίτισσα η μάνα μου, όλο εκεί γύρω στο φούρνο τριγυρνούσα για να φαω "κλικ" και πίτα. Τρελαινόμουνα! Τα ψωμιά, συνήθως έφθαναν για μια εβδομάδα, μόνο που στο τέλος ξεραίνονταν και δεν τρώγονταν πια.

Ψυγείο στα σπίτια δεν υπήρχε και η συντήρηση των τροφίμων, κυρίως τυρί- βούτυρο, γίνονταν στο "φανάρι", ένα κουτάκι με σίτα ψιλή γύρω-γύρω, για να μην μπορούν μύγες και ποντίκια να πλησιάζουν τα φαγητά, το οποίο συνήθως ήταν κρεμασμένο σε μια ξυλοκολώνα, στο πιο δροσερό μέρος του σπιτιού, στο κατώι. Οι πιο τυχεροί ήταν, όσοι τύχαινε να έχουν πηγάδι στο σπίτι τους, γιατί αυτό έπαιζε το ρόλο του ψυγείου, κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν κατέβαιναν στα βαθιά νερά τους με κουβάδες τρόφιμα, μα κυρίως καρπούζια και πεπόνια.

Το πλύσιμο των ρούχων γίνονταν με τα χέρια, μέσα σε τεράστιες λεκάνες από αλουμίνιο, τις κουπάνες. Για  τα πιο δύσκολα ρούχα, πήγαιναν στην βρύση του Κανάκη κι εκεί τα χτυπούσαν επί ώρες μ έναν "κόπανο", που έμοιαζε με ξύλινο κουπί. Ύστερα τα βουτούσαν στο καθαρό νερό μιας τεράστιας κουπάνας, που είχε εκεί και ξανά πάλι από την αρχή με τον κόπανο, τάκα-τούκα, τάκα-τούκα.

Στρωσίδια, χαλάκια, κουβέρτες, διάδρομοι, σκεπάσματα, ποδιές αλλά και ρούχα για τους ηλικιωμένους γίνονταν από τις νοικοκυρές στον αργαλειό, που όλα τα σπίτια διέθεταν τότε. Στους αργαλειούς έγιναν υφαντά που διατηρούνται ακόμα και σήμερα και μάλιστα σε άριστη κατάσταση και στολίζουν και εξυπηρετούν πολλά σπίτια.

Τον Δεκέμβριο, κάποιες φορές, πιτσιρίκια προσχολικής ίσως ηλικίας ακόμη, πηγαίναμε στο βουνό κοντά στο κοπάδι  με τα χωριάτικα γίδια, που τα έβοσκε ένας βοσκός, που κάθε χρόνο συμφωνούσε, έκανε δηλαδή κάποιου είδους σύμβαση με τους χωριανούς, για να τους βόσκει τα γίδια που είχε ο καθένας στο σπίτι του. Τσομπάνηδες στα "χωριάτικα" γίδια θυμάμαι είχαν διατελέσει ο μπάρμπα- Ανδρέας ο Κιάτσιος, ο μπάρμπα- Στέφανος ο Φιγκιώρης και ο μπάρμπα-Χαρίσης ο Τιάγκος. Πηγαίναμε λοιπόν στο βουνό με χιόνια με κακοκαιρίες και ξεπαγιάζαμε κοντά στον τσομπάνη, περιμένοντας να γεννηθεί κανένα κατσικάκι, να δούμε την  γέννα. Καθόμασταν και παρακολουθούσαμε όλη την γέννα μέχρι  και την στιγμή που η μάνα μέσα στην παγωνιά γλείφοντας αφαιρούσε πάνω απ το σωματάκι του μικρού τα υγρά και τα αίματα της γέννας. Μετά θυμάμαι ένα από τα παιδιά έπαιρνε το κατσικάκι αγκαλιά κι όλοι μας, μαζί και η μάνα του κατσικιού ακολουθώντας μας πηγαίναμε στο σπίτι του αφεντικού της κατσίκας και του παραδίναμε μωρό και μάνα. Συχνά παίρναμε και χαρτζιλίκι από κανέναν που ήταν χουβαρντάς.

