ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:40

Η ζωή στο χωριό

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Η δουλειά στα καπνά ήταν πολύ δύσκολη, ή καλύτερα θα έλεγα πολύ κουραστική. Τα μέσα που υπάρχουν σήμερα δεν υπήρχαν. Όσο για μηχανήματα, τρακτέρ, σπαρτικές μηχανές ή ραπτικές του καπνού μηχανές, ούτε που φανταζόμασταν ότι μπορεί να υπάρξουν. Άλλωστε, αφού δεν είχαμε και ηλεκτρικό ρεύμα στο χωριό. Η δουλειά λοιπόν του καπνού άρχιζε από τότε που γίνονταν τα φυτώρια ή "χασλαμάδες" όπως τα λέγαμε. Το καθημερινό σχεδόν πότισμα ήταν απαραίτητο και φυσικά νερό δεν υπήρχε στο χωράφι που σπέρνονταν οι χασλαμάδες.

 

 Το νερό για το πότισμά τους, το παίρναμε από τις τρεις-τέσσερις βρύσες που υπήρχαν στο χωριό και στις οποίες έφθανε το νερό της Αγίας Παρασκευής. Από αυτές παίρναμε νερό για να πίνουμε, γεμίζοντας κάτι τεράστιες πήλινες στάμνες, που διέθεταν όλα τα σπίτια. Θυμάμαι κυρίως το πρόβλημα, που υπήρχε τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες, που κάναμε ουρές περιμένοντας να έλθει η σειρά μας, να πάρουμε νερό για πόση, για πότισμα λουλουδιών στα σπίτια, καθώς και για πότισμα των καπνών και των χασλαμάδων.

Το κουβάλημα του νερού για τις ανάγκες του σπιτιού ήταν κυρίως μέλημα των παιδιών. Σε παλιότερες εποχές στο χωριό υπήρχαν πολλές βρύσες. Μία θυμάμαι υπήρχε μπροστά στο σπίτι του Φόλα, μία άλλη στο σπίτι του μπάρμπα-Μήτρη του Γκουλούσιου, μία στον Πιπερά, μπροστά στο σπίτι του μπάρμπα Γιώργου του Χατζούδη και τέλος υπήρχαν και οι άλλες δύο, που σώθηκαν μέχρι τα τελευταία χρόνια, η μια δηλαδή μπροστά στο σπίτι του Κανάκη και η άλλη κάτω από το παλιό σχολείο.Ίσως βέβαια παλιότερα να υπήρχαν κι άλλες βρύσες, που δεν τις θυμάμαι εγώ.

Όλες αυτές οι βρύσες έπαιρναν το νερό τους από την Αγία Παρασκευή και από την Δέση, που πιθανά τα νερά τους να προέρχονταν από την ίδια πηγή. Ένα μάτι παρατηρητικό και σήμερα ακόμη, μπορεί να διακρίνει, κατεβαίνοντας από την Αγία Παρασκευή, πήλινους σωλήνες, που αποτελούσαν κάποτε μέρη του αγωγού, που έφερνε το νερό στο χωριό.

 Για να ποτίζουμε λοιπόν τους χασλαμάδες, πηγαίναμε στις βρύσες με το κάρο, πάνω στο οποίο τοποθετούσαμε δυο βαρέλια, και κουβά-κουβά γεμίζαμε τα βαρέλια με νερό, που το μεταφέραμε στην συνέχεια στον χασλαμότοπο.

 Αργότερα μόλις ξεφύτρωνε λιγάκι το φυτό, άρχιζε άλλος μπελάς. Το ξεβοτάνισμα. Βλέπεις πότισε-πότισε, δεν φύτρωνε μόνο το φυτό που θέλαμε αλλά κι όλων των ειδών τα ζιζάνια, αγριάδα, τσουκνίδες, μολόχες, τρέβλες, λαμπουδιές, που έπρεπε να αφαιρεθούν για να μπορέσει να μεγαλώσει γρήγορα ο χασλαμάς.

