ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου

Οι αναμνήσεις μας

Οι αναμνήσεις μας

Στο χώρο αυτό θα βρείτε διάφορες ιστορίες για να θυμηθείτε ή να μάθετε πως κυλούσε η ζωή στο χωριό. Αν θέλετε να μοιραστείτε και τις δικές σας αναμνήσεις, τις περιμένουμε...

 



Η ΦΟΥΣΚΑ

Τα χρόνια που ήμουνα παιδί, κάθε Δεκέμβριο ,όταν έκλειναν τα σχολεία για τις γιορτές σφάζονταν στα σπίτια μας τα γουρούνια. Ήταν συνήθεια τα χρόνια εκείνα, κάθε σπίτι σχεδόν να εκτρέφει όλη την χρονιά και να μεγαλώνει ένα γουρουνάκι, το οποίο θα σφάζονταν τις παραμονές των Χριστουγέννων. Τα γουρουνάκια ταΐζονταν όλη την χρονιά με τα αποφάγια της οικογένειας, αλλά και με γιαρμά καλαμποκιού και χόρτα(λάπατα, τσουκνάδες, και άλλα), που τα μαζεύαμε από την περιοχή της βάλτας, που ήταν γεμάτη από αυτά. Θυμάμαι πώς όταν αγοράζονταν τα γουρουνάκια από το σαββατιάτικο παζάρι του Ζαγκλιβερίου, δεν ζύγιζαν πάνω από 3 οκάδες κι όταν έρχονταν η ώρα της σφαγής τους συνήθως ήταν γύρω στις 90 με 100 οκάδες. Θηρία ολόκληρα δηλαδή. Από το κρέας του γουρουνιού γίνονταν τα λουκάνικα του κάθε σπιτιού. Τότε οι νοικοκυραίοι δεν αγόραζαν λουκάνικα από τους χασάπηδες. Τα λουκάνικα θυμάμαι τα κρεμάγανε οι γονείς μας, μέσα σ ένα καλά κλειδωμένο δωμάτιο, μέχρι να στεγνώσουν για να καταναλωθούν. Οι μεγάλοι μας έλεγαν ότι έπρεπε πρώτα να τα φωτίσει ο παπάς την ημέρα των Φώτων και μετά θα μπορούσαμε να τα φάμε. Έτσι κατάφερναν και μας κρατούσαν μακριά από τις νοστιμιές. Το δωμάτιο ήταν πάντα καλά κλειδωμένο για να μην έρθουν οι ''καρκαντζαλοί'' και μας τα πάρουν. Έτσι μας έλεγαν!!! Και δεν ήταν λίγες οι φορές που μας είπαν και το πιστέψαμε ότι κάποιοι είχαν δει ''καρκαντζάλους'' να τρέχουν στα στενοσόκακα του χωριού κρατώντας στα χέρια τους λουκάνικα που είχαν κλέψει. Η αλήθεια βέβαια ήταν ότι τα λουκάνικα κλειδώνονταν καλά για να φυλαχθούν από τα παιδιά και από κλέφτες ''καρκαντζαλανθρώπους''. Το βράδυ της πρωτοχρονιάς, σχεδόν σ΄όλα τα σπίτια, που είχαν σφάξει γουρούνια, υπήρχαν συνήθως καλεσμένοι. Θα μαγειρεύονταν το ''πατσί''. Θα μαγειρεύονταν δηλαδή τα ποδαράκια και η κοιλιά του γουρουνιού και θα γίνονταν ένας πολύ νόστιμος πατσάς. Μετά το φαγητό οι νοικοκυρές σέρβιραν συνήθως χαλβά από σιμιγδάλι, που παρασκεύαζαν μόνες τους. Άλλοτε σέρβιραν ''λαλαγκίτες'', που τις παρασκεύαζαν εκείνη την ώρα και τις σερβίριζαν ζεστές με ζάχαρη. Οι ''λαλαγκίτες'' ήταν ένα είδος λουκουμάδων. ΄Ένα μέρος από το κρέας του γουρουνιού, κόβονταν σε μεγάλες- μεγάλες μερίδες, αλατίζονταν και αραδιάζονταν προσεκτικά μέσα σε ειδικά ξύλινα κιούπια, για να διατηρηθούν για μήνες ολόκληρους. Από αυτές τις ''μοίρες'' τρώγαμε για πολύ καιρό. Τα υπόλοιπα, πιο λιπαρά κομμάτια κρέατος, βράζονταν σε μεγάλα καζάνια, στα πλυσταριά των σπιτιών και παρασκευάζονταν η λίγδα, ένα είδος χοιρινού λίπους, που χρησιμοποιούσαν οι νοικοκυρές στην κουζίνα, αντί λαδιού και βουτύρου. Άλλοτε θυμάμαι μας το αλείφανε πάνω σε φέτες ψωμιού και προσθέτοντας και λίγο αλάτι γινόταν νοστιμότατο κολατσιό για μας. Το υπόλοιπο μέρος κρέατος, που έμενε μετά το βράσιμο και την αφαίρεση της ''λίγδας'', ήταν τα ''τσιγαρίδια'', τα οποία θυμάμαι ότι μας τα βάζανε οι μανάδες μας, μαζί με λίγο ψωμί και τα παίρναμε μαζί μας στο σχολείο, για να κόβουμε την πείνα μας.΄

Άλλοτε πάλι, μας τα μαγείρευαν με τραχανά, κάνοντας ένα ωραιότατο φαγητό. Την ημέρα που γίνονταν το σφάξιμο του γουρουνιού στα σπίτια, μαζεύονταν για να βοηθήσουν φίλοι και γειτόνοι. Η δουλειά χρειάζονταν άτομα. Οι άνδρες έπρεπε να ακινητοποιήσουν το γουρούνι κάτω στην γη, έως ότου μπορέσει ο σφάχτης να τελειώσει την δουλειά του. Το ζώο αντιστέκονταν με δύναμη και δεν ήταν λίγες οι φορές, που κατάφερνε να ξεφύγει από τους άνδρες και να το κυνηγάνε με το μαχαίρι στο λαιμό στις γειτονιές. Όταν τέλειωνε η δουλειά αρχίζανε τα κεράσματα. Οι πρώτοι μεζέδες του γουρουνιού είχαν ψηθεί ήδη και καταναλώνονταν από την παρέα με συνοδεία καλού κρασιού και τσίπουρου. Θυμάμαι ακόμη ότι εμείς τα μικρά παιδιά περιμέναμε, πότε θα καθαριστεί το ζώο από τα σπλάχνα για να αφαιρεθεί από την κοιλιά η ουροδόχος κύστη. Ήταν το κέρδος μας. Το έπαθλό μας!! Μία τέτοια κύστη, αποτέλεσε την πρώτη μπάλα με την οποία έπαιξα ποδόσφαιρο. Η κύστη αποτελούσε έπαθλο για έναν από τους παρευρισκόμενους πιτσιρικάδες, που ήταν ιδιαίτερα σβέλτος. Και την σβελτάδα του αυτή έπρεπε να την αποδείξει εκεί επί τόπου με έναν ξεχωριστό τρόπο. Μας έβαζαν λοιπόν στην σειρά και με το σύνθημα ,την στιγμή ακριβώς που αφαιρούνταν η κύστη από το ζώο, έπρεπε να βγάλουμε από το παντελόνι μας όλοι τα ''πουλάκια'' μας. Νικητής ήταν όποιος το έβγαζε πρώτος. Αυτός έπαιρνε και το έπαθλο. Την ουροδόχο κύστη ή ''ΦΟΥΣΚΑ'', όπως την λέγαμε και την οποία την πλέναμε, την πασπαλίζαμε καλά στην στάχτη, την δέναμε, την φουσκώναμε και την μετατρέπαμε σε μπάλα ποδοσφαίρου. Άλφα πράμα!!! Μετά πηγαίναμε στις αλάνες μοιραζόμασταν σε ομάδες κι αρχίζαμε το παιχνίδι ...Μέχρι τα είκοσι (γκόλ), λέγαμε.!!!!!!!!!!

Παπαοικονόμου Στεφ. Θανάσης

 

 

 



ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΟ ΑΔΑΜ

Η επόμενη μεγάλη γιορτή μετά τα Χριστούγεννα, που την περιμέναμε όταν ήμασταν παιδιά, για να διακόψουν τα μαθήματα και να λουφάρουμε για λίγες μέρες, ήταν οι αποκριές. Η γιορτή του γλεντιού, της νηστείας και του καρναβαλιού. Μια-δυο βδομάδες πριν την Τυρινή, χορταίναμε στα σπίτια μας τον χαλβά. Χαλβάς απλός, χαλβάς με σοκολάτα, χαλβάς ξερός σαν πέτρα και ότι άλλο είδος χαλβά κυκλοφορούσε και τον ήθελες. Θυμάμαι ότι την περίοδο εκείνη, τα βράδια, όταν δεν ντυνόμασταν καρναβάλια, καθόμασταν όλα τα παιδιά γύρω από το τραπέζι του φαγητού και με τον μπαμπά μας παίζαμε τον ''χάσκαρ(η)''. Ο πατέρας έδενε με ένα σχοινί ένα κομμάτι ξερού χαλβά και κουνώντας τον με το σχοινί μπρος πίσω τον περνούσε μπροστά από όλα τα παιδικά στόματα. Ο καθένας μας προσπαθούσε να προλάβει και να αρπάξει με τα δόντια του τον χαλβά. Αν το κατάφερνε έπαιρνε το κομμάτι του χαλβά για δικό του. Ήταν το έπαθλό του. Αν δεν τα κατάφερνε, ο πατέρας προχωρούσε στον επόμενο, μέχρι να βρεθεί νικητής. Αυτός ήταν ο ''χάσκαρ(η)ς. Προφανώς το όνομα του πρωτότυπου παιχνιδιού είχε σχέση με τα παιδικά στόματα, που έχασκαν ανοικτά προσπαθώντας να χάψουν το κομμάτι του χαλβά.

Τα βράδια στους δρόμους και στα σπίτια κυκλοφορούσαν καρναβάλια. Ξαφνικά μέσα στην νύκτα χτυπούσε η πόρτα του σπιτιού και έμπαινε μέσα μια ολόκληρη παρέα ντυμένη με καρναβαλίστικα ρούχα. Το κεφάλι των καρναβαλιών ήταν πάντα σκεπασμένο με μια κουκούλα, η οποία δεν έβγαινε, παρά μόνον όταν αναγνωρίζονταν από κάποιον το άτομο που κρύβονταν κάτω απ αυτή. Η κουκούλα αυτή πιστεύω ότι ήταν ο λόγος για τον οποίο εμείς στο χωριό μας τα καρναβάλια τα αποκαλούσαμε '' κουκλουτσιαροί!!!!'' Η εμφάνισή τους μέσα στην νύκτα, έστω και μέσα στο σπίτι μας, μας προκαλούσε μεγάλο φόβο, γιατί συνήθως οι μεταμφιέσεις ήταν τέτοιες, που μας τρόμαζαν. Οι ''κουκλουτσιαροί'' είχαν διάφορες επινοήσεις. Άλλος ντύνονταν αρκουδιάρης και έσερνε πίσω του δεμένο κάποιον που είχε ντυθεί αρκούδα. Άλλος πάλι γίνονταν γάιδαρος κι άλλος γαϊδουριάρης. Βλέπαμε να κυκλοφορούν και να μπαίνουν σε σπίτια γαμπροί, νύφες και παπάδες με γένια και ράσα. Πολλές φορές έμπαιναν σε φιλικά μα και στενά συγγενικά σπίτια ''κουκλουτσιαροί'', κερνιόντουσαν το χαλβά τους και έφευγαν χωρίς να αναγνωριστούν από κανέναν. Και πίσω έμενε το ερωτηματικό.

- Τί μαρί, πνοί τάχα ήταν αυτνοί;;;;;; Την Κυριακή των αποκριών, τα κορίτσια του χωριού είχαν την τιμητική τους. Διοργάνωναν αποκριάτικο χορό. Το ''χορό του σταυρού'', όπως τον έλεγαν. Το σπίτι στο οποίο θα γίνονταν ο χορός στολίζονταν επιμελώς με όλα τα αποκριάτικα στολίδια, σερπαντίνες, κορδέλες, ξάφια, που υπήρχαν στην μικρή αγορά του χωριού. Τα κορίτσια παρασκεύαζαν επίσης διάφορα γλυκά και τα πήγαιναν στο σπίτι, που θα γίνονταν ο χορός, για να κεραστούν μεταξύ τους και να κεράσουν κι όποιους περνούσαν από κει. Από βραδύς ζύμωναν ένα μεγάλο κουλούρι και το έψηναν στον φούρνο. Την άλλη μέρα το τοποθετούσαν πάνω σε έναν σοφρά, που ήταν σκεπασμένος με ένα όμορφο υφαντό και άρχιζαν τους χορούς γύρω γύρω από τον σουφρά. Τα τραγούδια ήταν τοπικά και τα τραγουδούσαν τα ίδια τα κορίτσια, που ταυτόχρονα χόρευαν. Τα τραγούδια, που έμειναν στην μνήμη μου από αυτούς τους χορούς είναι το ''μπρέ σταυρέ στον τόπο σου και στο περιβόλι σου'', το ''άσπρα μου περιστέρια μαύρα μου πουλιά'' και το '' πάει πέρδικα να πιει νερό''. Τα θυμάμαι γιατί το σπίτι μας ήταν κατάλληλο για την διοργάνωση τέτοιων χορών και η μεγάλη μου αδελφή το χρησιμοποιούσε για χάρη της παρέας της.

Εδώ πρέπει να πω ότι ''κουκλουτσιαροί'' στο χωριό μας κυκλοφορούσαν και κάποιες μέρες μέσα στο φθινόπωρο, τότε που τα καπνά τελείωναν και τα βράδια όλες οι οικογένειες της γειτονιάς δούλευαν μαζί, συνήθως έξω στα σοκάκια. Εκεί έφερνε η κάθε οικογένεια την δουλειά της και άλλος μπούρλιαζε καπνό, άλλος έτριβε καλαμπόκια κι άλλοι έκαναν άλλες δουλειές του σπιτιού, όπως δουλειές με σιαμάκο ραγάζι και καλάμια, που αφθονούσαν στο χωριό λόγω της ύπαρξης της βάλτας στο Αδάμ. Αυτή η σύναξη των γειτόνων ονομάζονταν ''νυχτέριους'', νυχτερινή δουλειά δηλαδή. Τέτοιες νύχτες λοιπόν κυκλοφορούσαν ξανά στο χωριό καρναβάλια, σχεδόν ίδια με τους ''κουκλουτσιαρούς'', ίσως όμως λίγο πιο τολμηρά και ακατάλληλα για μικρά παιδιά. Τα καρναβάλια αυτά τα λέγαμε ''Ρουγκάτσια''. Οι μικρότεροι σπάνια μπορούσαμε να μείνουμε στον ''νυχτέριου''. Συνήθως μας έστελναν για ύπνο από νωρίς, γιατί στον ''νυχτέριου'' γίνονταν και λέγονταν καλαμπούρια που δεν έπρεπε να τα ακούσουν τα παιδιά. Θυμάμαι ένα βράδυ που χτυπιόμουνα και έκλαιγα γιατί ήθελα να μείνω για να παρακολουθήσω τον ''νυχτέριου'', μια καλαμπουρτζού της γειτονιάς μας, σηκώνοντας την φούστα της και δείχνοντάς μου την βράκα της μου είπε: -Νά ρε! Διέτουν τουν ''νυχτέριου''!!!!

