ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:36

Ο χωροφύλακας

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Θαρρώ πως ήταν καλοκαίρι του 1953 ή ίσως 1954. Στο κάτω πλατάνι του χωριού, έτσι λέγαμε τότε την κάτω πλατεία του χωριού, γιατί στο κέντρο της δέσποζε ένα τεράστιο γέρικο πλατάνι, ένα τσούρμο από πιτσιρικάδες, ξυπόλυτοι, με το μαύρο μακό σώβρακο να καλύπτει ως τα γόνατα τα κοκαλιάρικα ποδαράκια, με το άσπρο μακό κι αμάνικο φανελάκι, μαυριδεροί σαν γυφτάκια από τον καλοκαιριάτικο ήλιο, χωρισμένοι σε δυο ομάδες, κλωτσούσαμε μια μισοξεφούσκωτη λαστιχένια μπάλα. Αυτό γινόταν καθημερινά σχεδόν, σε διάφορα μέρη του χωριού. Τα γήπεδά μας. Το στενό του Μπαμπάλα, όπου είχα και κάποια δικαιώματα, λόγω της γειτνίασης με το σπίτι της γιαγιάς μου, ήταν το πιο πολυχρησιμοποιημένο γήπεδο της ομάδας μας. Εκεί, πολλές φορές πεταγόταν έξω ο πατέρας του Βαγγέλη του Μπαμπάλα και μας έπαιρνε στο κυνήγι φωνάζοντας :

-Φιβγάτι απου δω ρε. Τι ‘ν ιδώ, γήπεδους  είνι;

 

Κείνο το καλοκαίρι είχαμε ξεφαντώσει. Τρέλες παιδικές, ζημιές σε μπουστάνια, κουκιά, οπωροφόρα δέντρα, παιχνίδια στις γειτονιές, μπίκος, κλέφτες κι αντάρτες, πετροπόλεμος, κουτρουκλούδια. Κάθε μέρα και κάτι άλλο. Θυμάμαι ακόμα τα περισσότερα παιδιά, που συμμετείχαν στο καλοκαιριάτικο εκείνο ξεφάντωμα, που δεν ήταν φυσικά ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο των παιδικών μας χρόνων. Ο Θανάσης  ο Φιγκιώρης, ο Τζιώτζιος ο Σπύρτος, ο Γιώργος ο Ράπτης, ο Γιώργος ο Μουστάκας ή Κουσκουνάς, ο Βαγγέλης ο Μπαμπάλας, ο Τάκης ο Γεράκης ή Καστάνης ή Πίπης, αλλά κι άλλοι που  ας με συγχωρέσουν πού δεν θα τους αναφέρω όλους, ήταν πάντα παρόντες.

Τα χασίλια[1] γύρω απ’ το χωριό τα ρημάζαμε παίζοντας μπάλα. Τα κουκιά που έσπερναν οι νοικοκυραίοι σε χωράφια τους κοντά στο χωριό τα δίναμε και καταλάβαιναν. Τα βράδια που σουρούπωνε και έπρεπε να γυρίσω στο σπίτι, θυμάμαι ότι πάντα το έκανα φοβισμένος, μην είχαν μάθει τίποτα οι δικοί μου απ’ όσα είχαν γίνει την μέρα. Και η μάνα μου, μόλις με έβλεπε να μπαίνω στην αυλή, μου έλεγε,

-Άιντε, φάι κι κμήσ.

Φοβόταν κι αυτή πως όπως σχεδόν κάθε μέρα, κάτι θα είχαμε κάνει, σε κάποια ζημιά θα συμμετείχα. Κι αν το μάθαινε ο πατέρας μου…. Αλίμονο. Θα έτρωγα πάλι της χρονιάς μου. Πίστευε βλέπεις ο πατέρας μου ότι το ξύλο βγήκε απ τον παράδεισο.

