ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:42

Τα τσίπουρα

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Οκτώβριος. Τα καπνά μαζεύτηκαν, κι η δουλειά για τα παιδιά τέλειωσε. Οι μεγάλοι είχαν ακόμη πολύ δουλειά μπροστά τους. Να καθαρίσουν τα καπνά φύλλο-φύλλο. Να τα πασταλιάσουν ή να τα δεματοποιήσουν και να τα αποθηκεύσουν σε κάποιο μέρος του σπιτιού, μέχρι που να έρθει η ώρα να περάσουν οι εξπέρ[1] των εταιριών, να τα ελέγξουν, να σημειώσουν και να τα βαθμολογήσουν, κατατάσσοντας τα μαξούλια σε κατηγορίες. Α΄, Β΄, Γ και αζήτητα. Κατηγορίες που θα έπαιζαν σημαντικό ρόλο για την τιμή που θα έπιανε το μαξούλι τις μέρες που θα άνοιγαν οι αγορές. Γιατί αλλιώς διαπραγματεύονταν αυτός που είχε Α΄ κατηγορίας καπνό και ήταν περιζήτητος κι αλλιώς αυτός που ήταν στα αζήτητα. Εδώ θέλω να διευκρινίσω ότι, δεν κάνω λάθος όταν λεω "τα καπνά". Για μάς ο καπνός ήταν πάντα ουσιαστικό ουδέτερο. Ήταν δηλαδή "το καπνό" κι όχι "ο καπνός".

 

Ωστόσο, ώσπου να έλθει εκείνη η ώρα, υπήρχαν κι άλλες αγροτικές δουλειές που έπρεπε να γίνουν. Να τρυγηθούν τα αμπέλια. Το χωριό τότε είχε πολλά αμπέλια. Όλες οι βουνοπλαγιές σχεδόν γύρω από το χωριό ήταν γεμάτες από αμπέλια. Η ντούμπα του προφήτη Ηλία μπρος και πίσω, ο λάκκος της Αγίας Παρασκευής δεξιά και αριστερά, η Δέση ή Μποντέτα όπως την έλεγαν άλλοι, τα Παπάτκα και η Λάκκα σχεδόν μέχρι τον Άγιο Παντελεήμονα, όλες δηλαδή οι ορεινές ιδιοκτησίες ήταν φυτεμένες με κλήματα. Θυμάμαι ότι για την φύλαξη αυτών των αμπελιών, τους καλοκαιρινούς μήνες, το χωριό πλήρωνε, μέχρι και τρεις ντραγάτες[2], που έκαναν την καλύβα τους στο ψηλότερο μέρος της περιοχής, που αναλάμβαναν να φυλάνε. Οι καλύβες τους γίνονταν από ξύλα αλλά και σαμάκο, καλάμι και ραγάζι[3], που αφθονούσαν στο χωριό, λόγω της βάλτας (του βάλτου).