Από όσα έχω ακούσει, αυτή η ιστορία με τα ''ρουγκάτσια'' να τριγυρνάνε από γειτονιά σε γειτονιά, όπου γίνονταν ''νυχτέριους'', ήταν πολύ παλιά. Από τότε που η κύρια ασχολία των χωριανών ήταν η κατασκευή καλαμωτών και ψαθιών. Αργότερα με την αποξήρανση της βάλτας έλειψε η πρώτη ύλη για την κατασκευή τους (σιαμάκος, ραγάζι, καλάμι....).Τα προϊόντα αυτά της βάλτας τα εκμεταλλεύονταν οι προπάπποι μας και έκαναν ψάθες και καλαμωτές για τα σπίτια τους, μά και για να τα εμπορευθούν στην ευρύτερη περιοχή Νιγρίτας και Χαλκιδικής. Η ψάθα βλέπεις τα χρόνια εκείνα ήταν το χαλί των φτωχών και η καλαμωτή πολύ χρήσιμη για χωρίσματα αλλά και σαν οικοδομικό υλικό..... ''ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ''...............

Παπαοικονόμου Στεφ. Θανάσης


 

 

ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Το 1955 είναι η πρώτη χρονιά, που θυμάμαι τον εαυτό μου στο σχολείο. Το σχολείο τότε ήταν κανονικό σχολείο με πολλά παιδιά. Ήταν τριθέσιο και οι αίθουσες ήταν πάντα φίσκα από παιδιά. Οι δάσκαλοί μας θυμάμαι ήταν ο Ναπολέων ο Παπασταύρου, η Αγγελική Μωραϊτου και η Ιωάννα Απαλλοδήμα, που αργότερα παντρεύτηκε τον χωριανό μας τον Βασίλη τον Ζωγράφο, φοιτητή της Ιατρικής τότε. Μετέπειτα στα παιδιά δίδαξαν και οι πολύ καλοί και αγαπητοί δάσκαλοί μας Βασίλης Ηλιάδης και Σοφοκλής Μωραϊτης και Κώστας Γκατζιώλης.
Σε κάθε αίθουσα γίνονταν μαθήματα από τους δασκάλους σε παιδιά δύο τάξεων. Η πρώτη μαζί με την δευτέρα, η τρίτη με την τετάρτη και η πέμπτη με την έκτη. Έτσι τα μικρότερα παιδιά παρακολουθούσαν και τα μαθήματα της μεγαλύτερης τάξης και τα μεγαλύτερα είχαν την ευκαιρία να κάνουν επανάληψη στα μαθήματα της προηγούμενης τάξης.
Οι αίθουσες ήταν τεράστιες και ψηλοτάβανες και τον χειμώνα στην κάθε μια έκαιγε μία τεράστια ξυλόσομπα, που την μπουκώναμε με ξύλα για να ζεσταθούμε. Κάθε πρωί, μόλις φθινοπώριαζε όλα τα παιδιά κουβαλούσαμε στο σχολείο από ένα ξύλο που παίρναμε από το σπίτι μας. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η κοινότητα δεν φρόντιζε με την ξύλευση, να πάνε στο σχολείο κάποια φορτώματα ξύλων, να τα κόψουν κάποιοι μεγάλοι για να ζεσταίνονται τα παιδιά, παρά έπρεπε να τα κουβαλάνε και να τα κόβουν τα παιδιά του σχολείου. Κάθε πρωί, σχεδόν νύκτα ακόμα, ένα παιδί από κάθε τάξη δηλαδή δυο από κάθε αίθουσα, έρχονταν στο σχολείο και αναλάμβαναν υπηρεσία. Ήταν οι "επιστάτες". Καθάριζαν την τάξη τακτοποιούσαν έδρα και θρανία, τις χειμωνιάτικες δε μέρες κουβαλούσαν και σουσούρα από τα σπίτια τους για να μπορέσουν να ανάψουν τις ξυλόσομπες. Ύστερα ο μεγαλύτερος από τους "επιστάτες" κτυπούσε το καμπανάκι του σχολείου για να ειδοποιηθούν τα παιδιά στο χωριό ότι η ώρα πλησίαζε.
Ήταν ένα καμπανάκι αρκετά μεγάλο το οποίο ήταν κρεμασμένο, αριστερά από την  επίσημη είσοδο του σχολείου, που ήταν αυτή που έβλεπε προς τα κάτω προς στο χωριό. Αυτή η είσοδος ήταν μόνο για τους δασκάλους και για τους εκάστοτε "επιστάτες". Με το χτύπημα της καμπάνας οι δρόμοι του χωριού γέμιζαν από παιδιά που πήγαιναν για το σχολείο. Στις 8:00 άρχιζαν τα μαθήματα. Οι αίθουσες ήταν ήδη έτοιμες από τους επιστάτες για να υποδεχτούν τους μαθητές. Οι επιστάτες έδιναν λόγο στους δασκάλους για ότι έπρεπε να κάνουν και δεν το έκαναν. 
Δεν ξέρω γιατί, μα οι δάσκαλοι ήταν πολύ αυστηροί στα παιδιά τα χρόνια εκείνα. Στην έδρα του δασκάλου, δίπλα στα βιβλία, τους χάρακες και τούς χάρτες, σε περίοπτη πάντα θέση, βρίσκονταν σε ετοιμότητα η "βίτσα". Μια βέργα καμωμένη συνήθως από κλωναράκι κάποιας κρανιάς, που είχε κοπεί από το βουνό από κάποιον μαθητή. Και η βέργα έπεφτε με δύναμη στην παλάμη των παιδιών που δεν διάβαζαν ή ατακτούσαν. Πολλές φορές μάλιστα για σοβαρότερους λόγους τα χτυπήματα γινόταν στην έξω πλευρά της παλάμης, στα κοκαλάκια που ήταν και πιο ευαίσθητα. Μια τέτοια βέργα θυμάμαι είχα κάνει κάποτε κι εγώ. Την περιποιήθηκα, σκάλισα διάφορα σχέδια στην φλούδα της, την στέγνωσα στον ήλιο και όταν ήλθε η ώρα την έδωσα στην δασκάλα μου την Αγγελική Μωραϊτου που πολύ την αγαπούσα και την αγαπώ ακόμα. Κι εκείνη με την πρώτη ευκαιρία την εγκαινίασε στα χέρια μου. Ήταν μια ένδειξη της αγάπης της για μένα. Και δεν αστειεύομαι. Πολύ με βοήθησε το ξύλο εκείνο. Ας είναι καλά, την αγαπώ πολύ.
Ένα από τα μαθήματα, που αγαπούσαμε όλα τα παιδιά ήταν η χειροτεχνία. Τα αγόρια εξασκούμασταν να χρησιμοποιούμε διάφορα εργαλεία, κυρίως επιπλοποιών. Δουλεύαμε με την σέγα και κόντρα πλακέ και κάναμε διάφορες όμορφες κατασκευές. Τα κορίτσια μάθαιναν να πλέκουν και να κεντάνε και έκαναν μαθαίνοντας ωραιότατα κεντήματα θυμάμαι. Όλα αυτά τα ωραιότατα κεντήματα και τις κατασκευές των αγοριών, στο τέλος της χρονιάς, το πρωί της ημέρας των γυμναστικών επιδείξεων, τα εκθέταμε σε μια αίθουσα του σχολείου και περνούσαν όλοι οι χωριανοί και τα θαύμαζαν, ενώ εμείς καμαρώναμε από περηφάνια για την σχολική μας ''Έκθεση''.
Ίσως ήταν θέμα συγκυρίας, μα στα σχολεία εκείνα τα χρόνια εκτός από τα γράμματα, που μας μάθαιναν οι δάσκαλοι, μας έκαναν και ένα είδος Εθνικής διαπαιδαγώγησης. Θυμάμαι ακόμα με πόσο σεβασμό μας έμαθαν να αντικρίζουμε την σημαία και πόσο έντονα ζούσαμε τις εθνικές γιορτές της 28ης Οκτωβρίου και της 25ης Μαρτίου. Ίσως βέβαια σ αυτό να συντελούσε και το ότι, πολύ πρόσφατα η χώρα είχε βγει από τους πολέμους.
Καλλιεργήθηκε τότε στα σχολεία ένα κλίμα ξεσηκωμού θυμάμαι για να απελευθερωθούν οι σκλαβωμένες πατρίδες της Β. Ηπείρου, της Κύπρου και της Πόλης. Τα πατριωτικά τραγούδια, που αφορούσαν τις σκλαβωμένες πατρίδες, τα μαθαίναμε και τα τραγουδούσαμε με μεγάλη συγκίνηση στις εθνικές γιορτές.
Το 1955 έγινε ένας μεγάλος ξεσηκωμός της μαθητιώσας νεολαίας για τα επεισόδια, που έγιναν από τους Τούρκους στην Πόλη. Παιδιά των σχολείων, αλλά κυρίως των γυμνασίων, έφυγαν από τις τάξεις τους και συντάχθηκαν στα μεγάλα συλλαλητήρια, που έγιναν για τα γεγονότα. Δεν ξεχνώ επίσης τις λαμπαδηφορίες, που έγιναν εκείνα τα χρόνια, για τα γεγονότα της Πόλης, μα και για το Κυπριακό θέμα, που και τότε ήταν στο προσκήνιο.
Οι λαμπαδηφορίες ήταν ένας τρόπος ειρηνικής διαμαρτυρίας. Πρωτοστάτες και διοργανωτές ήταν συνήθως οι δάσκαλοι και κάποιοι μαθητές των μεγάλων τάξεων του Γυμνασίου.
Όλη η νεολαία του χωριού, μα και μικρά παιδιά και ηλικιωμένοι άνθρωποι, συγκεντρώνονταν στο σχολείο τις νύχτες, φέρνοντας μαζί τους ένα δαυλό. Δηλαδή έφερναν ένα ξύλο, πάνω στο οποίο ήταν κατάλληλα προσαρμοσμένο ένα μεταλλικό κουτάκι, από κονσέρβα ντομάτας συνήθως, μέσα στο οποίο είχαν βάλει κομμάτια παλιού υφάσματος, εμποτισμένα με πετρέλαιο, τα οποία με ένα σπίρτο έπαιρναν φωτιά και καίγανε για αρκετή ώρα. Και έτσι με τους δαυλούς αναμμένους και σηκωμένους ψηλά, βγαίναμε πορεία στους δρόμους του χωριού, τραγουδώντας ταυτόχρονα πατριωτικά τραγούδια. Τέτοιες λαμπαδηφορίες έγιναν τα χρόνια εκείνα πολλές στο χωριό μας.
Ένα άλλο, που έχει αποτυπωθεί στην μνήμη μου από την εποχή εκείνη, είναι τα συσσίτια, που οργανώθηκαν για τα παιδιά των σχολείων των φτωχών περιοχών της χώρας. Κάθε πρωί λοιπόν, πριν αρχίσουν τα μαθήματα, μοιράζονταν συσσίτιο στα παιδιά. Βρασμένο γάλα, που γίνονταν από σκόνη, ψωμί και ένα κομμάτι κίτρινης γραβιέρας, που πεινασμένοι, όπως ήμασταν τα καταβροχθίζαμε στο λεπτό. 
Θυμάμαι ένα πρωινό, που περιμέναμε να μοιραστεί το συσσίτιο, κρατώντας όλοι στα χέρια τα καρτούδια μας. Πάνω στο παιχνίδι, ο μακαρίτης τώρα πιά, Χρήστος ο Γιαννακούδης, κάνοντας το αυτοκίνητο, που έτρεχε με την όπισθεν και λέγοντας τραγουδιστά,  ‘’παπαγάλε-παπαγάλε’’, ξαφνικά έπεσε με τον πισινό του μέσα στο καζάνι με το γάλα, που μόλις είχε βγει από την φωτιά. Κατακάηκε ο φουκαράς κι έτρεχαν οι δάσκαλοι να δουν τι θα κάνουν μαζί του. Το ωραίο είναι, ότι το γάλα μοιράστηκε και καταναλώθηκε κι όταν μάλιστα κάποιος φώναξε, πως υπήρχε και περίσσευμα, εγώ έτρεξα από τους πρώτους να ξαναγεμίσω το καρτούδι μου. Με σταμάτησε όμως ο φίλος μου ο Τάκης ο Παπουτσής και μου είπε:
-Καλά δεν σι κόβ. Έπλυνι η Χρήστους τουν κώλου τ μέσα κι θες να πάρς κι πιρίσιυμα:
Τότε κατάλαβα την γκάφα, που είχα κάνει και σιχάθηκα.

Από τις ΄΄ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ΄΄ του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου.

 


 

 

ΜΑΡΤΗΣ

Όταν τέλειωνε ο Φεβρουάριος θεωρούσαμε, πως ο χειμώνας είχε πλέον τελειώσει. Ας υπήρχε η παροιμία, "Μάρτης γδάρτης και παλουκοκαύτης". Εμείς  την πρώτη Μαρτίου φορούσαμε πρωί-πρωί τον "Μάρτη". Ήταν μια παλιά συνήθεια, που διατηρήθηκε μέχρι τα χρόνια μας. Η μάνα ετοίμαζε ένα κορδονάκι από κλωστές διαφόρων χρωμάτων για το κάθε παιδί  και το πρωί της 1ης του Μάρτη  τους το φορούσε. Αυτό σήμαινε ότι το καλοκαίρι ήταν κοντά και η κλωστή θα μας βοηθούσε να μη μας μαυρίσει ο ήλιος. Το μαύρισμα τότε δεν ήταν της μόδας όπως τώρα και η νεολαία το απέφευγε. Από την μέρα, που φορούσαμε τον "Μάρτη", αυτοδίκαια θυμάμαι μπορούσαμε να φοράμε και τα κοντομάνικα πουκάμισα, λες και είχαμε κάνει σύμβαση με τον Μάρτιο, ότι θα μας έκανε καλό καιρό.
Την ίδια μέρα και ένα άλλο γεγονός μας υπενθύμιζε την έλευση της άνοιξης. Ο παπάς του χωριού  γυρνούσε από σπίτι σε σπίτι και έκανε έναν περίεργο αγιασμό στα σπίτια, που είχε σχέση με τον ερχομό της άνοιξης. Ίσως βέβαια ο αγιασμός να γίνονταν για να δοθεί δύναμη στα αφεντικά για να αντεπεξέλθουν στις κουραστικές δουλειές, που θα ακολουθούσαν. Θυμάμαι ότι πίσω από τον παπά-Δημήτρη, ακολουθούσε πάντα ο ανιψιός του ο Στέργιος Αντριάς (Ανδρέου), ο οποίος κρατούσε στα χέρια του μια ξύλινη βάση, πάνω στην οποία υπήρχε μια περιστρεφόμενη μηχανικά ξύλινη χελιδόνα. Γύρω από την χελιδόνα τυλίγονταν ένα σχοινί. Μόλις ο Στέργιος τραβούσε το σχοινί η χελιδόνα άρχιζε να περιστρέφεται  κι ο Στέργιος άρχιζε το τραγούδι:

Χελιδόνα πέρασε
από την μαύρη θάλασσα,
έκατσε και λάλησε
λεει λεει και λαλεί 
έξω ψύλλοι, έξω πουτκοί (ποντικοί)..

και δώστου να ξανατυλίγεται το σχοινί και να το τραβάει ξανά ο Στέργιος συνεχίζοντας το τραγούδι του. Στο τέλος βέβαια, πάντα ανταμείβονταν με καλό χαρτζιλίκι για τα όσα καλά έλεγε στο τραγούδι του για το σπίτι και τα αφεντικά.

Από τις ΄΄ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ΄΄ του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου.


 

 

Σινεμά  στο χωριό την δεκαετία του 1950.