Παίζαμε λοιπόν, εκείνο το μεσημέρι με την μπάλα, όταν από κάποιον έπεσε το σύνθημα. Στο Ζαγκλιβέρι το απόγευμα θα είχε αγώνα ποδοσφαίρου. Φιλικό βέβαια, ανάμεσα στις δύο ομάδες, που διατηρούσε τότε το μεγάλο χωριό, τον Μ. Αλέξανδρο και τον Άρη Ζαγκλιβερίου. Φαίνεται πως από κείνα τα χρόνια η πλειονότητα των Ζαγκλιβερινών ήταν με τον Άρη. Φύγαμε λοιπόν όλοι για τα σπίτια μας. Φάγαμε. Περίμενα να ξαπλώσουν για μεσημεριανό ύπνο οι μεγάλοι, και μόλις άρχισαν τα πρώτα ξεφυσήματα και ροχαλητά, σιγά-σιγά, με τον φόβο μη με πάρουν χαμπάρι, σαν τον κλέφτη, άνοιξα αθόρυβα την πόρτα και την κοπάνησα. Τότε, βλέπεις, όλη η οικογένεια έμενε όλη μέρα και κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο. Τον ‘’νουντά‘’ όπως τον λέγαμε.

Σχεδόν μέσα στο γιόμα[2] βρεθήκαμε όλοι στον χώρο συγκέντρωσής μας, στο κάτω το πλατάνι. Νωρίς-νωρίς, με τον ήλιο να ζεματάει ακόμα, βρεθήκαμε στην πλατεία του Ζαγκλιβερίου, κάτω από τα τεράστια πλατάνια που ήταν γεμάτα από καλιακούδες, που περιποιούνταν δεόντως τον κόσμο που βολτάριζε από κάτω, κουτσουλώντας τους. Όλοι εμείς ήμασταν ντυμένοι με την επίσημη καλοκαιρινή μας στολή. Φανελάκι άσπρο αμάνικο, σώβρακο μακό μαύρο και όπως πάντα ξυπόλυτοι. Γυροφέρναμε λοιπόν ξένοιαστοι κάτω απ τα πλατάνια ακούγοντας τα κρωξίματα απ τις καλιάκες και όντας λίγο φοβισμένοι, επειδή ήμασταν ξένοι σε ξένο χωριό. Πώς να μην φοβάσαι; Το Ζαγκλιβέρι είχε κι Αστυνομία. Για πλάκες ήμασταν!

Βολτάραμε λοιπόν κάτω απ τα πλατάνια  χωρίς τρέλες, σφιγμένοι κάπως από την παρουσία εκεί κάποιου χωροφύλακα, όταν αυτός σοβαρός-σοβαρός μας πλησίασε. Σήμερα είμαι σίγουρος πως κάποιοι άλλοι του είπαν να μας κάνει πλάκα, και μάλιστα χωριανοί μας, ποτέ όμως δεν έμαθα ποιοι. Μας πλησίασε λοιπόν κι εμείς παγώσαμε, καθώς είπε:

-Έ, 'σεις Αδαμιώτες, αν σας ξαναδώ μπροστά μου, θα σας πάρω τα σώβρακα.

Παναγία μου... Κάναμε ένα γρήγορο συμβούλιο, και στο τάκα-τάκα αποφασίσαμε. Θα φεύγαμε. Να μας έλλειπε κι ο Άρης κι ο Μ. Αλέξανδρος και το Ζαγκλιβέρι με τους χωροφύλακές του. Καλύτερα στο χωριό μας, φορώντας και τα σώβρακα μας, παρά στο Ζαγκλιβέρι με τέτοιες απειλές και με τέτοιο κίνδυνο από τον χωροφύλακα.

Το βάλαμε στα πόδια λοιπόν και φύγαμε. Θυμάμαι ότι εκτός από μένα στην επιστροφή ήταν ο Θανάσης ο Φιγκιώρης, ο Αργύρης ο Σκαρλάτος, ο Γιώργος ο Ράπτης, ο Γιώργος ο Μουστάκας ή Κουσκουνάς, κι ο αγαπημένος μου ο ξάδερφος ο Θανάσης ο Κούρκος. Ο Τάκης ο Παπουτσής κόλλησε δίπλα στους μεγάλους, θαρρώ στον ξάδελφό του τον μακαρίτη τώρα τον Μανόλη Παπουτσή, και δεν μας ακολούθησε στην επιστροφή. Το συνήθιζε αυτό ο Τάκης. Συχνά παρίστανε τον μεγαλύτερό μας και πήγαινε με τους μεγάλους.