Η παρακολούθηση της γέννας ήταν μία εμπειρία που δεν την δίδασκαν ούτε δέκα πανεπιστήμια. Άδικα οι μεγάλοι προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι τα παιδιά τα έφερνε η βαβά[2] η Μπούκλινα από μία τεράστια πέτρα που υπήρχε στο λάκκο της Αγίας Παρασκευής και που την ονομάζαμε "Μάνα". Ήταν κάποιες φορές βέβαια, που πες -πες το ψιλοπιστεύαμε, αν και όλοι μας είχαμε παρακολουθήσει κατσίκα ή γελάδα να γεννά. Πηγαίναμε λοιπόν, τότε για να λύσουμε την απορία μας, κι ανεβαίναμε πάνω στην τεράστια εκείνη πέτρα και στήναμε αφτί για να ακούσουμε, αν από μέσα ακούγονταν κλάματα παιδιών. Το αν και πόσο πιστεύαμε αυτές τις ιστορίες φαίνεται από την παρακάτω ιστορία που πολλές φορές άκουσα να την λένε οι μεγάλοι γελώντας, από τα παιδικά μου ακόμα χρόνια.

Ο Άγγελος ο Γιωργανάς, παππούς με εγγόνια και ίσως και με δισέγγονα τώρα, ήταν σαν παιδί πολύ ζωηρός. Η μάνα του λοιπόν προσπαθώντας να τον αποσπάσει από τις αταξίες, του έλεγε:

-Άγγιλι μπρε. Έλα μπρε πιδί μ  να σι πω. Να! ξέρ'ς; του Γιώργου (τον Γιώργο τον Κούρο ή Λιάρο), θα τ ς φέρ η βαβά η μπούκλινα απ τν Μάνα ένα μκρό πιδούδ!

Κι ο Άγγελος, που από καιρό την έβλεπε την θεια την Κούρινα που πάχαινε και φούσκωνε, με την παιδιάστικη αφέλεια του, της απάντησε:

-Καλά, καλά. Μα είνι κι η μάνα τς γκαστρουμένην όμους!

Και η μάνα του έμεινε άγαλμα από τις γνώσεις του μικρού.

Ένας από τους τσοπάνους που είχαν βοσκήσει το κοπάδι με τα γίδια του χωριού ήταν ο μπάρμπα-Χαρίσης ο Τιάγκος. Λεβέντης και γλεντζές, αλλά πάνω απ όλα πολυφαγάς. Έκανε λοιπόν την σύμβασή του με τους χωριανούς. Τα γίδια, θα τα πήγαινε κάθε νοικοκύρης κάθε πρωί ως τις 07.30 στο λάκκο μπροστά στην εκκλησία και θα τα έπαιρνε από κει το ηλιοβασίλεμα, αν και τα περισσότερα γίδια ήξεραν το σπίτι τους και πήγαιναν μόνα τους. Για κάθε κατσίκι που έβοσκε, η οικογένεια πλήρωνε κάποιους τενεκέδες σιτάρι. Επίσης η κάθε οικογένεια, όταν έρχονταν η σειρά της, για κάθε κατσίκι "τρουβάδιαζε" και φίλευε μία μέρα τον Χαρίση. Δηλαδή το πρωί περνούσε ο μπάρμπα-Χαρίσης και έπαιρνε έναν τρουβά γεμάτο φαγητό, ψωμί, τυρί ελιές, τσιγαρίδια όταν ήταν ο καιρός τους, παστό κρέας κι ότι ήθελε το αφεντικό και το βράδυ, αφού κατσίκια και άνθρωποι συμμαζεύονταν στα σπίτια, ο μπάρμπα Χαρίσης παρουσιάζονταν στο σπίτι που τον είχε "τρουβαδιάσει" το πρωί, για το βραδινό φίλεμα. Ήταν βλέπεις όρος του συμβολαίου του. Κάθε οικογένεια το βράδυ, που φίλευε τον τσοπάνο φρόντιζε να έχει το καλύτερό της φαγητό. Κι επειδή, καλό φαγητό τα χρόνια εκείνα σήμαινε φασουλάδα, ο μπάρμπα Χαρίσης έτρωγε κάθε βράδυ φασουλάδα! Είχε φαρδύνει το άντερό του, λέγαμε, από τα αέρια και έτρωγε πολύ.