Όλη η οικογένεια στο πόδι όλη την μέρα. Και τα βράδια σαν σκοτείνιαζε το χωριό, μαζευόμασταν νωρίς-νωρίς στα σπίτια. Φως στους δρόμους την νύχτα δεν υπήρχε. Τα σπίτια μοναχά και τα καφενεία φωτίζονταν με γκαζόλαμπες. Τηλεόραση, ραδιόφωνα, δεν είχαμε ακόμα στα σπίτια. Βλέπεις ήθελαν κι αυτά ρεύμα ηλεκτρικό. Μαζευόμασταν λοιπόν και άλλοτε κάτω απ την γκαζόλαμπα διαβάζαμε κι άλλοτε πάλι καθόμασταν στην γωνιά όπως την λέγαμε, δηλαδή γύρω-γύρω απ το τζάκι, και ακούγαμε ιστορίες από τους μεγαλύτερους, ενώ απάνω στην πυροστιά, η κατσαρόλα με το φαί έβραζε. Άλλοτε, πετάγαμε μερικά κάστανα πάνω στο τρυπητό και τα αφήναμε πάνω στα κάρβουνα για να ψηθούν. Τα κάστανα στο χωριό έφερνε συνήθως ένας αδύνατος και μικροκαμωμένος παππούς από τα Ραβνά[1], που γυρνούσε στο χωριό με το άλογό του διαλαλώντας το προϊόν του:

-Κάσσσσστανα καλά, κάσσσσστανα.

Μια φορά  θυμάμαι, με το που ακούστηκε να φωνάζει ο παππούς για τα κάστανά του, πετάχτηκε έξω στο δρόμο η μακαρίτισσα η θεια Φιλομένη η Κουτουλάδινα και του είπε:

-Πόσου αρέ Ραβνιώτ τα έχς τα κάστανα;

Κι εκείνος της είπε:

-Μια ουκά καλαμπόκ, δυο ουκάδες κάστανα κυρά μ.

Κι εκείνη αφού τον κοίταξε καχύποπτα από πάνω μέχρι κάτω, ώσπου να σκεφθεί αν την συνέφερε ή πήγαινε να την γελάσει, αποφάσισε και του είπε:

-Μπρε…Πως σ αρέζ! Άμα θες δυο ουκάδες καλαμπόκ, μια ουκά κάστανα!

Κι έμεινε  ευχαριστημένη γιατί τον κορόιδεψε τον Ραβνιώτη. Έτσι νόμιζε.

Ένα τέτοιο βράδυ θυμάμαι, που ψήνωντας κάστανα ακούγαμε, μαζεμένοι όλοι εκεί, τον πατέρα μας, να μας διηγείται μια τρομακτική ιστορία, από τους πρόσφατους τότε πολέμους, κι ενώ έξω φυσομανούσε ένας αέρας, που ξερίζωνε δέντρα και το τρυπητό με τα κάστανα ήταν πάνω στη φωτιά, ξαφνικά ακούσαμε ένα τρίξιμο στην πόρτα, που από μόνη της εξ αιτίας του δυνατού αέρα άνοιξε. Ήταν τόσος  ο φόβος μας, που κανένας απ τα παιδιά δεν σηκώνονταν να κλείσει την πόρτα του νουντά[2].

Άλλα πάλι χειμωνιάτικα βράδια, εκεί γύρω στην "γωνιά" μαζεμένοι ακούγαμε τον πατέρα να μας διαβάζει μυθιστορήματα. Θυμάμαι ακόμα ότι, τότε μας είχε διαβάσει ένα βιβλίο  του Στρατή Μυριβήλη με τίτλο ‘’Η Ζωή εν Τάφω’’, με θέμα κάποιες ιστορίες του Α΄ παγκοσμίου πολέμου.

 Αργότερα αγοράσαμε ραδιόφωνο. Ένα τετράγωνο  κουτί, με κουμπιά δεξιά κι αριστερά για να πιάνουμε τούς σταθμούς και στην απάνω δεξιά του πλευρά έγραφε στα ξένα PHILIPS, και με μια παράξενη τεράστια ελικοειδή κεραία, που την απλώναμε και την δέναμε ψηλά σ ένα καρφί, που γι αυτό το λόγο είχαμε καρφώσει στον τοίχο. Απαραίτητο αξεσουάρ του, μια μπαταρία, σε μέγεθος σημερινής μπαταρίας αυτοκινήτου, μάρκας BEREC ή ΒΕC. Πανηγύρια στο σπίτι. Νομίζαμε πια ότι κάτι έγινε. Πλουτίσαμε. Είχαμε ράδιο! Στο χωριό λίγες ήταν οι οικογένειες, που απολάμβαναν τέτοιο αγαθό. Ντρεπόμασταν λοιπόν μη μας λένε πλούσιους και επιμελώς κρύβαμε την ύπαρξη ραδιοφώνου στο σπίτι μας. Να λοιπόν που  είχαμε πλέον ένα καινούργιο μέσο ψυχαγωγίας. Πιάναμε Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Χανιά, Ηράκλειο, Γιάννενα και φυσικά Αθήνα. Ακούγαμε τραγούδια, μαθαίναμε τα νέα, παρακολουθούσαμε Θέατρο καθώς και ραδιοφωνικές σειρές που κρατούσαν χρόνια ολόκληρα. Ποιος δεν θυμάται το ραδιοφωνικό σήριαλ "Πικρή μικρή μου αγάπη"; Εγώ προτιμούσα να ακούω ποδόσφαιρο. Τις Κυριακές λοιπόν, μετά το μεσημεριανό φαγητό, έκανα κατάληψη στο ραδιόφωνο για να ακούσω τα ματς. Δεν ήταν λίγες οι φορές, που οι αδελφές μου, έκρυβαν εκείνη την ώρα την μπαταρία, για να μου κάνουν πλάκα, κι εξαφανίζονταν. Σιγά-σιγά όλα τα σπίτια απέκτησαν το δικό τους ραδιόφωνο, δείγμα πως τα οικονομικά των χωριανών βελτιώνονταν.