Ο δρόμος ο παλιός Ζαγκλιβέρι-Αδάμ, η λεγόμενη Ζαγκλιβερνή στράτα, δεν ήταν ίσιος όπως είναι σήμερα, αλλά όλο στροφές. Περνούσε λίγο πιο πάνω απ τον σημερινό δρόμο, ακριβώς από κει που πάει σήμερα για το γήπεδο, μόλις δε περνούσε τη θέση των σημερινών αποδυτηρίων του γηπέδου, έστριβε προς τα κάτω ξανά και έβγαινε στο ύψος του σημερινού δρόμου, περνώντας πίσω απ το σημερινό σπίτι του Βαγγέλη του Γκουλούσιου. Το επίπεδο του δρόμου ήταν πιο χαμηλό από τα χωράφια, περίπου δύο μέτρα, σαν να επρόκειτο για την κοίτη κάποιου ξεροπόταμου. Δεξιά και αριστερά ο δρόμος δεν είχε διέξοδο προς τα χωράφια, παρά μόνο σε μερικά σημεία, γιατί χωρίζονταν από βάτους, βατσνιές και παλιούρια τα λέγαμε, που είχαν γίνει ολόκληρα βουνά.

Θυμάμαι λοιπόν  την επιστροφή μας από το Ζαγκλιβέρι εκείνη την μέρα. Πλησιάζαμε στο χωριό κι ήμασταν στο ύψος των σημερινών αποδυτηρίων. Ξυπόλυτοι καθώς ήμασταν, τα πόδια μας χώνονταν μέσα στην σκόνη, που δημιουργούσαν στο δρόμο τα κάρα, που πήγαιναν κι έρχονταν στον χωματόδρομο. Η σκόνη έκαιγε τα πόδια μας, αλλά ούτε που μας ένοιαζε. Συζητούσαμε διάφορα. Λέγαμε να πηγαίναμε για ζούλες. Άλλος είπε να πάμε να κλέψουμε κουκιά, κι άλλος να πάμε στο μπουστάνι του μπάρμπα Νικόλα του Αδαμούδη, από την άλλη μεριά του χωριού, στον δρόμο για τον Άγιο Μόδεστο. Ο Θανάσης ο Φιγκιώρης έριξε την δικιά του ιδέα. Εκεί δίπλα που ήμασταν, στο καπνό του μπάρμπα Μήτρη του Γκουλούσιου, ακριβώς στο χωράφι, που είναι τώρα το σπίτι του γιου του, του Βαγγέλη, μέσα στο καπνό είχε φυτρώσει μια καρπουζιά, από μόνη της, προφανώς από σπόρο περσινού καρπουζιού. Ο Θανάσης την εντόπισε, ποιος ξέρει πώς  κι όταν έκανε το πρώτο καρπουζάκι, το σκέπασε μέσα στο χώμα, μη του το φάνε βλέπεις  τα αφεντικά. Πάμε λοιπόν, μας λεει, να βρούμε το καρπούζι και να το φάμε.

Κι έτσι κι έγινε. Προσεκτικά, μην πατήσουμε κανα τριβόλι ή κανα αγκάθι από τις παλιουριές βγήκαμε από τον δρόμο και μπήκαμε στο καπνό. Κι ενώ ψάχναμε για την καρπουζιά ξαφνικά ακούστηκε ένας ήχος που μας πανικόβαλε. Από τον δρόμο ούτε καν που φαινόμασταν. Το καπνό μάλιστα ήταν σίγουρα ψηλότερο απ’ όλους μας. Όμως ο ήχος! Ντρίν....Ντρίν... ξανακούστηκε. Κουδούνι ποδηλάτου που έρχονταν από Ζαγκλιβέρι προς Αδάμ. Το κουδούνισμα πρωτακούστηκε κάπου στην στροφή του δρόμου. Φοβόταν βλέπεις μην τρακάρει με κανα κριθαροκίνητο. Ποδήλατο τα χρόνια εκείνα, δικό του είχε μόνο ένας χωροφύλακας. Νάτος λοιπόν ο χωροφύλακας, έρχονταν στο Αδάμ. Στο μυαλό όλων πέρασε η ίδια σκέψη. Κι αν; Αν ήταν εκείνος που μας απείλησε ότι θα μας πάρει τα σώβρακα; Κι αν είχε καταλάβει πως πήγαμε να κλέψουμε το καρπούζι του Γκουλούσιου; Πανικός λοιπόν! Χεστήκαμε απ το φόβο μας και δεν ξέραμε από που να πρωτοφύγουμε. Το καπνό ήταν ψηλό και δεν ξέραμε καν προς τα πού τρέχαμε.