Ένα βράδυ λέγεται, ότι πήγε σε ένα σπίτι, ως συνήθως για το συμβατικό "φίλεμα". Έφαγε λοιπόν το πρώτο πιάτο ο μπάρμπα Χαρίσης, και επειδή ήταν γνωστό ότι δεν χόρτασε, η νοικοκυρά χωρίς καν να τον ρωτήσει, του ξαναγέμισε το πιάτο με φασόλια. Αυτός όμως δεν άργησε να τελειώσει και το δεύτερο πιάτο. Τότε η νοικοκυρά, κοιτώντας μια τον άντρα της και μια το μπάρμπα-Χαρίση, ρώτησε δειλά-δειλά:

-Θες κι άλλου, Χαρίσ;

 Κι εκείνος, φυσικά δέχτηκε. Η θεια Μουσκιανή γέμισε για τρίτη φορά το πιάτο του Χαρίση, μα μόλις ξανάκατσε, στο τραπέζι, δέχτηκε μία κλωτσιά από τον άντρα της, στα κρυφά. Ύστερα εκείνος με τρόπο την πλησίασε και σιγά, για να μην ακούσει ο μπάρμπα Χαρίσης, της είπε στο αφτί:

-Δόστουν μαρί, κι κανα καρτούδ νιρό να πιει να σκάσ, μας έφαη ούλην τ φασουλάδα!

 Ο Χαρίσης όμως το άκουσε και δεν μίλησε. Κι όταν με το καλό τέλειωσε και το τρίτο πιάτο η θεια Μουσκιανή πρόσχαρη-πρόσχαρη του έκανε την πρόταση:

-Χαρίσ, θες νιρό;

Κι εκείνος κρυφογελώντας της είπε:

-Φέρι μαρί Μουσκιανή κι ένα καρτούδ νιρό να πιω.....

Σηκώθηκε εκείνη από το τραπέζι και του γέμισε, από την στάμνα που ήταν στην γωνιά του δωματίου, ένα μεγάλο αλουμινένιο δοχείο, που το είχαμε για να πίνουμε νερό. Ο Χαρίσης πήρε το "καρτούδ", κι αφού το σήκωσε και το ήπιε με μια, κι αφού ρεύτηκε κανα δυο φορές κι αφού ευχαριστημένος έκανε κανα δυο φορές, αααααααα., αααααααα, είπε:

-Μαρί Μουσκιανή. Μαρί, δε μι του ξαναγιουμώειζ του πιάτου; Θαρρώ μαρί, μι τα ξιέπλινι του νιρό;

 Και τα αφεντικά έμειναν άναυδα.

Αυτός ήταν ο Μπάρμπα Χαρίσης. Ένας απ’ τους πιο ωραίους τύπους, που είχε το χωριό.

 



[1] Ψωμιά, που γίνονταν σε τεράστια ταψιά και σκεπάζονταν για να φουσκώσουν, να ανέβουν δηλαδή, εξ ου και ανεβατή ή νιβατ και μετά ψήνονταν στο φούρνο.

[2] Η γριά

Διαβάστηκε 360 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 16:08

Τελευταία άρθρα από τον/την bozatzidis

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Τα παιχνίδια Η φούσκα »
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