Μετά το Πάσχα συνήθως οι χασλαμάδες ήταν έτοιμοι κι άρχιζε η καπνοφυτεία. Οι οικογένειες βοηθούσαν η μία την άλλη για να γίνεται και μουχαμπέτι ταυτόχρονα με την δουλειά. "Βουτιάζονταν" λέγαμε κι όχι βοηθιόντουσαν. Και η δουλειά όλη γίνονταν με το χέρι. Άλλος με μια τσάπα άνοιγε τα αυλάκια. Άλλος, συνήθως μικρά παιδιά, αράδιαζε μέσα στα αυλάκια, το χασλαμά. Πίσω ακολουθούσαν οι μεγάλοι, σκυμμένοι πάνω από τα αυλάκια και με το μπασκί στο χέρι άνοιγαν τρύπες και κάρφωναν μέσα τις ρίζες του χασλαμά. Ένα γκρουπ από δυο άτομα φρόντιζαν να υπάρχει συνέχεια νερό στα βαρέλια που ήταν πάνω στο κάρο κι άλλοι πάλι πότιζαν με ποτιστήρια τις ρίζες που μόλις είχαν φυτευτεί. Εργοτάξιο. Και μετά, αφού τελείωνε η φυτεία, θα ακολουθούσε το σκάλισμα, δύο χέρια και μετά άρχιζε το μάζεμα του καπνού, το μπούρλιασμα, το άπλωμα στις λιάστρες ή στα αράνια, το παστάλιασμα[3] και πήγαινε λέγοντας. Δουλειά πολύ κουραστική και συμμετείχε όλη η οικογένεια σχεδόν σ όλα τα στάδιά της. Και τα έσοδα ψίχουλα. Μπορώ να πω, πως όταν έρχονταν η βλογημένη ώρα να πουληθούν τα καπνά και να πέσει το χρήμα, οι περισσότερες οικογένειες το κατέθεταν αμέσως στους μπακάληδες του χωριού, γιατί ήδη το είχαν φαγωμένο. Ψώνιζαν βλέπεις από τους μπακάληδες με πίστωση, ‘’μι του τιφτιρούδ’’, όπως λέγαμε τότε. Ψώνιζες λοιπόν χωρίς χρήματα, και ο μπακάλης έγραφε. Τι έγραφε; Θεός κι η ψυχή του. Αν δεν συμφωνούσες ας έκανες κι αλλιώς! Ας πλήρωνες τοις μετρητοίς. Έτσι όταν πουλιόταν το μαξούλι το μισό σχεδόν ήταν ήδη υποθηκευμένο στους μπακάληδες. Και με το άλλο μισό τι να πρωτοκάνεις και ποια τρύπα να πρωτοβουλώσεις, όπως έλεγαν οι μεγάλοι. Προκοπή δεν υπήρχε. Δουλειά, δουλειά και πάντα μέσα οικονομικά.

Σαν μπακάλικα λειτουργούσαν τότε τα μαγαζιά του Γιώργη Βλάχου, του Κώστα Βλάχου, ή ‘’παλικάρι’’ όπως τον έλεγαν, του Άγγελου Τιάγκου, του Θανάση Παπατκούδη, του Χρήστου Τσιαράπα και το ψιλικατζίδικο του Στέφανου Καραβασίλη, που παράλληλα λειτουργούσε και σαν ταβερνείο, φιλοξενώντας κάθε βράδυ όλους τους μερακλήδες του κρασιού και του ρακιού, που είχε το χωριό. Εκεί θυμάμαι ότι πρωτοάκουσα το τραγούδι ''φέρτε μια κούπα με κρασί'' καθώς και το ''αδελφέ μου καραγκιόζο γιατί δεν φοράς βρακί, δεν μ’ αφήνουν οι ταβέρνες και το καθαρό κρασί''.