Ήμουνα ο πρώτος που από λάθος βγήκα στο δρόμο, ενώ οι περισσότεροι σκορπίστηκαν προς άλλες κατευθύνσεις. Τα πόδια μου λύθηκαν! Παναγία μου είχα βγει είκοσι μέτρα περίπου μπροστά από τον χωροφύλακα που ο άνθρωπος  βέβαια δεν είχε ιδέα τι είχε γίνει και γιατί έτρεχα. Εγώ το ήξερα όμως. Έκανα κουράγιο κι άρχισα να τρέχω πιο γρήγορα. Δεν έπρεπε να με πιάσει! Τα πόδια μου χτυπούσαν στον κώλο. Κι ο χωροφύλακας που ψυλλιάστηκε πως για κάποιο λόγο έτρεχα, άρχισε να φωνάζει πίσω μου προφανώς για πλάκα:

-Πιάστον ρε-πιάστον!

Θα με πιάσεις; Έλεγα εγώ μέσα μου. Πιο γρήγορος λοιπόν κι απ το ποδήλατο του χωροφύλακα, έφυγα μπρος. Βρήκα ένα άνοιγμα στις βατσνιές, κάπου στού Βλάχου το δέντρο περίπου, βγήκα απ τον δρόμο και μπήκα ξυπόλυτος στου μπάρμπα Τζιώτζιου του Βλάχου το χωράφι. Κι ο χωροφύλακας ακόμα ακούγονταν πίσω μου:

 -Πιάστον ρε, πιάστον!

 Το ίδιο όμως διαπίστωσα σύντομα, ότι φώναζαν και κάπου πιο κοντά μου. Τρέχοντας γύρισα και είδα τον Θανάση τον Αδαμάρα, πολιτικό μηχανικό σήμερα, που έβοσκε εκεί κοντά πέντε-έξι προβατούδια του πατέρα του. Βλέποντάς με λοιπόν να τρέχω πανικόβλητος, άρχισε και φώναζε κι αυτός για να γελάσει:

-Πιάστον ρε-πιάστον!

 Δεν του έδωσα σημασία και συνέχισα να τρέχω για να γλιτώσω από τον χωροφύλακα. Το χωράφι ήταν γεμάτο από τριβόλια. Πώς έγινε όμως και με τέτοιο τρέξιμο ούτε αγκάθι δεν καρφώθηκε στα πόδια μου; Όταν το θυμάμαι και γελάω, πάντα λεω πως μάλλον δεν προλάβαιναν να καρφωθούν τα αγκάθια από την ταχύτητα που είχα αναπτύξει. Ο χωροφύλακας προσπέρασε κι έφυγε πηγαίνοντας για το χωριό, μα εγώ συνέχισα να τρέχω. Έφθασα πίσω από την εκκλησία κι έστριψα αριστερά προς το βαγιόνι[3].

Στην αρχή σκέφτηκα να περάσω μπροστά από την εκκλησία, να περάσω από το πάνω το πλατάνι να πάρω το στενό τρέχοντας και να φτάσω στο σπίτι μου. Όμως σαν να μην μου φάνηκε καλή ιδέα. Γιατί αν στο δρόμο συναντούσα τον χωροφύλακα; Κι αν πάλι ήταν σπίτι μου και το είχε συζητήσει με τον πατέρα μου και με περίμενε για να με συλλάβει; Στο μυαλό μου φάνταζε σαν τρομερό έγκλημα αυτό που είχαμε κάνει. Όχι, όχι. Δεν έπρεπε να μπω στο χωριό, τουλάχιστον τώρα αμέσως. Έπρεπε να κρυφτώ. Κι έτσι έκανα.