Κάπου-κάπου, μέσα στην δεκαετία του 1950, είχαμε θυμάμαι την τύχη να βλέπουμε στο χωριό και σινεμά. Στην αρχή έρχονταν κάποια κρατικά συνεργεία από κάποια γεωργική υπηρεσία και πρόβαλε  ταινίες, που είχαν σχέση με καλλιέργειες. Φαίνεται πως θα ήταν κάποια κρατικά προγράμματα, που είχαν σκοπό, να ενημερώσουν τους αγρότες για κάποιους νέους τρόπους καλλιέργειας.

Από το πρωί έβγαιναν σε διάφορα σημεία του χωριού πινακίδες, που ενημέρωναν για την έλευση του συνεργείου. Στις πινακίδες αναγράφονταν και το έργο που θα παιζόταν μαζί με την εκπαιδευτική ταινία. "Οι ουρανοί είναι δικοί μας", πάντα αυτό το ίδιο,  με την Αντιγόνη Βαλάκου και τον Αλέκο Αλεξανδράκη στα νιάτα τους. Θα το είδαμε πάνω από δέκα φορές το ίδιο έργο. Φυσικά ούτε ρεύμα ηλεκτρικό, ούτε και αίθουσα κατάλληλη υπήρχε στο χωριό.


Το απόγευμα το συνεργείο ήταν εγκαταστημένο στο "κάτω το Πλατάν". Εκεί μια γεννήτρια άρχιζε να δουλεύει κάνοντας εκείνο τον εκνευριστικό της θόρυβο. Όταν έρχονταν η ώρα και μαζεύονταν σχεδόν όλο το χωριό, μικροί μεγάλοι, η προβολή γίνονταν απάνω στον τοίχο του διώροφου σπιτιού του Ζαχαρούδη, που ήταν στο πιο κατάλληλο μέρος για αυτή την δουλειά. Για ώρες θυμάμαι παρακολουθούσαμε κάποιους στον τοίχο να σπέρνουν καλαμπόκια, σιτάρια, να ραντίζουν καπνά και εγώ δεν ξέρω τι άλλο. Όμως εμείς εκεί. Καθισμένοι κατάχαμα, παρακολουθούσαμε το θαύμα αυτό της τεχνολογίας και περιμέναμε να έρθει η ώρα του κανονικού έργου. Κι ας το είχαμε δει τόσες άλλες φορές.

Ένα βράδυ θυμάμαι, αφού είδαμε για μια άλλη φορά το έργο και τα φώτα από τις γεννήτριες έσβησαν, έψαξα να βρω τον πατέρα μου για να γυρίσουμε μαζί στο σπίτι, γιατί φοβόμουνα το σκοτάδι  και τον Χρήστο τον Βαγγελινό, που μέρα νύχτα, σαν τον κύκλωπα στέκονταν στην πόρτα του, δίπλα στο σημερινό σπίτι του Βασίλη Γιαννακούδη, με το δεκανίκι στο χέρι. Και ποιο παιδί δεν τον φοβόταν; Να περάσεις νύχτα χωρίς την συνοδεία μεγάλου από το στενό; Αδύνατον! Ποιος το τολμούσε; Κι ας ήταν άκακος ο φουκαράς. Σαλεμένο άτομο και η εμφάνισή του με τα κουρελιασμένα ρούχα, το τεράστιο μπόι του και το απλανές βλέμμα του  μας έκανε να τον τρέμουμε.

Ευτυχώς εντόπισα στο σκοτάδι τον πατέρα μου. Έτσι τουλάχιστον μου φάνηκε, όπως ήταν ψηλός και αδύνατος. Τον έπιασα από το χέρι και σιγουρεύτηκα. Μου φάνηκε περίεργο, γιατί δεν το συνήθιζε, μα πήρε τον κάτω δρόμο προς του Τσιαράπα το σπίτι. Ούτε που με ένοιαξεόμως. Μαζί του δεν τον φοβόμουνα τον Χρήστο. Μου έσφιξε και κείνος το χέρι και προχωρούσαμε μέχρι που φτάσαμε στου Ζάχου (Στς Σουμπασνιάς) το σπίτι. Εκεί, εκείνος έστριψε προς τα κάτω  προς το ‘’Σανίδι", κι εγώ τρομαγμένος, τράβηξα το χέρι μου και το έβαλα στα πόδια. Είχα πέσει από την Σκύλα στην Χάρυβδη. Τόση ώρα εγώ κρατούσα τον μπάρμπα  Γραμμένο τον Τσιανγκάλη (Διαβάτη), που τον φοβόμασταν επίσης, λόγω του παρουσιαστικού της δεύτερης γυναίκας του της Μαρίας της Πιλιικούδας  (Φιλιππούδα ήταν το κανονικό της επίθετο αλλά εμείς το πιάσαμε στραβά) και εκείνος κρατούσε εμένα γιατί νόμιζε πως ήμουνα ο γιος του ο Αλέκος. Τροχάδην λοιπόν πίσω στην πλατεία για να γυρίσω στο σπίτι έστω και μέσα στο σκοτάδι αλλά από τον πάνω δρόμο.

Αργότερα άρχισαν να έρχονται και ιδιωτικοί  σινεμάδες, που έπαιζαν κανονικά έργα στα καφενεία του Ανέστη Τζαντζαρούδη ή  του Κανάκη του Χάτσιου. Εκεί είδαμε αξέχαστες Ελληνικές ταινίες, άλλοτε σκαρφαλωμένοι στα πίσω παράθυρα του καφενείου του Ανέστη κι άλλοτε με  εισιτήριο. Ταινίες  με τον Ορέστη  Μακρή, τον Αυλωνίτη, την Βασιλειάδου και άλλους παλιούς καλούς κωμικούς. Είδαμε όμως και ταινίες Ινδικές με την Ναργκίς, καθώς και πολλές τουρκικές, όλες τους αρκετά δακρύβρεκτες.

Από τις ‘’ Αναμνήσεις" του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου


 

Ο μπαρμπα Στέργιος ο Παπαζάς

Συνήθους η αυλή τ'γιρου--Στέργιου τ'Παπαζά είχι πάντα γιλάδια.

Μιά μέρα,  ικί που η μάννα μ' άρμιγει τσνάει μια η γιλάδα δίν μια τουν αρμιγά κι αρχινάει να μπδάει τσ'μπλουκοί ,τ΄νιχι τσιμπισ  στούγλους (μυγάκι) κι αφίνιασει. Ιμείς έπιζαμι κτσάκ στ'ν αυλή, ικί σιακάτ στ'ν αχλαδιά. μόλις χτάζουμει τ' γιλάδα πλαλξαμει κι μπαρκαρώθκαμι στου σπίτ'. Τσινξει μπίδξει του γιλάδι ( ιμείς μέσαπου να βγούμι όξω θα μας τσαλαπατούσει) κι ύστιρα αφού σνίρτει η μάννα μ' τ'ν αρμιξει ξανά κι μείς συνέχσαμει του κτσάκ'.  Ενδοξα χρόνια όντας 'επιζαμι του κτσάκ, αξέχαστα, κι στου σκουλιό ερασιτέχνοις

Μπορει να πέρασαν τα χρόνια μα οι αμνήσεις μένουν και μας ακλουθούν όσο ζούμι μι του ετς' θέλου.


Εσείς οι περισσότιρνοι που καταφέρνιτι να ιστι δικτυομέν ούτι που ξέρτι ότι στου Αδαμ βριζγκταν χώρια απού του παλιό του κόσμου που αναφέρτι στα μασσάλια σας κι αλλνοι παλλιότερνοι πο'καμναν διάφορα,απ' του να σπάνουν τσ'φούσκις απού τσ 'αγιλάδις  μέχρι χέρια πουδάρια , χωρις να έχουν καν μια αναπουδιά στιδλιατς.

Τέτιους λοιπόν ήταν η Στέργιους η Παπαζας που ιγώ σήμιρα έχου ΄τ'ονουματ καθώς ιμι προυγόνιτ.
Αυτός λοιπόν η Παπαζας ΄ήταν πρακτικος γιατρός για τα ζουντανά μα κι για τσανθρώπ'.

<τσι 2 του βράδ κρουτάλζαν τ'πόρτα, γιατί φούσκισι η γιλάδα τάδι  να ξίσ' τφούσκα, τ'αλλνού του μλαρ' καρδουπόνισι, πλάλα μπαρμπα -Στέργιου, του γαδούριμ' γκαβώθκι .....για ούλα η γέρου -παπαζας έίχι τσ 'θιραπείιστ' μη ιπιτυχία! Μα ίχι όμους κι αυτος τ' Μαρίγιατ ..

<Αχ  Στέργιουμ' τι μι σ΄κώνισι τώραια μέσα στα άγρια τα μισάνυχτα για ταυτο΄ν α'ια για του γιλάδι πάνι του πρου'ι μπουνταλάμ >, <κοίταζι ισί τι δλιάς' Μαρίγιαμ >.

Αυτός ήταν η γέρου-Παπαζας...

Μαρία Λιναρούδη Παπαζά

 


 

Του πουδήλατου μ'


Η διαδρομή Αδαμ -Ζαγκλιβερι γι'ενταν καθημέρα μι τα ποδάρια, για να πάμι στο γυμνάσιου όπους κι τα παλιότιρα χρόνια  τα τρανίτηρα τα  πιδιά Ντας χιόνιζιει ή όντας εβριχει πά'ίναμι τα καημένα,κι μας απόμναν πολλά πονίδια στα καλάμια μας απο τσμπότις που γιόμουζαν του Χμώνα χιόν'.

Οι πατιράδις μας του ξιάρζαν για να πιράσουμι, <να πάτι  ξιγκαβουθιτι να μην ιστι τύφλα σα ντιμας >αυτό ήταν το καθημιρινό λιεισιμού, όντας πάλι μι πέταξι η Μαλιέγκους του καταλουγο τνπρώτη μέρα που προυτουπήγαμι στου γυμνάσιου,που ευτιχώς τσάκουσι στουν νόμου τ΄Μαρούδα τ'μ Μάνινα, αλλοιώς θα γιένταν κλάψτα χαράλαμπη , αν ιπιρνι χαμπάρ' ι τζίκαρους θα γιένταν του σώσει.

Ετσ' πολιέτις κουτρουκλούσαν οι μέρις κι ένα μισιμέρ' κ'τάζου τουν μπαμπάμ να έρχιτι φουρτσιάστος κι να μι λιέει, <α'ιντι έλα να πάμι στου Χρυσουχου'ιδι να σι πάρου ποδήλατου δεν ηνι διάλιά αυτήν μι τα πουδάρια κάθι μέρα >. Του θμούμι κάθι μέρα του κόκκινουμ του πουδίλα τουμ του <<  MIFA>>  έτς ήταν ι μάρκατ, γάζουνι του άτιμου, όντας πάλι έκανι η δικτατορία του δρόμου ντ΄' πιρνούσα κουτσιάν' μι  του κόκκινου του ποδήλατουμ , του γάζουνα κι μουνοπαλιά ιμαν Ζαγκλιβέρ ,ίχει πουλύ επιτάχυνση του κουκνούδιμ' .

Κουντά στι μένα αγόρασι κι ι Ανέστης η Τζαντζαρς τ'Θανασιασίατ  κι απού τότι μι τ'Θανασία εκαμναμι ατιλίωτις ώρις παρέα <τι ρε Μαίρη ισιένα του θκιόσ' πλαλάει  πουλύ, <ας πρόσιχις Θανασίαμ να ίπιρνις σα ντου θκόμ',ποιο΄ς σι φταίει > κι άλλαζαμι ποδήλατα  κι ίχι δίκιου η φιλινάδναμ του ποδήλατουτς ιπιτάχυνς κάντιπουτα.

Οντας τα χρόνια πέρασαν κιέκαμα οικουγένια ένα καλουκαίρ' ίβγαλα ντθυγατέραμ' βόλτα μι του καρότσ', χτάζου ένα μκρούτσκου να κάν' βόλτις μι του ποδήλατουμ τουν φώναξα τουν μένιου

<¨Έλα ιδώ ρε που του βρήκις αυτό ξέρεις ΄τίνους ιν' >κι μι λιει του καημένου μι του φόβου μι τσ'του πάρου <τ'αγόρασι η μπαμπάζουμ από του Δημητράκη 1 πιντακουσιάρκου>.

Η μπαμπάζουμ του χάισι στουν ανιψιότ κι αυτός η βλουημέμους έκαμι τβόλιτ' 
Ώρα καλή στου μικρούλ'ικινις τσιποχίς που σήμηρα κι αυτος γραμματίζ' πιδιά 

Χαιρουμι σήμιρα τσ'κινούργιοι τσ'γουνεις που αγουράζουν όσνοι τσέρχιτι βόλ'κα στα πιδι΄τς πιχνίδια γιατί όπους ξιέρτι ούλνοι πολύ καλά οι καλιές οι αναμνήσις σί χουρταίνουν τψύχς!

Μαρία Λιναρούδη Παπαζά

 


Η διασκέδαση στο Αδάμ

Μέσα στην καλοκαιριάτικη κούραση και μέσα στην μαύρη  φτώχεια  των συγχωριανών μας, τα χρόνια της δεκαετίας του 50, δεν τους έλειπαν τα γλέντια. Θυμάμαι μια περίοδο, που ίσως να ήταν και μετά το 1956, που τα Σαββατόβραδα στο χωριό γίνονταν γλέντια, που όσοι τα έζησαν δεν θα τα ξεχάσουν ποτέ. Τα καφενεία του Ανέστη Τζαντζαρούδη, του Μήτρη  Μπουλατά ,του Θανάση Ζαχαρούδη, μετατρέπονταν σε ταβέρνες με μουσική.

Στο "ΕΞΟΧΙΚΟ" του Κανάκη έπαιζαν πάντα οι καλύτεροι οργανοπαίχτες της περιοχής. Ο Βασίλης του Γιαννάκ’ με το ούτι, ο  Αλέκος ο Σέρρας,  με τα νταούλια του, ο μπάρμπα Θανάσης Χάτσιος  με το  βιολί του  και ο Στέργιος Μαλλιαρός, ο Γιώργος Σταγωνάς κι ο Χαρίλαος Χάτσιος,  κατά περίπτωση, με τα ακορντεόν τους,  διασκέδασαν με την μουσική τους τον κόσμο όλης της περιοχής για πολλά χρόνια. Δεν ξέρω από πότε και γιατί σταμάτησε αυτό το είδος της διασκέδασης στα χωριά μας, όμως τα γλέντια που έγιναν τότε, δεν ξεχνιούνται.

Από νωρίς το Σάββατο, η νεολαία ντυμένη στην τρίχα, έβγαινε και πήγαινε νωρίς-νωρίς στη ‘’Λάκα’’ και μετά κατέληγε στην "Βόλτα",κι ύστερα στο γλέντι.

Η Λάκα ήταν μια τοποθεσία του χωριού, εκεί που σήμερα είναι το ξωκλήσι της Παναγίας. Εκεί μέσα στο ξερόλακο, που κατέβαζε τα νερά της ‘’Ψηλής ράχης’’ προς τον κάμπο και που πριν φτάσει στον Αγ. Παντελεήμονα έσβηνε σχεδόν εντελώς, ο Ασημάκης Μπίθας, Θεσσαλονικιός, ταχυδρομικός υπάλληλος , γαμπρός και θαυμαστής του χωριού μας, που λάτρευε υπερβολικά τη φύση, ανακάλυψε μια πηγή με κρύο και γάργαρο νερό, που έρχονταν βαθιά απ’ τα σπλάχνα του βουνού. Με φίλους του (τον Ζαχαρία Ζαχαρούδη κυρίως) έκανε μια κατασκευή.