Το ταβερνείο σέρβιρε και βερεσέ, με το τιφτιρούδ δηλαδή. Λένε δε, ότι ο Καραβασίλης έγραφε τα κρασιά στο τεφτέρι ως ''κρα'' τα δε ρακιά ως ''ρα''. Μια φορά λοιπόν, που πήγε να τον εξοφλήσει ο μπάρμπα Άγ. Δελιγκάς και επί ώρες διάβαζαν στα τεφτέρια τους όλο ρα και κρα, ξαφνικά ο Καραβασίλης διάβασε ''βε'', πράγμα, που δεν το είχε γραμμένο ο Δελιγκάς, που αμέσως αντέδρασε λέγοντας:

-Τι είνι ρε του ‘’βε’’;

κι ο Καραβασίλης του είπε:

-Έλα μουρέ η κυρά Λιέν, μια βιλόνα πήρι!

Κι ο Δελιγκάς συμπλήρωσε:

-Σπάταλ' γναίκα, γαμώτου…….

Ήταν σπάταλη δηλαδή η κυρά Λένη, γιατί αγόρασε μια βελόνα για το σπίτι κι όχι ο ίδιος, που είχε πιει ένα τεφτέρι ''ρα'' και ''κρα''! Για γέλια …..

Ωστόσο εδώ θέλω να σημειώσω κάτι που πάντα το λεω. Μέσα στην καλοκαιριάτικη κούραση και μέσα στην μαύρη τους φτώχεια, δεν έλειπαν τα γλέντια. Θυμάμαι μια περίοδο, που ίσως να ήταν και μετά το 1956, που τα Σαββατόβραδα στο χωριό γίνονταν γλέντια, που όσοι τα έζησαν δεν θα τα ξεχάσουν ποτέ. Τα καφενεία μετατρέπονταν σε ταβέρνες με μουσική. Και στο "ΕΞΟΧΙΚΟ" του Κανάκη έπαιζαν πάντα οι καλύτεροι οργανοπαίχτες της περιοχής. Ο Βασίλης του Γιαννάκ’ με το ούτι, ο Σέρρας με τα νταούλια του, ο Μαλλιαρός ή ο Σταγωνάς με το ακορντεόν  διασκέδασαν με την μουσική τους τον κόσμο όλης της περιοχής για πολλά χρόνια. Δεν ξέρω από πότε και γιατί σταμάτησε αυτό το είδος της διασκέδασης στα χωριά μας, όμως τα γλέντια που έγιναν τότε, δεν ξεχνιούνται.

 Από νωρίς το Σάββατο, η νεολαία ντυμένη στην τρίχα, έβγαινε και πήγαινε νωρίς-νωρίς στη ‘’Λάκκα’’ και μετά κατέληγε στην "Βόλτα".

Η Λάκκα ήταν μια τοποθεσία του χωριού, εκεί που σήμερα είναι το ξωκλήσι της Παναγίας. Εκεί μέσα στο ξερόλακκο που κατέβαζε τα νερά της ‘’ψηλής ράχης’’ προς τον κάμπο και πριν φτάσει στον Αγ. Παντελεήμονα έσβηνε σχεδόν εντελώς, ο Ασημάκης Μπίθας, Θεσσαλονικιός, ταχυδρομικός υπάλληλος που λάτρευε τη φύση, ανακάλυψε μια πηγή με κρύο και γάργαρο νερό, που έρχονταν βαθιά απ’ τα σπλάχνα του βουνού. Με φίλους του έκανε μια κατασκευή, συγκέντρωσε το νερό και το κατηύθυνε σε μια βρυσούλα μέσα στη ρεματιά κάτω από τον ίσκιο των δέντρων. Από τότε, εκεί κάθε Σάββατο απόγευμα και τις Κυριακές σχεδόν όλη μέρα, αγόρια και κορίτσια παρέες-παρέες πήγαιναν να περάσουν λίγη ώρα μακριά απ’ το χωριό και κοντά στο δροσερό νερό της πηγής. Κάθονταν στα πρόχειρα φτιαγμένα παγκάκια, που υπήρχαν εκεί και συζητούσαν διάφορα, ενώ περίμεναν να κρυώσουν τα φρούτα τους, καρπούζια, πεπόνια, σταφύλια, σύκα, που είχαν βάλει μέσα στην λεκάνη όπου έπεφτε το κρύο νερό της πηγής. Όταν σουρούπωνε φυσικά, όλοι σιγά-σιγά αναχωρούσαν για το χωριό για να συνεχίσουν στη ‘’Βόλτα’’, τις συζητήσεις που είχαν αρχίσει στη ‘’Λάκκα’’.