Τράβηξα από τον λάκκο της εκκλησιάς προς τα πάνω. Έστριψα αριστερά, πίσω απ’ τον λόφο "γκλαμπουρτζή" και λαχανιασμένος έφτασα στην τοποθεσία "Δέση" ή "Μποντέτα", όπως την έλεγαν άλλοι, πήγα και λούφαξα ανάμεσα στα κλήματα, στο αμπέλι μας. Αφού ηρέμησα λίγο απ το λαχάνιασμα, άρχισα να σχεδιάζω τις επόμενες κινήσεις μου. Φαντάστηκα την σύλληψή μου, που πίστευα πως δεν θα αργούσε. Είδα τον εαυτό μου με χειροπέδες να οδηγείται στην φυλακή. Όχι, δεν θα κατέβαινα στο χωριό. Μα σε λίγο θα νύχτωνε. Αδιέξοδο.... Τουλάχιστον όσο δεν νύχτωνε θα έμενα εκεί κρυμμένος. Το αποφάσισα. Σε λίγο όμως άρχισε να σουρουπώνει και τα πουλιά καθώς συμμαζεύονταν στα γιατάκια τους μέσα στους θάμνους, έκαναν περίεργους θορύβους, που πολύ με τρόμαζαν. Με έζωσαν οι φόβοι. Βγήκα λοιπόν από το γιατάκι μου και δειλά-δειλά κατηφόρισα προς το χωριό. Όταν έφτασα στου Φιγκιώρη το σπίτι, άκουσα φωνές μέσα καθώς έπαιζαν ο Θανάσης με την αδελφή του την Τασούλα. Πήρα θάρρος. Το Θανάση δεν τον έπιασε ο χωροφύλακας, εμένα γιατί τάχα να με πιάσει; Όμως εκείνον δεν τον είχε καν δει, γιατί δεν είχε βγει στο δρόμο την στιγμή που αποκαλύφτηκε το έγκλημά μας αλλά είχε τρέξει προς τα κάτω, μέσα στα καπνά. Μου ξανάφυγε ο αέρας, που προς στιγμή είχα πάρει και φοβισμένος σιγά-σιγά από τα σκοτεινά δρομάκια έφτασα στο σπίτι μου. Έσπρωξα την βαριά ξύλινη εξώπορτα της αυλής μας και μπήκα. Την είχα γλιτώσει. Ούτε  χωροφύλακας ούτε τίποτα. Μονάχα η φωνή της μάνας μου ακούστηκε από μέσα να μου λεει:

-Θανάασ.. Άιντι  Πιδίμ, πού είσι... Άιντι έλα να φας κι να κμηθείς, καλό μ. Μην έρθ η μπαμπάς σ, κι σι προλάβ ξύπνιουν...

Ήξερε η φουκαριάρα η μακαρίτισσα η μάνα μου τι παιδί είχε. Ήξερε, πως δεν μπορεί, κάτι θα είχα κάνει που να άξιζε για ξύλο. Γι' αυτό κάθε βράδυ με έβαζε νωρίς-νωρίς για ύπνο για να γλιτώσω το ξύλο από τον πατέρα μου, που όλοι ήξεραν πώς δεν το χάριζε. Ήταν βλέπεις της θεωρίας "το ξύλο βγήκε απ τον παράδεισο". Όμως αν προλάβαινα και κοιμόμουνα, ε νισάφι, δεν με ξυπνούσε για να με δείρει και την άλλη μέρα θα το ξεχνούσε ή θα είχε μαλακώσει ο θυμός του. Κι αν πάλι με προλάβαινε ξύπνιο, η μάνα μου, μου έλεγε:

-Κουκλώσ... κι μην ανισιαίνς ντιπ..

 Έτσι λοιπόν κι εκείνο το βράδυ.

Αλλά εγώ χάρηκα. Αφού δεν με έψαχνε ο χωροφύλακας, όλα τα άλλα προσπερνιόντουσαν. Έφαγα λοιπόν, όπως είπε η μάνα μου. Κουκουλώθηκα κάτω από τα ελαφρά, καλοκαιριάτικα σκεπάσματα, και κοιμήθηκα αμέσως. Την είχα γλιτώσει!…

 



[1] Σιτάρι που το έσπερναν σε κάποια χωράφια κοντά στο χωριό, τα αγίλια.

[2] Καταμεσήμερο.

[3] Τοποθεσία στο λάκκο της Αγ Παρασκευής λίγο ψηλότερα από το σπίτι του Σέρρα

Διαβάστηκε 372 φορές

Τελευταία άρθρα από τον/την bozatzidis

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Εισαγωγή Η ζωή στο χωριό »
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