Συγκέντρωσε το νερό και το κατηύθυνε σε μια βρυσούλα μέσα στη ρεματιά κάτω από τον ίσκιο των δέντρων. Από τότε, εκεί κάθε Σάββατο απόγευμα και τις Κυριακές σχεδόν όλη μέρα, αγόρια και κορίτσια παρέες-παρέες πήγαιναν να περάσουν λίγη ώρα μακριά απ’ το χωριό και κοντά στο δροσερό νερό της πηγής. Κάθονταν στα πρόχειρα φτιαγμένα παγκάκια, που υπήρχαν εκεί και συζητούσαν διάφορα, ενώ περίμεναν να κρυώσουν τα φρούτα τους, καρπούζια, πεπόνια, σταφύλια, σύκα, που είχαν βάλει μέσα στην λεκάνη όπου έπεφτε το κρύο νερό της πηγής. Όταν σουρούπωνε φυσικά, όλοι σιγά-σιγά αναχωρούσαν για το χωριό για να συνεχίσουν στη ‘’Βόλτα’’, τις συζητήσεις που είχαν αρχίσει στη ‘’Λάκα’’.

Αργότερα στη τοποθεσία αυτή χτίστηκε το ξωκλήσι της Παναγίας, επειδή όπως έλεγαν, η Μαρία η ‘’Πιλικούδα’’, έτσι λέγαμε την δεύτερη γυναίκα του μπάρμπα Γραμμένου του Διαβάτη (ή Τσιανγκάλη), ισχυρίζονταν ότι της παρουσιάστηκε η Παναγία κατ’ επανάληψη στον ύπνο της και της ζητούσε να κτιστεί εκεί στη ‘’Λάκα’’ ξωκλήσι με το όνομά της. Κάποιοι λοιπόν περισσότερο θεοσεβούμενοι, φρόντισαν τότε και κτίστηκε εκεί το εκκλησάκι αυτό.

Η ‘’Βόλτα’’ του χωριού,  αρχικά γίνονταν από το "Ζάππειο" και πέρα, προς τον δρόμο που πήγαινε για την "Λάκα". Αργότερα  άλλαξε τοποθεσία και γίνονταν στην Ζαγκλιβερινή στράτα. Η "Βόλτα" ήταν μια διασκέδαση για την νεολαία. Ένα νυφοπάζαρο. Ένα ποτάμι από νέους που τα βραδάκια ανεβοκατέβαινε από την γέφυρα μέχρι του Βλάχου το δέντρο. Συζητούσαν παρέες-παρέες, στέλνονταν προξενιές από παρέα σε παρέα, γέλια, χάχανα, και οι πιο μικροί τρέχαμε και παίζαμε ανάμεσα σ αυτό το ανθρώπινο ποτάμι που συνεχώς προχωρούσε. Εκεί κλείνονταν τα διάφορα ραντεβού, που κατέληγαν συχνά λίγο πιο κάτω στα χασίλια κοντά στο γήπεδο.

Κάποια καλοκαιρινά βράδια, πηγαίναμε στο ‘’ βοσκιό’’. Πολλοί νέοι μαζί, παίρναμε τα άλογα, τα γαϊδούρια και τα μουλάρι. Μια βέργα καμωμένη συνήθως από κλωναράκι κάποιας κρανιάς, που είχε κοπεί από το βουνό από κάποιον μαθητή. Και η βέργα έπεφτε με δύναμη στην παλάμη των παιδιών που δεν διάβαζαν ή ατακτούσαν. Πολλές φορές μάλιστα για σοβαρότερους λόγους τα χτυπήματα γινόταν στην έξω πλευρά της παλάμης, στα κοκαλάκια που ήταν και πιο ευαίσθητα. Μια τέτοια βέργα θυμάμαι είχα κάνει κάποτε κι εγώ. Την περιποιήθηκα, σκάλισα διάφορα σχέδια στην φλούδα της, την στέγνωσα στον ήλιο και όταν ήλθε η ώρα την έδωσα στην δασκάλα μου την Αγγελική Μωραϊτου που πολύ την αγαπούσα και την αγαπώ ακόμα. Κι εκείνη με την πρώτη ευκαιρία την εγκαινίασε στα χέρια μου. Ήταν μια ένδειξη της αγάπης της για μένα. Και δεν αστειεύομαι. Πολύ με βοήθησε το ξύλο εκείνο. Ας είναι καλά, την αγαπώ πολύ./p θιΑπόκριες στο Αδάμραπείιστα και πηγαίναμε στα τσαΐρια για διανυκτέρευση, για να βοσκήσουν χόρτα τα ζώα και για να κάνουμε μουχαμπέτι οι νέοι. Πολύ αργά την νύχτα στρώναμε ένα στρωσίδι κάτω, σκεπαζόμασταν και με ένα άλλο και χαζεύοντας τα αστέρια και ονειροπολώντας, μας έπαιρνε ο ύπνος. Το πρωί φυσικά έπρεπε να ξυπνήσουμε πολύ νωρίς, να πάμε για δουλειά στα χωράφια  για μάζεμα του καπνού.. Όμως οι βραδιές αυτές , του βοσκιού, μας έμειναν αξέχαστες από τα καλαμπούρια και τις πλάκες που γίνονταν εκείνα τα  βράδια μεταξύ των παιδιών που πήγαιναν στο  ‘’βοσκιό’’ . Όμως  γι αυτά  θα  μιλήσουμε  άλλη φορά .

Από τις ‘’Αναμνήσεις’’ του Θανάση Στεφ,.Παπαοικονόμου

 


Της Ζωοδόχου Πηγής

Την Παρασκεύη, της Ζωοδόχου Πηγής, που λέγεται και Πρώτη Παρασκεύη, οι Χριστιανοί γενικά την γιόρταζαν. Έτσι και στο Αδάμ, την γιόρταζαν με μεγάλη επισημότητα.

Σχεδόν όλο το χωριό ανέβαινε στην Αγ.Παρασκεύη και λειτουργόταν και την είχαν σαν την Μ.Παρασκευή. Την περίμεναν με μεγάλη χαρά σαν το Πάσχα (και το λέω αυτό με έμφαση, όπως μου το ανέφεραν  κυρίες ηλικιωμένες).

Μετά την απόλυση κάθονταν και συζητούσαν και χαίρονταν την φύση.

Οταν επέστρεφαν στο χωριό κρατούσαν όλοι κλαδιά από  <δεντρούδια και Γαλατάδες (φυτό ,αγριοβότανο)> και στόλιζαν τις εξώπορτες. Οι άνδρες συνήθως κατέβαζαν πολλά περισσότερα δενδρούδια και για τα κατσίκια.  Εμείς τα παιδιά χαιρόμασταν να τρέχουμε ανάμεσα στους μεγάλους, παίζοντας ανέμελα.

Μαρία Λιναρούδη Παπαζα

 

 


 

Η λάκα

Τα παλιότερα χρόνια όταν ακόμα είμασταν γυμνασιόπιδα  στο Αδαμ υπήρχει πολύ ενδιαφέρουν για τ΄Λάκα.  Του θμούντι οι παλνοί καλά  αυτόν τουν τόπο.

Η μπάρμπας  η Στέργιους η Ρέμπους,  αγουνίσκει πουλύ να αξιουποίησ’ του λάκκου που ‘έτριχει η τσουλνάρα  τσ’Λάκας .

Κάθι μέρα λοιπόν η Στέργιους δούλιυει  χουρις σταματμό ,πέτρουσι ούλου τουν λάκκου κι από τσ’δυο μιρες  κι έκαμι τουν χώρου να έχ(ι) πρόσουπου.

Κι έτς’καθι απογιμα τα καλουκαίρια η λάκκα αποχτούσι ζουή . Ούλνοι νέ(οι) Λάκζαν κατά τα’Λάκα μι τα καρπούζια παραμάσκαλα (δεν υπήρχαν ναύλουν σακκούλις ιτότι ) κι τα σταφύλια τα κρέχκα  κι τάβαζαν στ’ κουπανούδα κι του μπουζάτου νιρό απού τσιουλνάρα τα  πάγουνι στου λιφτό .

Ικί να δγης αλπαρούδις που  ξιφλουδούσαν οι αδαμιουτάδις κι ουλούς η τόπους αχουλουγούσι απού γέλια κι χάχανα.

Κι όταν αρχίνσαν να τρανιεύουν κι τα  πεύκα η τόπους γίνκι πουλύ  τρέλλα. Μα αυτό το όνειρου δεν κράτσι για πουλύ,η μπάρμπα Στέργιους γέρασι, μας αφήκι χρόνους κι η λάκκους μι τη τσιουλνάρα απόμνει στ’μοίρατ’. Κι καθώς η χρόνους ούλα τ' αλλάζ’ κι τα παραμουρφών’ κι η λάκκα δε γλύτουσι, ντ’καπάκουσι η τσίγρα κι δε θμίζ΄τίπουτα απού ντ’παλιά ντ’δόξα.

Μέσα μας όμους ίμεις που τόζισαμι αυτό του γιγουνός μας θμίζ’τα πιδικά μας τα χρόνια τα γύριστα κι γαλινιεύ’ του μυαλόμας.

Μαρία Λιναρούδη Παπαζά

 


 

 

Η ζωή στο χωριό τη δεκαετία του 50

 

Το χειμώνα, κλεινόμασταν από νωρίς στα σπίτια, μαζευόμασταν γύρω από την "γωνιά", έτσι λέγαμε το χώρο γύρω απ το τζάκι, κι εκει ζεσταινόμασταν, ενόσω η κατσαρόλα σιγόβραζε πάνω στην πυροστιά το φαγητό.

Συχνά, όταν είχαμε την τύχη να κατέβουν στο χωριό οι Ραβνιώτες καστανάδες, ρίχναμε στην χόβολη λίγα κάστανα να ψηθούν, ενώ ακούγαμε διάφορες ιστορίες από τους μεγάλους οι οποίοι συνήθως έστριβαν το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και συνεχώς κάπνιζαν. Γιατί να μην τον κάνουν άλλωστε; Αφού καπνό είχαν δικό τους και φωτιά για άναμμα πάντα πρόχειρη μπροστά τους. Πολλές φορές γίνονταν ανταλλαγή επισκέψεων τα βράδια για να κάνουν "μουχαμπέτι" και να περάσει η ώρα.

Λέγονταν ότι σχεδόν κάθε χειμωνιάτικο βράδυ, τα δυο αδέλφια Νικόλας και Μανόλης Γεωργάκας, επισκέπτονταν ο ένας τον άλλον για να βρεθούν και να τα πουν, όπως έκανε ο πολύς κόσμος.

Οι δυο τους ήταν τύποι κλειστοί, λιγομίλητοι και σκεφτικοί. Σπάνια αντάλλασσαν κουβέντα με άνθρωπο.

Κάθονταν λοιπόν κάθε βράδυ οι δυο τους μπροστά στο τζάκι άλλοτε του ενός κι άλλοτε του άλλου και δεν αντάλλαζαν όλη την νύκτα κουβέντα. Μόνο κάθε τόσο, ο ένας έπαιρνε την ταμπακέρα του, που την είχε ακουμπισμένη μπροστά του, πάνω στην γωνιά, άναβε τσιγάρο και την έσπρωχνε προς τον άλλο, ο οποίος τον μιμούνταν. Κι έτσι τσιγάρο το τσιγάρο, περνούσαν τα μεσάνυκτα. Τότε ο επισκέπτης σηκώνονταν κι έλεγε:

-Άιντι Νκόλα, καλό βράδ κι ότ είπαμι ιδώ ν απομείν!

Κι ας μην είχαν ανταλλάξει κουβέντα όλη νύκτα μεταξύ τους.

Ανταλλαγή επισκέψεων κάναμε κι εμείς τα μικρά παιδιά. Θυμάμαι, πως δεν ήταν λίγες οι φορές, που πηγαίναμε και κοιμόμασταν τα βράδια μαζί με τα ξαδέρφια μας. Έτσι μας έλεγαν ότι γίνονταν η σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ συγγενών.

Σήμερα που το σκέφτομαι όμως πιστεύω ότι στα σπίτια μας τα βράδια, που φεύγαμε πρέπει να γίνονταν και κάποια άλλη σύσφιξη, ο θεός να με συγχωρέσει για τις τωρινές πονηρές μου σκέψεις.

Ηλεκτρικό ρεύμα δεν είχαμε, επομένως δεν είχαμε και τα μέσα ψυχαγωγίας που χρειάζονταν ηλεκτρισμό κι οι νύκτες ήταν ατέλειωτες. Κι όμως το χωριό μας απείχε μόνο 40 χιλ. από το δεύτερο αστικό κέντρο της χώρας. Τις νύκτες κινούμασταν και διαβάζαμε με γκαζόλαμπες κι αυτό συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 60. Εγώ τουλάχιστον που τέλειωσα Γυμνάσιο κι έφυγα το 1964 από το χωριό για να σπουδάσω, δεν πρόλαβα να διαβάσω με ηλεκτρικό φως στο χωριό. Σήμερα το λεω αυτό στα παιδιά μου και γελάνε. Φοβάμαι δε ότι δεν με πιστεύουν καν. Μαύρα χρόνια.

Η έλλειψη του ηλεκτρισμού σήμαινε ότι δεν είχαμε φούρνους ηλεκτρικούς, πλυντήρια, κουζίνες και όλα γενικά τα ηλεκτρικά ήδη, που σήμερα έχουν κατακλείσει την ζωή μας, και την έχουν κάνει πιο εύκολη.

Τα φαγητά τότε μαγειρεύονταν  πάνω στην πυροστιά, που από κάτω της έκαιγαν ξύλα. Συνήθως αυτό για τους καλοκαιρινούς μήνες γίνονταν στο πλυσταριό, ενώ το χειμώνα στο τζάκι, που έκαιγε συνεχώς. Χύτρες ταχύτητας φυσικά δεν υπήρχαν και το επί πολλές ώρες σιγανό βράσιμο του φαγητού, το έκανε νοστιμότατο. Ίσως βέβαια στην νοστιμιά να συνέβαλε και η φωτιά από ξύλα, ίσως και η αγνότητα των υλικών, λάδια, αλάτια, κ.τ.λ. Ίσως όμως και να μας φαίνονταν τόσο νόστιμα τα φαγητά, επειδή κατά γενική ομολογία τα  στερούμασταν.

Φούρνοι, που να παρασκευάζουν ψωμί, για τον κόσμο επίσης δεν υπήρχαν και η κάθε νοικοκυρά, έκανε το ψωμί για την οικογένειά της, που διατηρούνταν επί ολόκληρη εβδομάδα θυμάμαι, χωρίς να μουχλιάζει ή να αλλοιώνεται. Το κάθε σπίτι, έκανε με το δικό του σιτάρι αλεύρι, στους αλευρόμυλους του Βογιατζή και του Χαδιάρη (Διαβάτη) στο Αδάμ ή στου Καμαρούδη και του Καρολίδη στο Ζαγκλιβέρι, που λειτουργούσαν ακόμη κι όταν έπαψε να λειτουργεί ο μύλος του παππού του Χαδιάρη.

Θυμάμαι την μάνα μου, όταν ζύμωνε, έβαζε μετά τα ψωμιά στις θήκες μιας μακρόστενης ξύλινης λεκάνης, που την έλεγαν "πνακουτή" και τα σκέπαζε από πάνω για να ζεσταθούν και να φουσκώσουν, για να τα βάλει μετά στον φούρνο. Τα ψωμιά, που έκαναν οι νοικοκυρές τα ξεχωρίζαμε σε "πλαστά" όταν τα ψωμιά ήταν μεγάλα και σε "φτηνάδια" όταν τα ψωμιά ήταν μικρότερα. Έκαναν και μικρά ψωμάκια, σαν πίτες περίπου, από αυτές που χρησιμοποιούν σήμερα τα σαντουϊτσάδικα, που τα ονομάζαμε "κλίκια", καθώς επίσης και ωραιότατες νιβατές[1]. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού.