Τα αμπέλια είχαν κι αυτά πολύ δουλειά. Το σκάψιμο των τράφων ήταν η πιο σκληρή και ήθελε χέρια παλικαρίσια. Τα θειαφίσματα, ραντίσματα και κορφολογήματα ήταν πιο μαλακές δουλειές, μα κι αυτά ήθελαν γνώση και εμπειρία. Φυσικά τα σταφύλια, που παράγονταν δεν ήταν ποικιλίες για εκμετάλλευση αλλά για οικογενειακή κατανάλωση. Το κάθε νοικοκυριό είχε από δυο τρία αμπελούδια και είχε γνήσια σταφύλια και σύκα για όλο το καλοκαίρι και κρασάκι και τσίπουρο για όλη την χρονιά. Θυμάμαι ότι στις 6-Αυγούστου, ημέρα του Αγίου Σωτήρος, παίρναμε αγίασμα από τον παπά και πηγαίναμε και ραντίζαμε τα αμπέλια. Οι πρώτες κόκκινες ρόγες είχαν ήδη φανεί. Από κει και μετά, κάθε Κυριακή που δεν είχαμε μαραμένο καπνό, μετά το σχόλασμα της εκκλησίας, αλλά και κάποια απογεύματα που η δουλειά τέλειωνε νωρίς, παίρναμε από ένα δυο καλάθια και πηγαίναμε με τον μπαμπά μας στα αμπέλια. Εκεί κόβαμε τσάμπουρα και τρώγαμε. Είχαμε μοσχοστάφυλα, ροζακιά, σουλτανίνες κι ένα άλλο είδος με μακρουλές ροζ ρόγες που τα λέγαμε "βαλάν του βου" ή και "τσ βουβάλας του βζί" γιατί το σχήμα τους ήταν σαν το βυζί του βουβαλιού. Μετά γεμίζαμε τα καλάθια με σταφύλια κι απάνω-απάνω αραδιάζαμε μια δυο σειρές σύκα, που μαζεύαμε από τις συκιές μας. Σκεπάζαμε το καλάθι με κορυφές, που κόβαμε απ τις κληματαριές και γυρίζαμε στο χωριό. Όσα σταφύλια και να τρώγαμε πάντα έμεναν αρκετά για να τρυγήσουμε το φθινόπωρο.

Τα σταφύλια, που μαζεύονταν από τους χωριανούς με τον τρύγο, κατευθύνονταν προς τα πατητήρια που υπήρχαν σε ορισμένα σπίτια. Εκεί καταγράφονταν οι καδούδες[4] του καθενός, και ρίχνονταν όλα μαζί μέσα στο πατητήρι για να ζυμωθούν και να γίνουν κρασί. Το κρασί που θα ζέσταινε τους νοικοκυραίους τις κρύες χειμωνιάτικες νύκτες.

 Εμείς είχαμε δικό μας πατητήρι, κι εκεί έφερναν κι άλλοι χωριανοί τα σταφύλια τους για να τους κάνουμε κρασί. Με το αζημίωτο φυσικά. Η πληρωμή ήταν σε είδος. Σε κρασί δηλαδή. Γι αυτό και ποτέ μα ποτέ δεν θυμάμαι να μας έλειψε το καλό κρασί. Κι όταν ο μούστος γίνονταν πια κρασί, μεταφέρονταν σε βαρέλια και στο πατητήρι έμεναν μόνον τα τσίπουρα πλέον.

Τα τσίπουρα μεταφέρονταν σε μια υπόγεια αποθήκη, κάτω από το σημερινό κοινοτικό κατάστημα, όπου ήταν τα "καζάνια". Τα τσίπουρα βράζονταν μέσα στα καζάνια που ήταν ειδικά για την παρασκευή τσίπουρου. Θυμάμαι ακόμα πώς μετρούσαν με μια συσκευή, σαν θερμόμετρο μου φαίνονταν, την περιεκτικότητα του τσίπουρου σε οινόπνευμα.

-"Τόσα γράδα" έλεγαν.

-"Πολύ καλό.....Τεφαρίκι..." έλεγε άλλος.

Τα υπολείμματα, μετά την παρασκευή του τσίπουρου πετάγονταν πίσω από την αποθήκη, στον λάκκο που περνούσε μπροστά από την εκκλησία. "Τς ανγκλησιάς του λάκκου" όπως τον λέγαμε. Σκουπιδότοπος! Βρωμιά και δυσωδία. Ότι ήθελε να πετάξει ο κάθε χωριανός, εκεί εύρισκε το ελεύθερο. Σκουπιδότοπος γαρ. Και κάθε τόσο, αν δεν προλάβαινε το νερό κάποιας νεροποντής να παρασύρει όλη αυτή την βρωμιά και να την πάει κάτω απ το χωριό, στο λούνισμα[5], ο λάκκος γέμιζε από σκουπίδια και δεν χωρούσε άλλα. Εκεί θα έβρισκες ότι σαβούρα ήθελες. Από άχρηστα καπνά μέχρι τσίπουρα. Κι όταν φρακάριζε ο λάκκος, έβαζαν φωτιά και έκαιγαν ότι καίγονταν. Όσο για τα άλλα, που δεν καίγονταν, θα περίμεναν υποχρεωτικά την επόμενη νεροποντή.