Σόμπορο

Σόμπορο
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό Χειμωνα να εχουμε ,ηπιο χωρις πολλες σκοτουρες Σόμπορο (14.11.17, 12:49)(18:12) 0
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες στο μεσον τουφθινοπωρου και βαλτωσαμε ,με το καλο ναρθει ο Χειμωνας τα πηρατε τα ξυλα σας φετος μου μοιαζει βαρυς θα ειναι . . τα λεμε του χρονου καλο υπνο Σόμπορο (10.10.17, 13:54)(18:12) 0
Βλ Λιγοτερη κινηση στο σομπορο η πολλη ειναι καταρα Σόμπορο (24.08.17, 14:01)(18:12) 0
Βλ σε σας πετυχατε να εχετε μια θεση στην ανωτατη εκπαιδευση συγχαρητηρια και κάντε το σταυρο σας να αλλαξει η οικονομική κατασταση στην πατριδα μας ωσπου να γίνετε ακαδημαίκοι πολιτες και για τους αλλους που δεν τα καταφεραν η ζωή δεν χαθηκε υπαρχουν και αλλες ευκαιριες γεροι να ειστε σιγουρα και για σας κατι περιμενει Σόμπορο (24.08.17, 13:58)(18:12) 0
Βλ Με το νερο καλέ τι γινεται τα φαγαμε τα 2,5 χρονια και το θεμα αλυτο Από λογια ..... Σόμπορο (02.05.17, 12:20)(18:12) 3
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό μηνα και από δω καλο καλοκαιρι Σόμπορο (02.05.17, 12:16)(18:12) 1
Βλ Καλημέρα Αδαμ ,μα τι κινηση ειναι αυτή .Γιατι δεν καλημεριζόμζστε εστω και ετσι μιας και βαριομαστε να πουμε καλημερα όταν ανταμωνουμε Σόμπορο (29.01.17, 08:51)(08:01) 2
Βλ λαθος στην παραδοση Σόμπορο (25.12.16, 19:42)(19:12) 4
Βλ Βρε παιδιά η δωρεα του παραδωσιακων μουσικων οργανων του Χρισ Χάλαρη στο Αδάμ τι γίνεται? την κλεισαμε στο σχολειο και εκει βαλτωνει Σόμπορο (25.12.16, 14:06)(14:12) 5
Βλ Εσεις που γραφατε που χαθηκατε ,η σελιδα νομιζω ότι πατωνει και αυτο ειναι κακο μια σελιδα που θα ζηλευαν μεγαλες πολεις Σόμπορο (25.12.16, 13:30)(13:12) 2
Βλ Χρονια πολλά Αδάμ όπου και αν βρισκεσαι στην πατριδα ή στα περατα του κόσμου και καλή χρονια να εχουμε με υγεία και ειρήνη Σόμπορο (25.12.16, 13:28)(13:12) 2
Βλ Αντε εμεις γενικως πεινάμε μα εσεις εκτος Ελλάδος δεν πεινάτε και δεν μπαίνετε να μας πειτε πως τα περνάτε Σόμπορο (20.09.16, 17:26)(18:12) 3
Βλ πάει και αυτή η σελιδα την επιασε και αυτή η οικονομικη κρίση Ντροπη μας Σόμπορο (20.09.16, 17:22)(18:12) 0
Βλ αντε βρε κουνηθειτε ,ετσι θα πάρουμε την Πόλη? Σόμπορο (26.07.16, 23:07)(23:07) 2
Βλ απο τοτε που το κανατε μοντέρνο adamiotes θαρρεις και κάτσατε πάνω τετοια καντεμιά Σόμπορο (26.07.16, 23:04)(23:07) 1
Βλ το βιβλιο θαναση πολυ καλό , οι αναμνησεις μας ζωντανευουν Σόμπορο (18.06.16, 11:54)(18:12) 1
thanasispap Βασίλη εντάξει,τα βρήκα.'Εφτεγε το ipad.. Σόμπορο (26.05.16, 03:06)(03:05) 2
bozatzidis Αφού φανεί το βιβλίο σε πλήρη οθόνη, όποιος θέλει να το κάνει ακόμη μεγαλύτερη, πατάει το εικονίδιο για ζουμ που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στα βελάκια. Είναι ο μεγεθυντικός φακός με το + Σόμπορο (25.05.16, 22:09)(22:05) 1
bozatzidis Για να πας στην προηγούμενη σελίδα δεν έχει να κάνει ποτέ με ένα site. Πατάς το πάνω αριστερό βελάκι του browser (mozzilla, chrome κλπ). Σόμπορο (25.05.16, 22:06)(22:05) 0
bozatzidis Θανάση ανεβάζω εικόνα που δείχνει που πρέπει να κλικάρεις για να δεις το βιβλίο σε πλήρη οθόνη. Σόμπορο (25.05.16, 22:05)(22:05) 0
You are not allowed to use shoutbox.