Αργότερα στη τοποθεσία αυτή χτίστηκε το ξωκλήσι της Παναγίας, επειδή όπως λέγαν, η Μαρία η ‘’Πιλικούδα’’, έτσι λέγαμε την δεύτερη γυναίκα του μπάρμπα Γραμμένου του Διαβάτη (ή Τσιανγκάλη), ισχυρίζονταν ότι της παρουσιάστηκε η Παναγία κατ’ επανάληψη στον ύπνο της και της ζητούσε να κτιστεί εκεί στη Λάκκα ξωκλήσι με το όνομά της. Κάποιοι λοιπόν περισσότερο θεοσεβούμενοι φρόντισαν τότε και κτίστηκε εκεί το εκκλησάκι αυτό.

Η Βόλτα αρχικά γίνονταν από το "Ζάππειο" και πέρα, προς τον δρόμο που πήγαινε για την "Λάκκα". Αργότερα  άλλαξε τοποθεσία και γίνονταν στην Ζαγκλιβερνή στράτα. Η "Βόλτα" ήταν μια διασκέδαση για την νεολαία. Ένα νυφοπάζαρο. Ένα ποτάμι από νέους που τα βραδάκια ανεβοκατέβαινε από την γέφυρα μέχρι του Βλάχου το δέντρο. Συζητούσαν παρέες-παρέες, στέλνονταν προξενιές από παρέα σε παρέα, γέλια, χάχανα, και οι πιο μικροί τρέχαμε και παίζαμε ανάμεσα σ αυτό το ανθρώπινο ποτάμι που συνεχώς προχωρούσε. Εκεί κλείνονταν τα διάφορα ραντεβού, που κατέληγαν συχνά λίγο πιο κάτω στα χασίλια κοντά στο γήπεδο.

Κάποια καλοκαιρινά βράδια, πηγαίναμε στο βοσκιό. Πολλοί νέοι μαζί, παίρναμε τα άλογα, τα γαϊδούρια και τα μουλάρια και πηγαίναμε στα τσαΐρια για διανυκτέρευση, για να βοσκήσουν χόρτα τα ζώα και για να κάνουμε μουχαμπέτι οι νέοι. Πολύ αργά την νύχτα στρώναμε ένα στρωσίδι κάτω, σκεπαζόμασταν και με ένα άλλο και χαζεύοντας τα αστέρια και ονειροπολώντας, μας έπαιρνε ο ύπνος. Το πρωί φυσικά έπρεπε να ξυπνήσουμε πολύ νωρίς, να πάμε για δουλειά. Όμως οι βραδιές αυτές ,του βοσκιού, μας έμειναν αξέχαστες.

Εκτός από καπνά βάζαμε και σιτάρια. Αυτά όμως, όχι για να τα πουλήσουμε, αλλά για να έχει ο καθένας ψωμί για το σπίτι του. Τον Ιούλιο αφού θερίζονταν τα σιτάρια, κουβαλιόντουσαν τα δέματα των σταχυών και στοιβάζονταν σε δύο-τρία μέρη στον κάμπο, σε θημωνιές. Εκεί ο καθένας είχε την θημωνιά του και περίμενε να έλθει η ώρα του να περάσει η πατόζα[4] και να αλωνίσει. Κομπίνες τότε δεν υπήρχαν ακόμη αλλά θυμάμαι ότι οι αγρότες ήταν ευτυχισμένοι γιατί δεν αλώνιζαν με τα ζώα, όπως έκαναν οι πατεράδες τους. Θεωρούσαν ότι υπήρχε μεγάλη πρόοδος. Θυμάμαι τον πατέρα  μου που έλεγε:

-Πού είσι ρε πατέρα να δγείς.

Από το αλώνισμα παίρναμε το αλεύρι της χρονιάς για μας και άχυρο για τα ζώα για όλη τη χρονιά. Το άχυρο δεν το δένανε σε μπάλες αλλά το φόρτωναν στα κάρα, στα οποία τοποθετούσαν ένα είδος διχτυού γύρω-γύρω από τις κλημές. Έτσι το άχυρο μεταφέρονταν χύμα στα αχούρια που είχαν όλα τα σπίτια. Οι δρόμοι φυσικά όλου του χωριού εκείνη την εποχή ήταν γεμάτοι από άχυρα.