Η γειτονιά πάντα ήξερε, από την ωραία μυρωδιά, ποια γειτόνισσα φούρνιζε. Κι όταν έβγαιναν τα "κλίκια", τα ανοίγαμε στη μέση, και ανάμεσα από τις δυό ψημένες πλευρές βάζαμε τυρί και το τρώγαμε. Στο φούρνο μαζί με τα ψωμιά απαραίτητα πάντα ψήνονταν και μια τουλάχιστον πίτα. Ωραίες χορτόπιτες από τσουκνάδες, που μαζεύαμε από τον κάμπο και ωραίες ρυζοτυρόπιτες. Όταν φούρνιζε η μακαρίτισσα η μάνα μου, όλο εκεί γύρω στο φούρνο τριγυρνούσα για να φαω "κλικ" και πίτα.

Τρελαινόμουνα! Τα ψωμιά, συνήθως έφθαναν για μια εβδομάδα, μόνο που στο τέλος ξεραίνονταν και δεν τρώγονταν πια.

Ψυγείο στα σπίτια δεν υπήρχε και η συντήρηση των τροφίμων, κυρίως τυρί- βούτυρο, γίνονταν στο "φανάρι", ένα κουτάκι με σίτα ψιλή γύρω-γύρω, για να μην μπορούν μύγες και ποντίκια να πλησιάζουν τα φαγητά, το οποίο συνήθως ήταν κρεμασμένο σε μια ξυλοκολώνα, στο πιο δροσερό μέρος του σπιτιού, στο κατώι. Οι πιο τυχεροί ήταν, όσοι τύχαινε να έχουν πηγάδι στο σπίτι τους, γιατί αυτό έπαιζε το ρόλο του ψυγείου, κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν κατέβαιναν στα βαθιά νερά τους με κουβάδες τρόφιμα, μα κυρίως καρπούζια και πεπόνια.

Το πλύσιμο των ρούχων γίνονταν με τα χέρια, μέσα σε τεράστιες λεκάνες από αλουμίνιο, τις κουπάνες. Για  τα πιο δύσκολα ρούχα, πήγαιναν στην βρύση του Κανάκη κι εκεί τα χτυπούσαν επί ώρες μ έναν "κόπανο", που έμοιαζε με ξύλινο κουπί. Ύστερα τα βουτούσαν στο καθαρό νερό μιας τεράστιας κουπάνας, που είχε εκεί και ξανά πάλι από την αρχή με τον κόπανο, τάκα-τούκα, τάκα-τούκα.

Στρωσίδια, χαλάκια, κουβέρτες, διάδρομοι, σκεπάσματα, ποδιές αλλά και ρούχα για τους ηλικιωμένους γίνονταν από τις νοικοκυρές στον αργαλειό, που όλα τα σπίτια διέθεταν τότε. Στους αργαλειούς έγιναν υφαντά που διατηρούνται ακόμα και σήμερα και μάλιστα σε άριστη κατάσταση και στολίζουν και εξυπηρετούν πολλά σπίτια.

Τον Δεκέμβριο, κάποιες φορές, πιτσιρίκια προσχολικής ίσως ηλικίας ακόμη, πηγαίναμε στο βουνό κοντά στο κοπάδι  με τα χωριάτικα γίδια, που τα έβοσκε ένας βοσκός, που κάθε χρόνο συμφωνούσε, έκανε δηλαδή κάποιου είδους σύμβαση με τους χωριανούς, για να τους βόσκει τα γίδια που είχε ο καθένας στο σπίτι του. Τσομπάνηδες στα "χωριάτικα" γίδια θυμάμαι είχαν διατελέσει ο μπάρμπα- Ανδρέας ο Κιάτσιος, ο μπάρμπα- Στέφανος ο Φιγκιώρης και ο μπάρμπα-Χαρίσης ο Τιάγκος. Πηγαίναμε λοιπόν στο βουνό με χιόνια με κακοκαιρίες και ξεπαγιάζαμε κοντά στον τσομπάνη, περιμένοντας να γεννηθεί κανένα κατσικάκι, να δούμε την  γέννα. Καθόμασταν και παρακολουθούσαμε όλη την γέννα μέχρι  και την στιγμή που η μάνα μέσα στην παγωνιά γλείφοντας αφαιρούσε πάνω απ το σωματάκι του μικρού τα υγρά και τα αίματα της γέννας. Μετά θυμάμαι ένα από τα παιδιά έπαιρνε το κατσικάκι αγκαλιά κι όλοι μας, μαζί και η μάνα του κατσικιού ακολουθώντας μας πηγαίναμε στο σπίτι του αφεντικού της κατσίκας και του παραδίναμε μωρό και μάνα. Συχνά παίρναμε και χαρτζιλίκι από κανέναν που ήταν χουβαρντάς.

Η παρακολούθηση της γέννας ήταν μία εμπειρία που δεν την δίδασκαν ούτε δέκα πανεπιστήμια. Άδικα οι μεγάλοι προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι τα παιδιά τα έφερνε η βαβά[2] η Μπούκλινα από μία τεράστια πέτρα που υπήρχε στο λάκκο της Αγίας Παρασκευής και που την ονομάζαμε "Μάνα". Ήταν κάποιες φορές βέβαια, που πες -πες το ψιλοπιστεύαμε, αν και όλοι μας είχαμε παρακολουθήσει κατσίκα ή γελάδα να γεννά. Πηγαίναμε λοιπόν, τότε για να λύσουμε την απορία μας, κι ανεβαίναμε πάνω στην τεράστια εκείνη πέτρα και στήναμε αφτί για να ακούσουμε, αν από μέσα ακούγονταν κλάματα παιδιών. Το αν και πόσο πιστεύαμε αυτές τις ιστορίες φαίνεται από την παρακάτω ιστορία που πολλές φορές άκουσα να την λένε οι μεγάλοι γελώντας, από τα παιδικά μου ακόμα χρόνια.

Ο Άγγελος ο Γιωργανάς, παππούς με εγγόνια και ίσως και με δισέγγονα τώρα, ήταν σαν παιδί πολύ ζωηρός. Η μάνα του λοιπόν προσπαθώντας να τον αποσπάσει από τις αταξίες, του έλεγε:

-Άγγιλι μπρε. Έλα μπρε πιδί μ  να σι πω. Να! ξέρ'ς; του Γιώργου (τον Γιώργο τον Κούρο ή Λιάρο), θα τ ς φέρ η βαβά η μπούκλινα απ τν Μάνα ένα μκρό πιδούδ!

Κι ο Άγγελος, που από καιρό την έβλεπε την θεια την Κούρινα που πάχαινε και φούσκωνε, με την παιδιάστικη αφέλεια του, της απάντησε:

-Καλά, καλά. Μα είνι κι η μάνα τς γκαστρουμένην όμους!

Και η μάνα του έμεινε άγαλμα από τις γνώσεις του μικρού.

Από τις   «   ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ »  του  Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου..



[1] Ψωμιά, που γίνονταν σε τεράστια ταψιά και σκεπάζονταν για να φουσκώσουν, να ανέβουν δηλαδή, εξ ου και ανεβατή ή νιβατ και μετά ψήνονταν στο φούρνο.

[2] Η γριά

 

 

 


 

Εικόνες ζωντανές γεμάτες χρώματα από τη δεκαετία του 90

Ημουν τυχερή απο μικρή ... Είχα το πιο όμορφο χωριό του κόσμου όλου ... 

Αναμνήσεις ;;;  Χιλιάδες !!!

Εικόνες ζωντανές , γεμάτες χρώματα , μυρωδιές , γεύσεις , συγκινήσεις , μέσα στην ξεγνοιασιά και την ανεμελιά , οπως θα έπρεπε να είναι άλλωστε για καθε παιδάκι στα πιο τρυφερά του χρόνια ...

Για μένα το Αδάμ , είναι πολλά παραπάνω απο ένα χωριό , είναι εγώ .. Οτι είμαι σήμερα . Τι να πρωτοΘυμηθώ !!! Τα καλοκαίρια στην πλατεία που εσφιζε απο ζωή , την γεμάτη κόσμο ταβέρνα που είχε τότε ο Σιδεράς , την καφετέρια με τα παιχνίδια και τις πιο λαχταριστές μπάλες παγωτό , το γήπεδο που μαζευομασταν και πειράζαμε τους "αθληταράδες" μας που έκαναν προπόνηση , τον ραδιοφωνικό σταθμό που άφησε εποχή , τα πρώτα σκιρτηματα , τα ατελειωτα βράδια στην παιδική χαρά της εκκλησίας , την μάνα μου να φωνάζει να γυρίσω , την γιαγιά και τον παππού στην εκκλησία να συγυριζουν , το παρατημένο σχολείο που όμως είχε μια μαγεία μοναδική παρα τα καλά κλειστά του παράΘυρα του , αν κοιταζες προσεκτικά μέσα απο αυτά μπορούσες να διακρίνεις ζωγραφιές , κατορθώματα μπομπιρων , παρακαταΘήκη του σχολειού , παρέα του ...

Νόμιζες θα χτυπήσει το κουδουνι και θα ξεχυΘούν τα παιδιά στο προαύλιο για διάλλειμμα ! Εκεί μας μάζευε η Βάσω και μας έκανε ασκήσεις γυμναστικής με ότι μπορούσες να φανταστείς , απο πέτρες , κλαδια , μπάλες μέχρι  το γεμάτο σκουριά μονοζυγο που δεσποζε στην μέση , μόνο του και αυτό ...

Και αργότερα , σαν τελειωνε η αθλοπαιδεία , κάναμε εξόρμηση στην Αγία Παρασκευή , τι βλογυμένος τόπος ! Ανάβαμε τα καντηλάκια και αράζαμε στα μισοτσακισμένα παγκάκια , λέγαμε ιστορίες και απολαμβάναμε την δροσιά ! Το απογευματάκι σειρά ειχε ο σταΘμός , εκεί έκανα και την πρώτη μου ραδιοφωνική εκπομπή , το θυμάμαι σαν τώρα όταν πρωτομπήκα στο κτίριο , είχε μια επιβλητική πόρτα που έκανε την φαντασία μου να οργιάζει , ο χώρος μέσα μυριζε εντονη κλεισούρα , φτωχικά  διαμορφωμένος αλλά πλούσιος σε συναισθημάτα .. Δισκοι παντού , αφίσες της εποχής και μουσική στην διαπασών ...

Μετά το πρόγραμμα είχε γήπεδο , για να δούμε την προπονηση των παιδιών , να ενισχύσουμε την ομάδα και αργότερα δίναμε ραντεβού στην εκκλησία , στο στέκι μας , εκεί στα σκοτάδια , φτιαχναμε τον κόσμο μας , κάναμε ονειρα ... Οταν δε τύχαινε να καταφέρουμε να ανοίξουμε και τον σταΘμό , τότε κάναμε πάρτυ κανονικό !!!

Ο Νίκος ( να είναι καλά εκεί ψηλά ) , ο Κώστας , η Βάσω , ήταν η δική μου συμμορία ...  Και είναι ακόμα και σήμερα , μόνο που η παρέα εμπλουτίστηκε απο την ισοπεδωτική παρουσία του ψηλού ! Σιγουρα χρόνια περασαν πολλά μα μοιάζει σαν τίποτα να μην αγγίζει το χωριό αυτό , αγιος τόπος ! Κάθε φορά η ανυπομονησία μέχρι να φτάσω είναι η ίδια , το ιδιο καρδιοχτύπι οπως τότε , σαν να μην περασε μια μέρα ... Το ιδιο κλάμα και η ιδια θλίψη σαν ερχεται η ωρα να το αποχωριστώ ...

Τι και αν τώρα σκορπισαμε και ο καΘένας τράβηξε το δρόμο του , μας ενώνει πάντα ενας Αδάμ που ξέμεινε κάπου στα ψηλά να ψάχνει την Ευα του ....

Όλγα Ραζή

 

 

 


 

Το διάβασμα και το ταλέντο του Μανώλη Μητσιά


Όταν ήμασταν στις μεγάλες τάξεις του γυμνασίου, συχνά τα απογεύματα μετά το διάβασμα, όταν δεν είχαμε δουλειές, κατεβαίναμε στο Ζαγκλιβέρι, για να κάνουμε παρέες, να συζητήσουμε, να καλαμπουρίσουμε και πολλές φορές τα βράδια να τραγουδήσουμε και να κάνουμε καντάδες.


Μια Δευτέρα πρωί, μπήκε στην τάξη ο καλός μας καθηγητής της Θεολογίας, που κατάγονταν ‘’απ’ του Φανάρ(ι) της Καρδίτσας’’, (θεός σχορέστον τωρα πια), με τον κατάλογο, που μας εξέταζε, στο χέρι. Αμέσως φάνηκε, πως ήταν οργισμένος. Φαίνεται, ότι τη προηγούμενη βραδιά, κάποια κανταδόρικη κομπανία, με πρωτοστάτη τον Μανόλη Μητσιά, τον ενόχλησε και δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Ανέβηκε λοιπόν στην έδρα κι αφού κοίταξε προς την τάξη είπε, με την Θεσσαλική του προφορά:
-Για σήκου πάν Μανουλάκ(η) να μας πεις μάθημα!


Κι ο Μανόλης, παιδί ντροπαλό όπως ήταν, αφού κοκκίνισε του είπε προσπαθώντας να δικαιολογηθεί, πως κάτι του έτυχε και δεν μπόρεσε να διαβάσει. Κι ο καθηγητής τον μάλωσε λέγοντάς του:


-Θαρρείς του γκάρισμα και τα τραγούδια θα σι δώσουν να φας ε;
Τότε δεν μας φάνηκε πολύ αστείο αυτό που του είπε. Μα αργότερα θυμάμαι όταν ήμασταν φοιτητές ο Μανόλης έκανε στο θέατρο Χατζώκου, στην Θεσσαλονίκη, την πρώτη του συναυλία σαν τραγουδιστής, με τα μεγάλα ονόματα της εποχής Πρέζα, Ζευγά και Ρένα Κουμμιώτη. Πήγαμε λοιπόν, όπως ήταν φυσικό να τον δούμε, όλοι οι συμμαθητές και πολλοί καθηγητές, μεταξύ των οποίων και ο Θεολόγος μας. Τον πλησίασε λοιπόν το πειραχτήρι ο Τακης ο Παπουτσής και του είπε τάχα αφελώς:


-Είδατε κύριε καθηγητά; Είδατε το γκάρισμα;
-Ναι ρε! Μπράβου ρε, μπράβου! Πού να του φανταζόμασταν ρε παιδί μ ….


Και τότε γελάσαμε όλοι.


Από τις Αναμνήσεις του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου..

 

 


 

Πώληση καπνού στη δεκαετία του 50

Μέσα στο χειμώνα, αλλά πολλές φορές κι αργότερα, τον Μάρτιο ή και Απρίλιο καμιά φορά, γίνονταν η πώληση των καπνών. Όλο τον χειμώνα, γίνονταν σχεδόν ένας ακήρυκτος πόλεμος νεύρων ανάμεσα στους εμπόρους, που ήθελαν να αγοράσουν τα καπνά όσο-όσο και στους καπνοπαραγωγούς που αντιστέκονταν, θέλοντας πάντα κάποια καλύτερη τιμή. Ήταν ένας πόλεμος ψυχρός. Πόλεμος φημών για να επηρεαστούν οι ασθενέστεροι οικονομικά και να ενδώσουν στις απαιτήσεις των εμπόρων.