Ένα φθινοπωριάτικο πρωινό, που τα τσίπουρα είχαν πεταχτεί στο λάκκο και λίγο πιο κάτω υπήρχε ένα βουναλάκι σχεδόν στάχτης από σκουπίδια που είχαν καεί πριν αρκετή ώρα φαίνεται, γιατί δεν κάπνιζαν πλέον, μια παρέα από 4-5 πιτσιρικάδες 8-9 χρονών περίπου, στριμωχνόμασταν σ ένα πεζουλάκι, που υπήρχε στο πίσω μέρος των καζανιών. Στεκόμασταν τρία μέτρα περίπου ψηλότερα από τα πεταγμένα τσίπουρα και πιο κάτω προς το κέντρο της κοίτης του ξεροπόταμου, σε συνέχεια των τσίπουρων, ήταν η στάχτη των καμένων σκουπιδιών. Ο αγώνας είχε προαναγγελθεί. Έλεγχος του αγωνιστικού χώρου δεν έγινε. Που να φανταστούμε ότι χρειάζονταν. Στεκόμασταν με την σειρά σ ένα σημείο, κουνούσαμε μπρος πίσω με δύναμη τα χέρια και χωρίς άλλη φόρα πηδούσαμε, προσγειωνόμενοι μέσα στο πιο μαλακό "σκάμμα" που είχαμε πηδήξει ποτέ. Τα τσίπουρα, που σαν βουναλάκι στέκονταν από κάτω μας. Στον αγώνα συμμετείχαν εκτός από μένα, ο μακαρίτης ο Αποστόλης ο Αδαμάρας, ο Στέφανος ο Τιάγκος, ο Τάκης ο Τιάγκος ή Μήτας ή Κουιρουικίδης, και δεν ξέρω ποιος άλλος. Ο αγώνας ήταν σκληρός και κάθε φορά ο καθένας έβαζε τα δυνατά του και πηδούσε περισσότερο από τον προηγούμενο. Θα ήταν η τελευταία προσπάθεια που δικαιούμουνα, όταν κούνησα με δύναμη μπρος πίσω τα χέρια, τινάχτηκα και απογειώθηκα. Πραγματικά τρομερό άλμα.... Μα αλίμονο, προσπέρασα το βουνό με τα τσίπουρα και χωρίς δυνατότητα επιστροφής έβλεπα να προσγειώνομαι μέσα στον όγκο από τις στάχτες. Ιδέα δεν είχα τι με περίμενε. Η στάχτη δεν ήταν όπως την βλέπαμε ακίνδυνη. Στην αρχή ένοιωσα τα πόδια μου να χώνονται σ ένα αφράτο υλικό, αλλά την ίδια στιγμή αισθάνθηκα το πύρωμα που έρχονταν από τα κάρβουνα που υπήρχαν κάτω-κάτω. Στο τσίριγμά μου, που ακολούθησε, έτρεξαν και με βοήθησαν κάποιες γυναίκες, που ήταν εκεί κοντά, καθώς και η μεγάλη μου αδελφή η Σούλα, που έπλενε εκείνη την ώρα στην "κουπάνα", που μάζευε  τα νερά της βρύσης μπροστά στο σπίτι του Κανάκη. Με πήγαν κατ ευθείαν στην γιατρό του χωριού για τέτοια πράγματα, την μανιά[6] την Μπουλατάδινα. Η μανιά, αφού ταταριάστηκε[7] λίγο κι αφού είπε:

-Ούμπα-ούμπα μαρί, γιαζίκ γίνκι, κάικι του πιδί,

γρήγορα φώναξε και της έφεραν ένα πολύ φαρδύ τηγάνι που το έβαλε πάνω στην φωτιά και έριξε μέσα κάτι, που ακόμα σήμερα πιστεύω ότι ήταν λάδι. Ύστερα αφού το άφησε στην φωτιά να ζεσταθεί ή καλύτερα θα έλεγα να καεί, μ έπιασαν και μ έβαλαν να πατήσω μέσα και έριξαν απ αυτό παντού πάνω στα καμένα πόδια μου. Γιατί τάχα; Καυτηριασμός; Ομοιοπαθητική; Ποτέ δεν κατάλαβα. Θυμάμαι μόνο πως τα πόδια μου, όταν με πήγαν στο σπίτι μέσα στα κλάματα, ήταν κατακόκκινα και γεμάτα από κάτι μεγάλες μελανές φουσκάλες, που έβγαζαν ένα υδαρές υγρό. Υπέφερα για πολύ καιρό, ώσπου να φύγουν οι φουσκάλες και να ξαναζωηρέψω. Από τότε όμως, θυμάμαι ότι απέφευγα όσο μπορούσα να πηγαίνω στο σπίτι του Μπουλατά. Και το λεω αυτό γιατί εκεί περνούσα καθημερινά σχεδόν, μέχρι τότε τον περισσότερό μου χρόνο. Η μία από τις πολλές κόρες του μπάρμπα Μήτρη, είχε διατελέσει βλέπεις "ντάντα" μου και αν και είχα μεγαλώσει αρκετά, δεν έλεγα να ξεκόψω. Εκεί πήγαινα θυμάμαι και κρυβόμουνα όταν καταλάβαινα ότι στο σπίτι με περίμενε ξύλο. Μάλιστα η μεγάλη αδελφή μου, μου είχε κολλήσει και το σχετικό παρατσούκλι αποκαλώντας με τότε και τώρα πολλές φορές, ‘’καπετάν Μπουλατά’’.

 



[1] Ειδικοί στην ποιότητα των καπνών.

[2] Αγροφύλακες

[3]Το σαμάκο, το καλάμι και το ραγάζι, ήταν υδρόβια φυτά της βάλτας.

[4] Μεγάλοι ξύλινοι κάδοι, που φορτώνονταν στα ζώα.

[5] Η τοποθεσία ,κάτω από το χωριό, όπου είναι σήμερα το Πτηνοτροφείο του Αδαμούδη.

[6] Γιαγιά

[7] Ανατρίχιασε από συμπόνια

Διαβάστηκε 394 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:58

Τελευταία άρθρα από τον/την bozatzidis

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Η ζωή στο χωριό Τα παιχνίδια »
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