Εκείνη την χρονιά μπουρλιάζαμε στο "κονάκι" μας, όπως μας άρεσε με περηφάνια να το λέμε. Το "κονάκι" ήταν ένα μέρος όπου παλιότερα ήταν το διοικητήριο του χωριού κι όπου έμενε ο Τούρκος Αγάς, ο διοικητής του χωριού δηλαδή. Φαίνεται λοιπόν, πως ο παππούς μας ο Θανάσης ο Κούρκος, πρόσφυγας κι αυτός, διωγμένος από τούς Βουλγάρους από το χωριό του το Μελένοικο της Αν. Ρωμυλίας, και καλοστεκούμενος οικονομικά, αγόρασε το κονάκι. Σήμερα στο κονάκι βρίσκεται κτισμένο το σπίτι του Τάκη του Αδαμούδη και της θείας μου της Βέφας Κούρκου. Θυμάμαι λοιπόν πως στο βάθος του οικοπέδου υπήρχε μια παραγκούλα σκεπασμένη μόνο από πάνω με κεραμίδια και γύρω ανοικτή. Απλώναμε λοιπόν κουρελούδες γύρω-γύρω για να μην μας λιάζει και εκεί μπουρλιάζαμε το καπνό μας. Στη μέση του οικοπέδου θυμάμαι πως είχε μια μεγάλη καϊσιά, που έκανε τα καλύτερα καίσια που έχω φαει ποτέ, μα που δεν μας άφηναν καν να την πλησιάσουμε πριν ωριμάσουν τα καίσια. Έφευγαν λοιπόν οι μεγάλοι από τα βαθιά σκοτάδια, στις 3:00 περίπου για το μάζεμα του καπνού, και κατά τις 10:00 το πρωί έφερναν το καπνό στο σπίτι για να μπουρλιαστεί. Να περαστεί δηλαδή φύλλο-φύλλο σε βελόνες κι από κει σε ράμματα. Να απλωθεί στις λιάστρες για να στεγνώσουν τα φύλλα και πήγαινε λέγοντας. Τα μικρά παιδιά συμμετείχαμε στο μπούρλιασμα καθημερινά και σχεδόν όλη μέρα. Μάλιστα μας έβαζαν να συναγωνιζόμαστε, ποιος θα τελειώσει γρηγορότερα την βελόνα του, με έπαθλο ένα μπράβο. Μας δούλευαν δηλαδή για να δουλεύουμε. Βλέπεις τότε δεν υπήρχαν ούτε Σέγκεν, ούτε Λίντερ ούτε νόμοι για τα δικαιώματα των παιδιών.Τα δάκτυλά μου όλο σχεδόν το καλοκαίρι ήταν καταξεσκισμένα από τις βελόνες του καπνού, γιατί στην βιασύνη του συναγωνισμού με την μικρότερη αδελφή μου, πολλές φορές δεν πετύχαινα το φύλλο του καπνού, αλλά τα δάχτυλά μου.