Οι φήμες κυκλοφορούσαν κάθε τόσο από στόμα σε στόμα. Η Γερακαρού και τα Λαγκαδίκια έσπασαν κι όσοι δεν πρόλαβαν να πουλήσουν νωρίς, τσαλαπατήθηκαν μετά από τους εμπόρους. Οι πληροφορίες αυτές συνήθως αφορούσαν χωριά ελαφρώς απομεμακρυσμένα και που να μην έχουν επαφή με το χωριό, ώστε να μην μπορούν οι αγρότες να μάθουν την αλήθεια. Αυτό το ''όσοι δεν πρόλαβαν, τσαλαπατήθηκαν'', ήταν μαχαιριά συνήθως στην συνοχή των καπνοπαραγωγών.

Οι πιο αδύνατοι οικονομικά, μα και όσοι δεν είχαν καλά βαθμολογημένο καπνό άρχιζαν να ζορίζονται και να τους ζώνουν οι φόβοι. Κι αν δεν κατάφερναν τελικά να πουλήσουν; Πώς θα έβγαιναν μια ολόκληρη χρονιά χωρίς λεφτά στο χέρι και με το μαξούλι να φυραίνει στις αποθήκες; Ήταν οι πρώτοι, που πλησιάζονταν από τους μεσίτες των εμπόρων και οι πρώτοι, που πιέζονταν να ανοίξουν την αγορά σε χαμηλή τιμή. Ήταν βλέπεις οι μεσίτες ντόπιοι και γνώριζαν εκτός από την βαθμολογία των καπνών και την οικονομική κατάσταση ενός εκάστου των χωριανών. Οι μεσίτες συνήθως δεν έχαιραν και της εμπιστοσύνης και αγάπης των χωριανών γιατί υποστήριζαν τα συμφέροντα του εμπόρου. Με ψυχολογική λοιπόν πίεση στους αδύνατους και με υπόσχεση ότι θα τους έδιναν και κανα φραγκάκι το κιλό παραπάνω από τους άλλους, κατάφερναν τελικά να σπάνε την συνοχή των καπνοπαραγωγών και να παίρνουν τα καπνά, συνήθως σε εξευτελιστικές τιμές.


Έτσι λοιπόν κάποιο βράδυ, πάντα βράδυ, με καταστρωμένο το σχέδιο, με επιλεγμένους πάντα αυτούς που θα τους καλούσαν πρώτους για να "σπάσουν", έφθαναν οι έμποροι στο χωριό, έπιαναν έναν πάγκο στο καφενείο και αμολούσαν στο χωριό τα κοράκια τους, τους μεσίτες. Το γεγονός, από στόμα σε στόμα μαθεύονταν σ όλο το χωριό. Με την είδηση ότι ο τάδε έσπασε και πούλησε επικρατούσε πανικός στο χωριό. Όλοι, που μέχρι εκείνη την στιγμή άντεχαν, έσπαναν αμέσως ψυχολογικά κι άρχιζαν να τρέχουν από καφενείο σε καφενείο κι από έμπορο σε έμπορο για να πουλήσουν. Κάποιοι έψαχναν για καμιά δραχμή στο κιλό παραπάνω κι άλλοι πάλι μόνο να πουλήσουν. Όσο-όσο. Πάρε με και μένα μπάρμπα δηλαδή. Το φάσμα του τσαλαπατήματος τους αναστάτωνε. Αν δεν πουλούσαν εκείνη την βραδιά κινδύνευαν να χάσουν πολλά λεφτά ή και να μην πουλήσουν καθόλου μέσα στην χρονιά. Να το έχουν δηλαδή το μαξούλι και να το λιβανίζουν στην αποθήκη μέχρι του χρόνου. Και υπήρχαν πολλά παραδείγματα με μαξούλια πρώτης κατηγορίας, που ξέμειναν, για παραδειγματισμό, επειδή είχαν κάνει το ζόρικο στους μεσίτες. Πού να αντισταθεί λοιπόν ο φουκαράς ο παραγωγός και να κάνει το ζόρικο; Θα ξέμενε. Κι η φτώχεια είναι αβάσταχτο πράγμα!


Θα ήμασταν 10 ή 11 χρονών περίπου. Ήμασταν ανεβασμένοι στο πλατύσκαλο του δευτέρου ορόφου του παλιού σχολειού, στην κάτω πλατεία του χωριού. Τα καφενεία του Ζαχαρούδη και του Ανέστη ήταν φίσκα από κόσμο. Σ ένα πάγκο, με τον μεσίτη δίπλα τους και με ένα γραφέα βοηθό τους, ήταν στρωμένοι οι έμποροι, που ήρθαν για να ανοίξουν την αγορά. Στους σκοτεινούς δρόμους άνθρωποι βιαστικοί πηγαινοέρχονταν από καφενείο σε καφενείο προσπαθώντας να βρουν, πού θα έπαιρναν καλύτερη τιμή, για να πουλήσουν. Εμείς, ενώ η αλήθεια είναι ότι ακούγαμε όλες τις συζητήσεις, που γίνονταν για τα θέματα αυτά της αγοράς και νοερά συμμετείχαμε στην προσπάθεια των πατεράδων μας, καθόμασταν εκεί στο πλατύσκαλο και αντιμετωπίζαμε την κατάσταση με χιούμορ. Παιδιά! Μας φαίνονταν πολύ αστείο όλο αυτό το αλισβερίσι. Ξαφνικά είδαμε έναν μπάρμπα, ενώ έτρεχε σχεδόν, να σκοντάφτει κάπου και να παραπατάει, γλιτώνοντας την τελευταία στιγμή το πέσιμο. Μας φάνηκε πολύ αστείο και γελάσαμε.


Ο Τάκης ο Σιδεράς, ζιζάνιο τότε, κατέβηκε από την σκάλα και πήγε και κάτι μαστόρεψε μέσα στο σκοτάδι, μπροστά στην πόρτα του καφενείου του Ανέστη. Μετά ξαναγύρισε στο πλατύσκαλο και μας είπε τι είχε κάνει. Είχε δέσει μία θηλιά από σύρμα στην εξώπορτα του Ανέστη. Περιμέναμε λίγο παρακολουθώντας τις σκιές, που μπαινόβγαιναν, όταν ξαφνικά είδαμε κάποιον να σκοντάφτει μπροστά στην πόρτα και να πέφτει κάτω με τα μούτρα. Η σκιά, μου φάνηκε γνωστή, μα πριν καλά-καλά προλάβω να συνειδητοποιήσω τι είχε γίνει, άκουσα τον Τάκη το Σιδερά να φωνάζει, καθώς σχεδόν κατρακυλιστός κατέβαινε από τις σκάλες καταντροπιασμένος:
-Παναγία μ ! του νουνό μ έπιασα.


Τα γέλια μας βγήκαν ξινά, γιατί τύχαινε ο νουνός του Τάκη να είναι ο πατέρας μου, που ευτυχώς ποτέ δεν έμαθε ποιος είχε βάλει την θηλιά γιατί αν μάθαινε ότι σ αυτό το κακόγουστο αστείο, που τον έριξε κάτω, συμμετείχα κι εγώ, αλίμονο μου.


Όταν τελείωναν όλα και τα καπνά πουλιόντουσαν όλα ξεχνιόντουσαν κι άρχιζε καινούργιος αγώνας, καινούργια χρονιά.


Από τις ‘’ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ’’ του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου.

 

 


 

Ο τσομπανάκος

 

Το καλοκαίρι, που τέλειωσα την πέμπτη τάξη του σχολείου, με περίμενε μια οδυνηρή έκπληξη. Ο βαθμός μου στο ενδεικτικό δεν θεωρήθηκε ικανοποιητικός από τον πατέρα μου και αποφάσισε να με τιμωρήσει. Μου είπε λοιπόν ότι αφού τα γράμματα δεν με ενδιέφεραν, είχε μια άλλη δουλειά για μένα. Θα γινόμουνα τσοπάνος. Απελπίστηκα! Τι μπορούσα να κάνω όμως; Την άλλη μέρα το πρωί, με ξύπνησε αρκετά νωρίς και μου παρέδωσε έναν τρουβά με τα φαγητά για την μέρα μου και μου είπε:

-Οι γελάδις είνι στου αχούρ πίσου. Πάρτις κι σιακάτ να τς βόσκς.

Δεν είπα κουβέντα, τι μπορούσα να πω άλλωστε; Ακολούθησα την μοίρα μου. Πήρα τις δύο γελάδες, που είχαμε και ξεκίνησα νέα καριέρα. Τσομπανάκος! Όλη μέρα μακριά από το χωριό μακριά από φίλους και από το σπίτι. Από την δεύτερη κι όλας ημέρα, έμαθα πως τα γελάδια, που θα έβοσκα θα γίνονταν τέσσερα, γιατί ο πατέρας μου είχε συμφωνήσει με τον μπάρμπα Αναστάση Παπαζά, να βόσκω και τις δικές του γελάδες. Για πληρωμή θα παίρναμε, ένα ντενεκέ σιτάρι για την κάθε γελάδα τον κάθε μήνα και επί πλέον ο μπάρμπα Αναστάσης θα μου έδινε κι ένα τάλιρο για το πανηγύρι του Αγ.Παντελεήμονα. Καταλάβαινα πως είχα πάθει μεγάλο χουνέρι, μα ήξερα πως δεν μπορούσε να αλλάξει τίποτα. Στα τσαίρια, παρέα στο καινούργιο επάγγελμά μου είχα κι άλλα παιδιά όπως τον Τάκη τον Φάσιο, τον Βαγγέλη τον Γκουλούσιο, αλλά με κείνον, που κυρίως ήμασταν μαζί όλο το καλοκαίρι ήταν ο φίλος μου ο Γαρέφης. Τα βοσκούσαμε λοιπόν τα γελάδια όλη μέρα κάτω στον κάμπο σε διάφορα μέρη, που είχαν βοσκή. Πολλές φορές τα πηγαίναμε στα τσαίρια μας, "στα λιμάν τα τσαίρια". Εκεί την μια τα βοσκούσαμε στα δικά μας και την άλλη τα πηγαίναμε στου Γαρέφη τα τσαίρια, που ήταν λίγο πιο πέρα. Και φυσικά τα τσαίρια, που ήταν ενδιάμεσα, τα μαδούσαν οι γελάδες μας γιατί αυτές δεν ήξεραν, ότι δεν είναι δικά μας! Αυτό το λέγαμε κάθε φορά και ξεκαρδιζόμασταν, μέχρι που μας πήραν χαμπάρι και μας κυνήγησαν.

Μια μέρα, θυμάμαι από το πρωί, ενώ εμείς βοσκούσαμε τα γελάδια, έκανε την εμφάνισή της στην πλαγιά της ντούμπας[1], η Π. Σ, κοπέλα μεγαλύτερη από μας και όμορφη, όπως την βλέπαμε τότε, σκάλιζε το καπνό που είχαν εκεί πέρα και μείς δεν ξεκολλούσαμε τα μάτια μας από κει. Τώρα θα σκύψει, ύστερα θα σκύψει και θα δούμε. Αναστατωθήκαμε! Ντρεπόμασταν κι όλας στην σκέψη, πως θα μας έπαιρνε χαμπάρι, που την μπανίζαμε έτσι ξεδιάντροπα, όλη την μέρα αλλά δεν σταματήσαμε την δουλειά μας. Το χωράφι δεν τέλειωσε και καταλάβαμε, ότι το σκάλισμα θα συνεχίζονταν και την επόμενη μέρα. Οργανωθήκαμε λοιπόν, κάναμε ένα καλυβάκι από βέργες και βούζια, που το άνοιγμά του να βλέπει προς την ντούμπα. Την άλλη μέρα την περιμέναμε πρωί-πρωί να πιάσουμε δουλειά. Όταν πια ήλθε κλειστήκαμε μέσα στο καλυβάκι και βλέπαμε και δουλεύαμε. Αφοσιωθήκαμε τόσο πολύ στην δουλειά μας, ώστε ξεχάσαμε τα γελάδια εντελώς. Και ξαφνικά μπροστά στο καλυβάκι είδαμε πόδια αλόγου. Το κεφάλι του καβαλάρη έσκυψε και είδε μέσα στο καλυβάκι και είπε:

-Τι ρε, γαβανούντια, γαβανούντια! Σας έφγαν βρε τα γιλάδια!

Ήταν ο πατέρας του Γαρέφη κι από το ρεζιλίκι δεν ξέραμε που να κρυφτούμε. Καλύτερα να άνοιγε η γη και να μας κατάπινε.

Μεγάλο ρεζιλίκι πάθαμε λοιπόν. Όμως την ίδια μέρα εγώ έπαθα κι άλλη ζημιά. Ήταν βλέπεις παραμονή της Αγ. Παρασκευής και ο μπάρμπα Αναστάσης ο Παπαζάς μου είχε πληρώσει το μισθό μου, για το πανηγύρι του Αϊ Πιντιλιέμηνου[2]. Ένα ολόκληρο τάλιρο, που μέχρι τότε δεν είχα ξαναδεί το χρώμα του. Στην αμηχανία μας λοιπόν, από το ρεζιλίκι που είχαμε πάθει, δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Πήγαμε πιο κάτω όπου βρίσκονταν οι τεράστιες στοίβες άχυρο, που είχαν δημιουργηθεί από το αλώνισμα. Ανεβαίναμε απάνω στις στοίβες και πηδούσαμε προς τα κάτω. Όταν θυμήθηκα, ότι στην τσέπη μου είχα το τάλιρο, ήταν ήδη αργά. Το τάλιρο είχε χαθεί μέσα στα άχυρα. Είπαμε να ψάξουμε αλλά πού; Βρίσκεις ψύλλους στα άχυρα;

Καμιά φορά, που ο φίλος μου, ο γιατρός ο Γαρέφης, έρχεται από Γερμανία, όπου ζει τώρα βρισκόμαστε, τα θυμούμαστε και γελάμε.

Την μεθεπόμενη ήταν του Αγ. Παντελεήμονα και όπως όλοι οι εργαζόμενοι δεν πήγαμε κι εμείς στις δουλειές μας. Πρωί-πρωί έγινε ένας σαματάς στο σπίτι για το τι χαρτζιλίκι δικαιούμουνα τέτοια μέρα σαν εργαζόμενος. Θυμάμαι πως έκανα αγώνα να πάρω κάποιες δεκάρες παραπάνω από το δίφραγκο που μου είχε δώσει αρχικά ο πατέρας μου. Το τάληρο του Παπαζά το είχα χάσει, και είχαν γκρεμιστεί όλα τα όνειρα, που είχα κάνει για το πανηγύρι για κεράσματα σε κάποιες που τις είχαμε σταμπαρισμένες. Κατά τις 09.30, ντυμένοι στην τρίχα με τα καλύτερα ρούχα που διαθέταμε, βρεθήκαμε να τριγυρίζουμε κάτω από τις τεράστιες πουρναριές, που σκέπαζαν το χώρο του ξωκλησιού. Δεν θυμάμαι καν, αν πηγαίνοντας εκεί ανάβαμε και κερί! Αυτό συνήθως το κάναμε την παραμονή, που γινόταν αγρυπνία εκεί και μαζεύονταν πολύς κόσμος, από όλα τα γύρω χωριά και ξενυχτούσαν το εικόνισμα του Αγίου. Το πρωί εμείς δεν πηγαίναμε για εκκλησιασμούς αλλά για το πανηγύρι.