Σόμπορο

Σόμπορο
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό Χειμωνα να εχουμε ,ηπιο χωρις πολλες σκοτουρες Σόμπορο (14.11.17, 12:49)(18:12) 0
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες στο μεσον τουφθινοπωρου και βαλτωσαμε ,με το καλο ναρθει ο Χειμωνας τα πηρατε τα ξυλα σας φετος μου μοιαζει βαρυς θα ειναι . . τα λεμε του χρονου καλο υπνο Σόμπορο (10.10.17, 13:54)(18:12) 0
Βλ Λιγοτερη κινηση στο σομπορο η πολλη ειναι καταρα Σόμπορο (24.08.17, 14:01)(18:12) 0
Βλ σε σας πετυχατε να εχετε μια θεση στην ανωτατη εκπαιδευση συγχαρητηρια και κάντε το σταυρο σας να αλλαξει η οικονομική κατασταση στην πατριδα μας ωσπου να γίνετε ακαδημαίκοι πολιτες και για τους αλλους που δεν τα καταφεραν η ζωή δεν χαθηκε υπαρχουν και αλλες ευκαιριες γεροι να ειστε σιγουρα και για σας κατι περιμενει Σόμπορο (24.08.17, 13:58)(18:12) 0
Βλ Με το νερο καλέ τι γινεται τα φαγαμε τα 2,5 χρονια και το θεμα αλυτο Από λογια ..... Σόμπορο (02.05.17, 12:20)(18:12) 3
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό μηνα και από δω καλο καλοκαιρι Σόμπορο (02.05.17, 12:16)(18:12) 1
Βλ Καλημέρα Αδαμ ,μα τι κινηση ειναι αυτή .Γιατι δεν καλημεριζόμζστε εστω και ετσι μιας και βαριομαστε να πουμε καλημερα όταν ανταμωνουμε Σόμπορο (29.01.17, 08:51)(08:01) 2
Βλ λαθος στην παραδοση Σόμπορο (25.12.16, 19:42)(19:12) 4
Βλ Βρε παιδιά η δωρεα του παραδωσιακων μουσικων οργανων του Χρισ Χάλαρη στο Αδάμ τι γίνεται? την κλεισαμε στο σχολειο και εκει βαλτωνει Σόμπορο (25.12.16, 14:06)(14:12) 5
Βλ Εσεις που γραφατε που χαθηκατε ,η σελιδα νομιζω ότι πατωνει και αυτο ειναι κακο μια σελιδα που θα ζηλευαν μεγαλες πολεις Σόμπορο (25.12.16, 13:30)(13:12) 2
Βλ Χρονια πολλά Αδάμ όπου και αν βρισκεσαι στην πατριδα ή στα περατα του κόσμου και καλή χρονια να εχουμε με υγεία και ειρήνη Σόμπορο (25.12.16, 13:28)(13:12) 2
Βλ Αντε εμεις γενικως πεινάμε μα εσεις εκτος Ελλάδος δεν πεινάτε και δεν μπαίνετε να μας πειτε πως τα περνάτε Σόμπορο (20.09.16, 17:26)(18:12) 3
Βλ πάει και αυτή η σελιδα την επιασε και αυτή η οικονομικη κρίση Ντροπη μας Σόμπορο (20.09.16, 17:22)(18:12) 0
Βλ αντε βρε κουνηθειτε ,ετσι θα πάρουμε την Πόλη? Σόμπορο (26.07.16, 23:07)(23:07) 2
Βλ απο τοτε που το κανατε μοντέρνο adamiotes θαρρεις και κάτσατε πάνω τετοια καντεμιά Σόμπορο (26.07.16, 23:04)(23:07) 1
Βλ το βιβλιο θαναση πολυ καλό , οι αναμνησεις μας ζωντανευουν Σόμπορο (18.06.16, 11:54)(18:12) 1
thanasispap Βασίλη εντάξει,τα βρήκα.'Εφτεγε το ipad.. Σόμπορο (26.05.16, 03:06)(03:05) 2
bozatzidis Αφού φανεί το βιβλίο σε πλήρη οθόνη, όποιος θέλει να το κάνει ακόμη μεγαλύτερη, πατάει το εικονίδιο για ζουμ που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στα βελάκια. Είναι ο μεγεθυντικός φακός με το + Σόμπορο (25.05.16, 22:09)(22:05) 1
bozatzidis Για να πας στην προηγούμενη σελίδα δεν έχει να κάνει ποτέ με ένα site. Πατάς το πάνω αριστερό βελάκι του browser (mozzilla, chrome κλπ). Σόμπορο (25.05.16, 22:06)(22:05) 0
bozatzidis Θανάση ανεβάζω εικόνα που δείχνει που πρέπει να κλικάρεις για να δεις το βιβλίο σε πλήρη οθόνη. Σόμπορο (25.05.16, 22:05)(22:05) 0
You are not allowed to use shoutbox.