Ένα απόγευμα το μπούρλιασμα τέλειωσε νωρίς κατά τις 6μ.μ, και τα παιδιά βγήκαμε να παίξουμε εκεί έξω από το κονάκι, στην πλατειούλα που γίνονταν ανάμεσα στο κονάκι, στο σπίτι του Σκαρλάτου και στο " Εξοχικό" του Κανάκη. Ο δρόμος ήταν γεμάτος άχυρα, τόσο που τα ξυπόλυτα ποδαράκια μας χώνονταν μέσα τους. Κι αφού κάναμε διάφορα παιχνίδια, κρυφτό, μπίκια, κυνηγητό και δεν ξέρω τι άλλο, μια διαβολική ιδέα πέρασε από το μυαλό μας. Εγώ κι ο ξάδερφός μου Θανάσης Κούρκος, καλή του ώρα, ζει στο Σίντνεϋ της Αυστραλίας σήμερα, είχαμε βρει, λίγες μέρες νωρίτερα, κάπου στο λάκκο της εκκλησίας, ένα παλιό, πεταμένο κηροπήγιο. Ήταν ένα κηροπήγιο φτιαγμένο από ένα σιδερένιο στεφάνι, διαμέτρου 40 εκατοστών περίπου, που γύρω-γύρω είχε κάποιες μυτερές τριγωνικές προεξοχές, πάνω στις οποίες, αφού τα ζέσταιναν, κολλούσαν οι εκκλησιαζόμενοι, το κάτω μέρος των κεριών τους, όταν βέβαια το κηροπήγιο ήταν ακόμη στην εκκλησία. Το συμμαζέψαμε και το κρύψαμε σε μία γωνιά στο κονάκι. Αφού λοιπόν αλληλοκοιταχτήκαμε με τον Θανάση, και σχεδόν χωρίς να ανταλλάξουμε κουβέντα, λες και οι δύο να είχαμε την ίδια πονηρή σκέψη, πήγαμε και πήραμε το κηροπήγιο. Το σκεπάσαμε σ ένα σημείο με πέτρες, χόρτα και άχυρα και βάλαμε μπρος το σχέδιο. Φωνάξαμε και τους Σκαρλατάδες και από την μια εμείς οι δύο κι η αδελφή μου η Κατίνα, που σημειωτέον δεν ήξερε τι σχεδιάζαμε, κι από την άλλη μεριά ο Αργύρης και η Παναγιώτα του Σκαρλάτου και δεν θυμάμαι ποιος άλλος, αρχίσαμε ένα περίεργο κυνηγητό. Τρέχαμε και κυνηγιόμασταν. Εμάς όμως τους δυο συνωμότες, ούτε που μας ένοιαζε αν κερδίζαμε ή χάναμε. Εμείς κρυφογελούσαμε, σκεφτόμενοι τι θα γίνονταν, αν πετυχαίναμε το σκοπό που είχαμε βάλει. Κι εδώ θα πω ότι ο σκοπός δεν ήταν καθόλου καλός. Κυνηγούσαμε λοιπόν κι οι δύο μας κυρίως την Παναγιώτα, προσέχοντας μην καταλάβει ότι πρόθεσή μας ήταν να την οδηγήσουμε προς το κηροπήγιο και να την βάλουμε να πατήσει απάνω για να γελάσουμε. Εκείνη ήταν μεγαλύτερη από μας και κατάφερνε και ξεγλιστρούσε. Και σε μια στιγμή πράγματι την στριμώξαμε πολύ, μα την τελευταία στιγμή ξέφυγε. Ποιος ξέρει; Είχε καταλάβει τι της ετοιμάζαμε; Όμως ενώ εκείνη είχε ξεφύγει, δεν τα κατάφερα εξ ίσου καλά και εγώ. Στραβοπάτησα και στο άλλο βήμα το πόδι μου σηκώθηκε έχοντας καρφωμένο από κάτω το κηροπήγιο, ενώ η μύτη του προεξείχε πάνω από την ράχη του ποδιού μου. Ανατριχιαστικό όπως το σκέφτομαι τώρα μα τότε ένοιωσα μόνον ένα τρομερό πόνο κι έπεσα κάτω. Η παρέα διαλύθηκε και μ’ άφησαν μόνο, φοβούμενοι όλοι πως θα τους έπαιρνε η μπόρα. Γύρω μου μαζεύτηκαν κάποιοι μεγάλοι, που φώναζαν μη ξέροντας:

-Παλιόπιδα, τι τόκαντι του πιδί!

Σε λίγο έφτασε κι ο πατέρας μου, που με πήρε αγκαλιά, έβγαλε προσεκτικά το κηροπήγιο από το πόδι μου και με πήγε στο γιατρό, που μου το καυτηρίασε. Όταν γυρίσαμε στο χωριό ζήτησε να μάθει πώς είχε γίνει. Τι να του πω και τι να εξηγήσω; Ευτυχώς ο Θανάσης πετάχτηκε και έδωσε πειστικότατες εξηγήσεις:

-Το κηροπήγιο είπε, το έβαλε η Παναγιώτα, που μετά με κυνήγησε κι εγώ μην ξέροντας πάτησα απάνω.

Από το ξύλο που έφαγα, κατάλαβα ότι ο πατέρας μου ήξερε την αλήθεια. Για μία -δύο βδομάδες  κουτσάθηκα και λούφαξα. Χάθηκα απ την πιάτσα.



[1] Πετροκέρασα.

[2] Δωμάτιο

[3] Το τελευταίο στάδιο επεξεργασίας του καπνού ποικιλίας μπασμά. Οι μπουρλιές διαλύονταν και το καπνό καθαρίζονταν φύλλο-φύλλο, και ξεχωρίζονταν σε ποιότητες Α, Β και σε άχρηστο για κάψιμο.