Όλος ο χώρος γύρω από το εξωκλήσι ήταν κατειλημμένος από τους πάγκους των μικροπωλητών. Πουλιόντουσαν παιχνίδια όλων των ειδών. Μπορούσες να παίξεις ποδοσφαιράκι, να αγοράσεις και να φας σάμαλι, πετειναράκια καραμελένια, μήλα με λιωμένη καραμέλα γύρω-γύρω, που έφερνε θυμάμαι o παππούς ο Ζαχαρατζής από το Ζαγκλιβέρι, να αγοράσεις της γριάς το μαλλί, παγωτά κασάτα από τον Λάμπο[3], καθώς και ωραία δαμάσκηνα μπομπότες[4] από τον "Μιχαήλου τς Ντασιάς". Και φυσικά μπορούσες να δεις φίλους και πολλά-πολλά κουρτσούδια. Όμως για όλα αυτά έπρεπε να έχεις αρκετά λεφτά. Κι εγώ, πανάθεμα τα έχασα στην στοίβα με τα άχυρα. Τι να κάνεις με τα δυο φραγκούδια και τις τέσσερις δεκάρες, που τελικά κατάφερα να αποσπάσω από τον πατέρα μου. Θυμάμαι λοιπόν, πως κάθε τόσο, καθώς γυρνούσαμε από πάγκο σε πάγκο συναντούσα τον φίλο και συνάδελφο τότε στα γελάδια και τώρα στο επάγγελμα, τον Γαρέφη, ο οποίος, μόλις με συναντούσε, έσφιγγε καλά τα ψιλά που είχε ανάμεσα στις δυο χούφτες του και τις κουνούσε μπροστά στα αφτιά μου για να ακούσω το θόρυβο από τις δεκάρες του και μου έλεγε:

-Κόμα πόσα έχ'ς;

Θέλοντας να μάθει αν μου είχαν μείνει ακόμα τόσα πολλά, όσα είχε αυτός. Και μιλάμε για κεφάλαια! Δεκάρες ολόκληρες!. Για γέλια...

Το βράδυ τα καφενεία του Ανέστη Τζαντζαρούδη και του Ζαχαρούδη, καθώς και το εξοχικό του Κανάκη, ήταν συνήθως τέτοια μέρα φίσκα. Γλέντια μέχρι πρωίας. Οι περισσότεροι χωριανοί, φεύγοντας από το γλέντι πήγαιναν κατευθείαν για μάζεμα καπνού.

Δεν θυμάμαι πόσο μικρά ήμασταν, μα θυμάμαι σ ένα πανηγύρι που όλη μέρα με την αδερφή μου την Κατίνα μπουρλιάζαμε το μαραμένοκαπνό, που είχαν μαζέψει την προηγούμενη μέρα. Ήταν βλέπεις αμαρτία να μαζεύεις την μέρα του πανηγυριού. Μόλις νύχτωσε λοιπόν απαιτήσαμε από τον πατέρα μας να τηρήσει την υπόσχεση, που μας είχε δώσει, για να μας ξεγελάσει να δουλεύουμε. Μας είχε τάξει, πως θα μας πήγαινε το βράδυ να μας κεράσει στου Ανέστη, κι εμείς φυσικά ονειρευόμασταν τραπέζι πιασμένο, γλέντι νυχτιάτικο, χορούς και τέτοια. Αφού ντυθήκαμε λοιπόν, το απόγευμα ξεκινήσαμε όλο χαρά μαζί με τον πατέρας μας. Πήγαμε στου Ανέστη το καφενείο και σταθήκαμε μπροστά στον πάγκο. Ο πατέρας μας, ακούμπησε τον αγκώνα του πάνω στον πάγκο και με αέρα είπε στον Ανέστη:

-Δόσι δυο γκαζόζις ρε Ανέστη, για τα πιντιά.

κι εκείνος έσκυψε λίγο πιο μέσα, πήρε δυό γκαζόζες από την παγωνιέρα, από κείνες τις παλιές, που είχαν λαστιχένιο καπάκι κι ένα συρμάτινο μηχανισμό προσαρμοσμένο απάνω του, για να ανοίγει και τις έφερε και τις άνοιξε μπροστά μας, κάνοντας ένα πάφφφ και βγάζοντας παγωμένο αέρα από μέσα τους. Εμείς, πήραμε ο καθένας από μία, την σηκώσαμε και την ήπιαμε μονοκοπανιά. Πάγωσαν τα έντερά μας. Μετά ο πατέρας μου, μας είπε κρυφογελώντας:

-Αι τώρα, στου σπίτ να κμηθείτι. Τιλείουσι του πανηγύρ. Ταχειά θα φέρουμι πουλύ καπνό!!!

Έτσι έληξε άδοξα εκείνο το γλέντι.

Εδώ θα πρέπει να τονίσω ότι τα παλιότερα χρόνια, παρά το ότι η εκκλησία του χωριού λέγεται Αγ. Παρασκευή, πανηγύρι στο χωριό γινόταν τη μέρα του Αγ. Παντελεήμονα. Αργότερα σε πιο κοντινά μας χρόνια καθιερώθηκε να γίνεται πανηγύρι και την ημέρα του Αγ. Χριστόφορου, επειδή όπως αναφέρουνε οι δοξασίες, σε μια μεγάλη ξηρασία που έπληξε το χωριό, ξαναέβρεξε μόνον όταν έγινε λιτανεία την ημέρα του Αγ. Χριστόφορου. Το πανηγύρι συνοδεύεται από κουρμπάνι[5] στο οποίο σερβίρονταν αρχικά κουκιά και φασολάδα, τα οποία οι προσκυνητές έτρωγαν εκεί στην αυλή της εκκλησίας, κάτω από τις τεράστιες καρυδιές, που υπήρχαν τότε. Στη σημερινή του μορφή με σφάξιμο μοσχαριού και μαγείρεμά του, το κουρμπάνι γίνεται εδώ και 20 με 25 περίπου χρόνια.

Το ίδιο εκείνο καλοκαίρι, που έκανα τον τσοπανάκο, συνέβησαν θυμάμαι πολλά και διάφορα. Σχεδόν καμιά δεκαριά παιδιά είχαμε κάνει μια κυνηγετική θα έλεγα κοινοπραξία, που την ονομάζαμε "μισιαρά". Προφανώς η λέξη σήμαινε, ότι τα πουλιά, που θα σκοτώναμε, θα τα είχαμε όλοι από κοινού. Μισιάρικα δηλαδή. Έτσι για να μην υπάρχει αθέμιτος συναγωνισμός. Όλοι μας είχαμε την σφεντόνα μας και μάλιστα ψάχναμε για τις καλύτερες τσιαταλιές[6], για λόγους πρεστίζ αλλά και για πρακτικούς λόγους, γιατί μια καλή τσιαταλιά βοηθούσε στην καλή σκόπευση. Έκανε δηλαδή καλή πρακτικά την σαΐτα, την οποία εμείς ονομάζαμε λάστιχο[7]. Τα πουλιά δεν τα αφήναμε σε ησυχία και οι τσέπες μας ήταν πάντα γεμάτες από κατάλληλα διαλεγμένες πέτρες, που θα έπαιζαν το ρόλο του φυσιγγίου. Συκοφαγάδες, καρδερίνες, τσουτσουλιανοί, δρυοκολάπτες, μπλαγκαρίνες, σπουργίτια και πολλά ακόμη μικρότερα πουλιά, ήταν τα θηράματά μας.

Ο αρχηγός της ομάδας, ο Βαγγέλης ο Γκουλούσιος, μάζευε τα σκοτωμένα πουλιά, καθαρισμένα και πλυμένα και τα αλάτιζε και μετά τα τοποθετούσε σε ένα τσίγκινο δοχείο, για να διατηρηθούν μέχρι την ώρα, που θα γίνονταν πολλά, για να τα καταναλώσει όλη η ομάδα μαζί. Θυμάμαι πώς απάνω στον λόφο "ράντο", σε ένα χωμάτινο τοίχο, που είχε σχηματιστεί, από το κόψιμο του βουνού, για να γίνει ο δρόμος, υπήρχαν τρύπες, που ήταν οι φωλιές που κρύβονταν μέσα τα πουλιά, που τα λέγαμε μπλαγκαρίνες. Χώναμε λοιπόν το χέρι μέσα στην τρύπα, για να πιάσουμε μπλαγκαρίνες, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο να πιάσουμε καμιά οχιά, που θα κρύβονταν μέσα, περιμένοντας κι εκείνη τα πουλιά. Οι μπλαγκαρίνες ήταν αρκετά μεγάλα πουλιά, αλλά πετούσαν συνεχώς και μάλιστα πολύ ψηλά για να μπορέσουμε διαφορετικά να τις σκοτώσουμε.

Εκεί στα χαμηλότερα σημεία του λόφου "ράντου", ένα μεσημέρι, μετά το κυνήγι πουλιών, που είχε προηγηθεί, καθίσαμε, εγώ και ο Βαγγέλης για να φάμε. Ο καιρός δεν ήταν ο καλύτερος, γιατί ήδη είχαν αρχίσει να πέφτουν αστραπές και η μπόρα φαίνονταν ότι έρχονταν. Όμως έπρεπε να καθίσουμε και να περιμένουμε, για να φάμε ένα χέλι, που είχε φέρει ο Βαγγέλης στον τρουβά του και ήδη είχε ανάψει φωτιά και το ζέσταινε. Όταν φάγαμε το χέλι, μαζέψαμε τα γελάδια και φύγαμε γρήγορα, μα ήταν αργά. Η μπόρα μας είχε πιάσει στο δρόμο και προσπαθούσαμε να κρατηθούμε συνεχώς μακριά από δέντρα, γιατί φοβόμασταν τις αστραπές. Δεν θυμάμαι άλλη φορά να έκανα τόσους πολλούς σταυρούς και να είπα τόσες πολλές φορές την φράση "Παναγία μου-Παναγία μου". Θαρρώ ότι από τότε μου έμεινε ο φόβος, που ακόμα έχω, για τα αστραπόβροντα.

Μια άλλη φορά, καθόμασταν πάνω στον λόφο "ράντο", κάτω από μια βελανιδιά, ενώ πιο κάτω τα γελάδια έβοσκαν και παρακολουθούσαμε τον ουρανό να είναι γεμάτος από μικρά-μικρά, ανεξάρτητα το καθένα, άσπρα, στρόγγυλα συννεφάκια. Μας φάνηκε πολύ περίεργο φαινόμενο. Όμως εκείνες τις μέρες πολλά πράγματα μας φαίνονταν περίεργα. Κάποιοι, λέγανε πως ήταν οι γιαχωβάδες, είχαν κυκλοφορήσει την φήμη, ότι έφθανε το τέλος του κόσμου. Μια φήμη, που ακόμα και σήμερα κάθε τόσο ξανακυκλοφορεί. Έφθασε λοιπόν και στο χωριό μας η φήμη κι άλλοι γελούσαν ακούγοντάς την κι άλλοι φοβόντουσαν. Δεν ξέρω μάλιστα, αν το ότι εκείνες τις μέρες πηγαίναμε και βοσκούσαμε συνεχώς τα γελάδια πάνω στο βουνό, ήταν τυχαίο, ή το είχαμε σχεδιάσει έτσι, για να είμαστε ψηλά όταν θα γινόταν η καταστροφή. Γιατί στο μυαλό μας η καταστροφή φάνταζε σαν ένας νέος κατακλυσμός τύπου "Νώε". Μέσα μου είχε φωλιάσει τόσος φόβος, που την προηγούμενη μέρα είχα πάρει και την μπάλα μου από το σπίτι και την μετέφερα στην παράγκα μας, νομίζοντας πώς έτσι θα την έσωζα, κάνοντας τον πατέρα μου να γελάει με τα καμώματά μου και να μου λεει:

-Πού βρε θα παίειζ μι τν μπάλα, άμα χαθεί η κόζμους;

Το ίδιο βράδυ, από νωρίς ο ουρανός σκεπάστηκε με σύννεφα κι άρχισε να αστράφτει και να βροντά. Η βροχή, που ακολούθησε ήταν τέτοια, που δεν θα την ξεχάσω. Ο κάμπος, σχεδόν ήταν συνεχώς φωτισμένος από τις αστραπές. Μπήκαμε και ξαπλώσαμε για να κοιμηθούμε μέσα στην αποθήκη, που είχαμε εκεί δίπλα στην παράγκα μας για να αποθηκεύουμε το καπνό. Θυμάμαι πως μαζί μας εκείνο το βράδυ είχαμε και την γιαγιά μας την Κούρκινα. Ένα αστροπελέκι έπεσε πιο κάτω, πάνω στου "Βασλιάνγκα", την παράγκα και πήραν φωτιά τα χόρτα, που φύλαγε εκεί. Μα τα χειρότερα δεν είχαν έρθει ακόμα. Σε λίγο δεχτήκαμε το πρώτο δυνατό ταρακούνημα. Ο πατέρας μου κουρασμένος είχε ήδη κοιμηθεί, μα στο πρώτο κούνημα, πετάχτηκε πάνω και φώναξε:

-Σεισμός! Σεισμός! Βγείτε όλοι έξω.

Σε δευτερόλεπτα βρεθήκαμε έξω μέσα στην βροχή, που μπροστά στο άλλο κακό δεν ήταν τίποτα. Οι δονήσεις συνεχίστηκαν όλη την νύχτα και μείς για να προφυλαχτούμε από την βροχή, που συνέχισε να πέφτει όλη νύχτα, λουφάξαμε κάτω από το "αράνι", το πανί δηλαδή, που σκέπαζε και προφύλαγε από τις βροχές τις μπουρλιές του καπνού.

Τις επόμενες μέρες έφθασαν πληροφορίες, ότι τμήματα του χωριού Κρήμνη, που είναι λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα από το χωριό μας, είχαν βουλιάξει μέσα στην γη κι είχαν χαθεί εξ αιτίας του σεισμού. Για αρκετές μέρες δεν πατήσαμε στα σπίτια και κοιμόμασταν στα "αράνια". Όμως το "τέλος του κόσμου" δεν εγινε.

Το καλοκαίρι συνεχίστηκε. Η λαχτάρα του σεισμού ξεχάστηκε. Δεν είχαμε βλέπεις τότε ούτε τηλεοράσεις, ούτε σεισμολόγους για να μας τα θυμίζουν με τα λεγόμενά τους.

Λίγες μέρες αργότερα, το τενεκεδάκι της "μισιαράς" γέμισε φίσκα από πουλιά. Έπρεπε να τα φάμε, πήρε την απόφαση ο Βαγγέλης. Έδωσε λοιπόν εντολές, ποιος θα φέρει λάδι, ποιος τηγάνι, ποιος πιρούνια και ποιος ότι άλλο χρειάζονταν, αλάτι, πιπέρι, κ.τ.λ. Όλοι φυσικά έκαναν ότι είπε ο αρχηγός, μόνο που το τηγάνι που έφερε κάποιος δεν είχε χερούλι, πράγμα, που δεν του δώσαμε και τόση σημασία και ο Στέργιος ο Αντριάς (Ανδρέου), έφερε μεν λάδι, αλλά πολύ λίγο. Μόλις το είδε ο Βαγγέλης έβαλε τις φωνές και τον έστειλε πίσω να φέρει κι άλλο. Κι όταν ο Στέργιος είπε ότι η μάνα του δεν του έδινε άλλο, ο Βαγγέλης του είπε:

-Πήγινι κι πάρι απ τν ανγκλησιά σας ή απ τουν "Αι Πιντιλιέμηνού σας!

λες και η εκκλησία και ο Αγ. Παντελεήμονας ήταν δικά τους, επειδή ο Στέργιος ήταν ανιψιός του παπα-Δημήτρη! Ο Στέργιος όμως αναγκάστηκε και πήγε και δεν ξέρω από που, μα έφερε κι άλλο λάδι.

Ανάψαμε την φωτιά, βάλαμε το λάδι στο τηγάνι και ρίξαμε κάποια πουλιά μέσα. Επειδή όμως το τηγάνι δεν είχε χερούλι, ο Βαγγέλης το κρατούσε με το χέρι του από το πλάι, με μία πατσαβούρα για να μην καίγεται το χέρι του, μέχρι που τον έκαψε και πέταξε τηγάνι και πουλιά μέσα στη φωτιά και τις στάχτες. Από τα νεύρα του ο Βαγγέλης μας έβαλε και τα φάγαμε ωμά σχεδόν. Αυτή την κατάληξη είχε εκείνη μας η "μισιαρά".