Σόμπορο

Σόμπορο
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό Χειμωνα να εχουμε ,ηπιο χωρις πολλες σκοτουρες Σόμπορο (14.11.17, 12:49)(18:12) 0
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες στο μεσον τουφθινοπωρου και βαλτωσαμε ,με το καλο ναρθει ο Χειμωνας τα πηρατε τα ξυλα σας φετος μου μοιαζει βαρυς θα ειναι . . τα λεμε του χρονου καλο υπνο Σόμπορο (10.10.17, 13:54)(18:12) 0
Βλ Λιγοτερη κινηση στο σομπορο η πολλη ειναι καταρα Σόμπορο (24.08.17, 14:01)(18:12) 0
Βλ σε σας πετυχατε να εχετε μια θεση στην ανωτατη εκπαιδευση συγχαρητηρια και κάντε το σταυρο σας να αλλαξει η οικονομική κατασταση στην πατριδα μας ωσπου να γίνετε ακαδημαίκοι πολιτες και για τους αλλους που δεν τα καταφεραν η ζωή δεν χαθηκε υπαρχουν και αλλες ευκαιριες γεροι να ειστε σιγουρα και για σας κατι περιμενει Σόμπορο (24.08.17, 13:58)(18:12) 0
Βλ Με το νερο καλέ τι γινεται τα φαγαμε τα 2,5 χρονια και το θεμα αλυτο Από λογια ..... Σόμπορο (02.05.17, 12:20)(18:12) 3
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό μηνα και από δω καλο καλοκαιρι Σόμπορο (02.05.17, 12:16)(18:12) 1
Βλ Καλημέρα Αδαμ ,μα τι κινηση ειναι αυτή .Γιατι δεν καλημεριζόμζστε εστω και ετσι μιας και βαριομαστε να πουμε καλημερα όταν ανταμωνουμε Σόμπορο (29.01.17, 08:51)(08:01) 2
Βλ λαθος στην παραδοση Σόμπορο (25.12.16, 19:42)(19:12) 4
Βλ Βρε παιδιά η δωρεα του παραδωσιακων μουσικων οργανων του Χρισ Χάλαρη στο Αδάμ τι γίνεται? την κλεισαμε στο σχολειο και εκει βαλτωνει Σόμπορο (25.12.16, 14:06)(14:12) 5
Βλ Εσεις που γραφατε που χαθηκατε ,η σελιδα νομιζω ότι πατωνει και αυτο ειναι κακο μια σελιδα που θα ζηλευαν μεγαλες πολεις Σόμπορο (25.12.16, 13:30)(13:12) 2
Βλ Χρονια πολλά Αδάμ όπου και αν βρισκεσαι στην πατριδα ή στα περατα του κόσμου και καλή χρονια να εχουμε με υγεία και ειρήνη Σόμπορο (25.12.16, 13:28)(13:12) 2
Βλ Αντε εμεις γενικως πεινάμε μα εσεις εκτος Ελλάδος δεν πεινάτε και δεν μπαίνετε να μας πειτε πως τα περνάτε Σόμπορο (20.09.16, 17:26)(18:12) 3
Βλ πάει και αυτή η σελιδα την επιασε και αυτή η οικονομικη κρίση Ντροπη μας Σόμπορο (20.09.16, 17:22)(18:12) 0
Βλ αντε βρε κουνηθειτε ,ετσι θα πάρουμε την Πόλη? Σόμπορο (26.07.16, 23:07)(23:07) 2
Βλ απο τοτε που το κανατε μοντέρνο adamiotes θαρρεις και κάτσατε πάνω τετοια καντεμιά Σόμπορο (26.07.16, 23:04)(23:07) 1
Βλ το βιβλιο θαναση πολυ καλό , οι αναμνησεις μας ζωντανευουν Σόμπορο (18.06.16, 11:54)(18:12) 1
thanasispap Βασίλη εντάξει,τα βρήκα.'Εφτεγε το ipad.. Σόμπορο (26.05.16, 03:06)(03:05) 2
bozatzidis Αφού φανεί το βιβλίο σε πλήρη οθόνη, όποιος θέλει να το κάνει ακόμη μεγαλύτερη, πατάει το εικονίδιο για ζουμ που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στα βελάκια. Είναι ο μεγεθυντικός φακός με το + Σόμπορο (25.05.16, 22:09)(22:05) 1
bozatzidis Για να πας στην προηγούμενη σελίδα δεν έχει να κάνει ποτέ με ένα site. Πατάς το πάνω αριστερό βελάκι του browser (mozzilla, chrome κλπ). Σόμπορο (25.05.16, 22:06)(22:05) 0
bozatzidis Θανάση ανεβάζω εικόνα που δείχνει που πρέπει να κλικάρεις για να δεις το βιβλίο σε πλήρη οθόνη. Σόμπορο (25.05.16, 22:05)(22:05) 0
You are not allowed to use shoutbox.