[4] Μηχάνημα που αλώνιζε τα θερισμένα σιτάρια

 

Διαβάστηκε 371 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:59

Τελευταία άρθρα από τον/την bozatzidis

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ο χωροφύλακας Τα τσίπουρα »
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

Σόμπορο

Σόμπορο
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό Χειμωνα να εχουμε ,ηπιο χωρις πολλες σκοτουρες Σόμπορο (14.11.17, 12:49)(18:12) 0
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες στο μεσον τουφθινοπωρου και βαλτωσαμε ,με το καλο ναρθει ο Χειμωνας τα πηρατε τα ξυλα σας φετος μου μοιαζει βαρυς θα ειναι . . τα λεμε του χρονου καλο υπνο Σόμπορο (10.10.17, 13:54)(18:12) 0
Βλ Λιγοτερη κινηση στο σομπορο η πολλη ειναι καταρα Σόμπορο (24.08.17, 14:01)(18:12) 0
Βλ σε σας πετυχατε να εχετε μια θεση στην ανωτατη εκπαιδευση συγχαρητηρια και κάντε το σταυρο σας να αλλαξει η οικονομική κατασταση στην πατριδα μας ωσπου να γίνετε ακαδημαίκοι πολιτες και για τους αλλους που δεν τα καταφεραν η ζωή δεν χαθηκε υπαρχουν και αλλες ευκαιριες γεροι να ειστε σιγουρα και για σας κατι περιμενει Σόμπορο (24.08.17, 13:58)(18:12) 0
Βλ Με το νερο καλέ τι γινεται τα φαγαμε τα 2,5 χρονια και το θεμα αλυτο Από λογια ..... Σόμπορο (02.05.17, 12:20)(18:12) 3
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό μηνα και από δω καλο καλοκαιρι Σόμπορο (02.05.17, 12:16)(18:12) 1
Βλ Καλημέρα Αδαμ ,μα τι κινηση ειναι αυτή .Γιατι δεν καλημεριζόμζστε εστω και ετσι μιας και βαριομαστε να πουμε καλημερα όταν ανταμωνουμε Σόμπορο (29.01.17, 08:51)(08:01) 2
Βλ λαθος στην παραδοση Σόμπορο (25.12.16, 19:42)(19:12) 4
Βλ Βρε παιδιά η δωρεα του παραδωσιακων μουσικων οργανων του Χρισ Χάλαρη στο Αδάμ τι γίνεται? την κλεισαμε στο σχολειο και εκει βαλτωνει Σόμπορο (25.12.16, 14:06)(14:12) 5
Βλ Εσεις που γραφατε που χαθηκατε ,η σελιδα νομιζω ότι πατωνει και αυτο ειναι κακο μια σελιδα που θα ζηλευαν μεγαλες πολεις Σόμπορο (25.12.16, 13:30)(13:12) 2
Βλ Χρονια πολλά Αδάμ όπου και αν βρισκεσαι στην πατριδα ή στα περατα του κόσμου και καλή χρονια να εχουμε με υγεία και ειρήνη Σόμπορο (25.12.16, 13:28)(13:12) 2
Βλ Αντε εμεις γενικως πεινάμε μα εσεις εκτος Ελλάδος δεν πεινάτε και δεν μπαίνετε να μας πειτε πως τα περνάτε Σόμπορο (20.09.16, 17:26)(18:12) 3
Βλ πάει και αυτή η σελιδα την επιασε και αυτή η οικονομικη κρίση Ντροπη μας Σόμπορο (20.09.16, 17:22)(18:12) 0
Βλ αντε βρε κουνηθειτε ,ετσι θα πάρουμε την Πόλη? Σόμπορο (26.07.16, 23:07)(23:07) 2
Βλ απο τοτε που το κανατε μοντέρνο adamiotes θαρρεις και κάτσατε πάνω τετοια καντεμιά Σόμπορο (26.07.16, 23:04)(23:07) 1
Βλ το βιβλιο θαναση πολυ καλό , οι αναμνησεις μας ζωντανευουν Σόμπορο (18.06.16, 11:54)(18:12) 1
thanasispap Βασίλη εντάξει,τα βρήκα.'Εφτεγε το ipad.. Σόμπορο (26.05.16, 03:06)(03:05) 2
bozatzidis Αφού φανεί το βιβλίο σε πλήρη οθόνη, όποιος θέλει να το κάνει ακόμη μεγαλύτερη, πατάει το εικονίδιο για ζουμ που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στα βελάκια. Είναι ο μεγεθυντικός φακός με το + Σόμπορο (25.05.16, 22:09)(22:05) 1
bozatzidis Για να πας στην προηγούμενη σελίδα δεν έχει να κάνει ποτέ με ένα site. Πατάς το πάνω αριστερό βελάκι του browser (mozzilla, chrome κλπ). Σόμπορο (25.05.16, 22:06)(22:05) 0
bozatzidis Θανάση ανεβάζω εικόνα που δείχνει που πρέπει να κλικάρεις για να δεις το βιβλίο σε πλήρη οθόνη. Σόμπορο (25.05.16, 22:05)(22:05) 0
You are not allowed to use shoutbox.