Από τις «Αναμνήσεις» του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου



[1] Ο λοφίσκος, που βρίσκεται στα τσαίρια. Του Μελισσά η ντούμπα.

[2] Άγιος Παντελεήμων

[3] Παγωτατζής καταγόμενος από το Αδάμ.

[4] Είδος νόστιμου δαμάσκηνου.

[5] Πανηγύρι με βράσιμο και σερβίρισμα φαγητού σε όλους τους εορτάζοντες.

[6] Η ξύλινη διχάλα της σαίτας.

[7] Λάστιχο,Σφεντόνα,Σαϊτα ήταν και τα τρία το ίδιο πράγμα.

 

 

 


ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΔΕΝ ΚΑΗΚΕ 

 

Η χωριανή μας η Κατερίνη, ήταν στα νιάτα της ένα πολύ ζωντανό παιδί. Πρώτη σ όλες τις εκδηλώσεις, στα πανηγύρια, στους μπάλους, , στους χορούς, στα τραγούδια και στα γλέντια. Στα χρόνια εκείνα, ένα από τα τραγούδια που τραγουδήθηκε και χορεύτηκε πολύ ήταν το τραγούδι‘’ΜΑΡΙΝΕΛΑ-ΜΑΡΙΝΕΛΑ’’.

Πρέπει να ήταν τότε που η τραγουδίστρια Μαρινέλα έκανε τις πρώτες της επιτυχίες. Το τραγούδι αυτό η Κατερίνη το χόρεψε τόσο πολύ, που στο χωριό της κόλλησαν το παρατσούκλι << Η Μαρινέλα>>.

Στο χωριό βέβαια αυτή της την ζωντάνια, την απονήρευτη θα έλεγα από μέρους της, την σχολιάζανε πολύ οι διάφορες κουτσομπόλες.

Λέγεται, ότι κάποτε, σε ένα γλέντι, στο οποίο ο Μπαρμπα-Θανάσης έπαιζε με τέχνη το βιολί του έχοντας δίπλα του, σαν ακορντεονίστα, τον γιό του, η Κατερίνη είχε ξεθεωθεί στις τρέλες πάνω στον χορό της κι ο μπαρμπα Θανάσης, με κολλημένο το κεφάλι του πάνω στο βιολί είπε σιγανά-σιγανά για να μην ακουστεί..

<< Άιντι κι να διούμι, ποιο σπιτάκ θα κάψει)ς!!!!!!!>>

Η τύχη τα έφερε και η Κατερίνη παντρεύτηκε τον ακορντεονίστα γιό του μπαρμπα-Θανάση και έκαναν μια πολύ καλή οικογένεια.

Του σπιτάκ δεν κάηκι…..

Αναμνήσεις του Θαν. Στεφ. Παπαοικονόμου.

 


Στο γυμνάσιο



Το καλοκαίρι του 1958, που τελείωσα το σχολείο, δεν βόσκησα γελάδες. Για ένα–δύο μήνες θυμάμαι, έρχονταν στο σπίτι μας ο καλός δάσκαλος Βασίλης Ηλιάδης κι εκεί πάνω στο ανώι μας, μας έκανε μαθήματα, προετοιμάζοντάς μας για τις εισαγωγικές εξετάσεις του Γυμνασίου. Για να μπεις στο γυμνάσιο τότε, που δεν ήταν υποχρεωτικό, έπρεπε να δώσεις εξετάσεις και να κριθείς ικανός. Γι αυτό το σκοπό λοιπόν, προετοιμαζόμασταν εκείνο το καλοκαίρι τρία παιδιά. Ο Γαρέφης Δελιγκάς, ο Τάκης Παπουτσής και εγώ. Με τα μαθήματα, που μας έκανε ο δάσκαλος πραγματικά μας ξεθέωσε. Όμως η αλήθεια είναι, ότι τελικά μας βοήθησε πολύ και καταφέραμε και περάσαμε με επιτυχία και οι τρεις μας τις εξετάσεις. Κι αυτό δεν το ξεχάσαμε ποτέ.
Στο γυμνάσιο τότε ίσχυε ένα ξεχωριστό ιδιοκτησιακό καθεστώς. Δεν ήταν ανεξάρτητο κρατικό γυμνάσιο, αλλά παράρτημα κάποιου γυμνασίου της Θεσσαλονίκης. Δεν ήταν καν δωρεάν, αλλά οι γονείς μας αναγκάζονταν και πλήρωναν για το κάθε παιδί κάποιο ποσό για τους μισθούς των καθηγητών όπως έλεγαν. Το ποσό βέβαια ήταν μικρό αλλά για τα πενιχρά τους εισοδήματα φάνταζε μεγάλο. Για αυτό φυσικά το λόγο, πολλοί γονείς αρνούνταν να στείλ: -Πήγινι κι πάρι απ τνανγκλησιά σας ή απ τουν ουν τα παιδιά τους στο γυμνάσιο.
Κάθε πρωί ξυπνούσαμε από τα χαράματα σχεδόν και ξεκινούσαμε παρέες παρέες να πάμε περπατώντας στο Ζαγκλιβέρι στο γυμνάσιο. Λεωφορεία δεν υπήρχαν τότε ακόμη και οι δρόμοι ήταν σε κακή κατάσταση. Όταν φθάναμε στο Ζαγκλιβέρι, κοφτά μέσα από τα τσαίρια βγαίναμε στου Λαϊνιώτη τη βρύση κι από εκεί πηγαίναμε στο σχολείο. Αυτό το δρομολόγιο ήταν υποχρεωτικό για μας τα πρώτα χρόνια, γιατί φοβόμασταν να περάσουμε μπροστά από το σπίτι του Μαργαρίτη. Εκεί στην Tουλούμπα, που έβγαζε το νερό, εκεί που είναι σήμερα το σπίτι του Σωτήρη του Παντούλα, στέκονταν πάντα κέρβερος πραγματικός και νταής, η κόρη του Μαργαρίτη η Μπέμπα, που δεν μας χώνευε και μας προπηλάκιζε, μας κυνηγούσε και μας πετροβολούσε, βρίζοντάς μας πάντα και αποκαλώντας μας ‘’παλιοκουμμούνια’’, μόνο και μόνο επειδή ήμασταν Αδαμιώτες. Βλέπεις δεν ήταν λίγοι εκείνοι, που αποκαλούσαν το χωριMsoNormalό μας τότε Μικρή Μόσχα. Αργότερα βέβαια μεγαλώσαμε και πάψαμε να της δίνουμε σημασία. Όμως στα μικρά μας χρόνια ήταν το φόβητρό μας.
Τις χειμωνιάτικες μέρες η διαδρομή Αδάμ-Ζαγκλιβέρι ήταν πολύ δύσκολη. Φανταστείτε παιδιά 12-13 χρονών να βγαίνουμε σε ένα έρημο δρόμο, σκεπασμένο με χιόνι πολλές φορές και να διασχίζουμε με τα πόδια τα 2500 μέτρα μέχρι το Ζαγκλιβέρι μέσα στην παγωνιά. Δεν ήταν λίγες οι φορές, που στο δρόμο μας συναντούσαμε κοπάδια λύκων, που τρέχοντας έφευγαν από τον κάμπο κατευθυνόμενοι προς το βουνό. Από το φόβο των λύκων σχηματίζαμε μεγάλες παρέες μαζί και με μεγαλύτερα παιδιά, όπως τον Τάκη τον Σπύρτο, τον Μιλτιάδη το Βλάχο, τον Γιώργο Μαλτέζα και τον Μάκη τον Λιάρο. Τις περισσότερες φορές μάλιστα όλοι μας ήμασταν μαζεμένοι γύρω από το γαϊδουράκι, με το οποίο πήγαινε στο σχολείο ο Άγγελος ο Μαστρογιάννης. Ο Άγγελος ήταν 3 τάξεις μεγαλύτερος από μας στο γυμνάσιο, μα θα ήταν στην ηλικία πάνω από 10 χρόνια μεγαλύτερός μας. Άργησε να πάει στο γυμνάσιο, λόγω του προβλήματος υγείας, που επί πολλά χρόνια τον βασάνισε και το γυμνάσιο το ξεκίνησε γύρω στα είκοσι αν δεν κάνω λάθος. Αισθανόμασταν λοιπόν όλα τα μικρά παιδιά σιγουριά μαζεμένα γύρω από τον Άγγελο. Ύστερα ο Άγγελος μας συμβούλευε κιόλας για διάφορα θέματα και καμιά φορά τον συμβουλευόμασταν και για τα μαθήματά μας, σαν καλός μαθητής, που ήταν.
Μια φορά θυμάμαι έτυχε να είμαστε μόνα μας τρία τέσσερα μικρά παιδιά ενώ η προηγούμενη από μας παρέα ήταν 200 μέτρα μπροστά μας. Το χιόνι στο δρόμο πρέπει να ήταν περίπου 30 πόντους. Ξαφνικά ακούσαμε τα παιδιά της προηγούμενης παρέας να φωνάζουν και να γιουχαΐζουν με δυνατές φωνές σκιάζοντας έτσι μια ομάδα από τρεις τέσσερις λύκους, που τρέχοντας ανέβαιναν από τον κάμπο προς το βουνό. Πρέπει να ήταν εκεί που είναι τώρα της Ρούλας του Γκουλούσιου το καινούργιο σπίτι. Οι λύκοι με ένα άλμα ανέβηκαν στο δρόμο και με το δεύτερο τον ξεπέρασαν και έφυγαν προς το βουνό. Όλοι μας παγώσαμε, μα πιο πολύ από όλους ο Τάκης ο Τιάγκος ή Κουρουϊκίδης, ο οποίος έλεγε σαν χαμένος από το φόβο του:
-Πάρτι πέτρες, πάρτι πέτρες να τς σκουτώσουμι.
Μα που να προλάβεις και που να βρεις μέσα στο χιόνι πέτρες τέτοια στιγμή. Ευτυχώς, που φαίνεται πως οι λύκοι ήταν χορτάτοι, γιατί αλλιώς ούτε οι φωνές ούτε οι πέτρες θα μας έσωζαν. 
Είναι φορές, που σκεπτόμενος τα κρύα, που μαζεύαμε εκείνους τους χειμώνες απορώ, πως δεν αρρωσταίναμε.
Την άνοιξη και το φθινόπωρο η διαδρομή ήταν ευχάριστη. Συζητούσαμε, αστειευόμασταν, ξαπλώναμε στα Ζαγκλιβερινά τσαίρια καμιά φορά και πότε–πότε στήναμε και κανέναν ποδοσφαιρικό αγώνα εκεί στα πεταχτά.
Θυμάμαι μια μέρα ανοιξιάτικη, καθώς γυρνούσαμε από το σχολείο ντυμένοι ελαφρά, τα αγόρια φορούσαμε όλα τα μαθητικά μας πηλήκια και τα κορίτσια τις μπλε τους ποδιές με το άσπρο γιακαδάκι. Ήμασταν 5-6 αγόρια και 3-4 κορίτσια μεγαλύτερα από μας, μαζεμένοι όλοι γύρω από το γαϊδουράκι του Άγγελου. Κάπου κοντά στο σύνορο ο Άγγελος κατέβηκε από το γαϊδουράκι για να περπατήσει λίγο και να ξεπιαστεί. Τότε ήταν, που μια από τις κοπέλες, η Ρούλα, όμορφη και μεγαλύτερή μας, εξεδήλωσε την επιθυμία να ανέβει στο γαϊδουράκι, μα παρά τις προσπάθειές της δεν τα κατάφερνε μόνη της. Γελάω ακόμα, για το πώς τρέξαμε όλοι, μικροί και μεγάλοι να την βοηθήσουμε να ανεβεί στο ζώο, όταν μας το ζήτησε. Όλοι βάλαμε τα χέρια μας να την σηκώσουμε με χαρά, καθώς εκείνη ξεκαρδίζονταν στα γέλια.
Σε ένα άλλο δρομολόγιο θυμάμαι, πως ο Τάκης ο Παπουτσής, σαν μεγάλο πειραχτήρι, που ήταν, δεν άφηνε άνθρωπο σε ησυχία. Ο Μάκης ο Λιάρος λοιπόν, για να τον τιμωρήσει, τον έδεσε σε ένα τηλεφωνόξυλο και τον αφήσαμε εκεί δεμένο, για να τον λύσει η τάξη, που θα σχόλναγε την επόμενη ώρα. Όσο κι αν παρακάλεσε , δεν τον λύσαμε, μα τον αφήσαμε και φύγαμε γελώντας.
Τον Μάη, όταν σχολνάγαμε και γυρνούσαμε προς το χωριό, οι περισσότεροι δεν πηγαίναμε στο σπίτι για μεσημέρι μα στο χωράφι, που φύτευαν οι δικοί μας καπνό. Εκεί τρώγαμε και μετά στρωνόμασταν στην δουλειά μέχρι αργά το βράδυ. Θυμάμαι τέτοια βράδια, σαν γυρνούσαμε στο σπίτι, ο πατέρας μου πάντα με ρωτούσε:
-Σι αρέζ αυτή η δλειά; Αν σι αρέζ πλύσ’ ντύσ’ και πάνι στα καφινεία. Μα αν δεν σι αρέζ, ανιέβα απάν κι διάβαζι.
Και φυσικά ανέβαινα και διάβαζα μέχρι μετά τα μεσάνυχτα με την γκαζόλαμπα.
Ήταν παιδιά της ηλικίας μας, που πήγαιναν στα καφενεία και πολλά μάλιστα κάπνιζαν κιόλας, πράγμα, που δεν περνούσε καν από το μυαλό μας.
Θυμάμαι ένα φθινοπωριάτικο πρωινό, που κατεβαίναμε το δρόμο πηγαίνοντας προς το γυμνάσιο. Ήμασταν οι τρεις μας μόνο οι συμμαθητές. Η απέχθεια του πατέρα μου για τα καφενεία και για το κάπνισμα των παιδιών ήταν σε όλους γνωστή κι ας ο ίδιος τα κάπνιζε δυο δυο τα τσιγάρα. Θυμάμαι λοιπόν, πως ο Τάκης και ο Γαρέφης είχαν βγάλει τις φλούδες από κάτι κέδρινα παλούκια ενός φράχτη, τις τύλιξαν σε χαρτί τετραδίου και έκαναν τρία τσιγάρα. Άναψε ο καθένας τους από ένα και τραβούσαν τον καπνό κάτω σαν παλιοί καπνιστές. Κάθε τόσο μάλιστα ο ένας τους μου έλεγε ειρωνικά:
-Πάρι ρε Θανάσ’ κι σύ, κάπνισι λίγου. Δεν θα του πούμι τουν μπαμπά σ’!
Κι ο άλλος συμπλήρωνε:
-Άστουν ρε, δεν τουν αφήν η μπαμπάς τ’. θα βρούμι κι κανιένα μπιλιά! Λες κι αυτούς τους άφηναν οι πατεράδες τους να καπνίζουν! Και μάλιστα φλούδες κέδρων!
Μια άλλη φορά θα ήμασταν στη δευτέρα τάξη και στην αίθουσα ήλθε ο καθηγητής μας των αγγλικών κ. Στιβακτάς και μας έβαλε απρογραμμάτιστο διαγώνισμα. Ο Στιβακτάς ήταν ένας ιδιόρρυθμος καθηγητής, που σχεδόν σ’ όλα τα σχολεία υπάρχουν και που τους βασανίζουν συνήθως οι μαθητές. Κάποτε ο Τάκης Σιδεράς παρά τρίχα γλίτωσε την αποβολή από το σχολείο, γιατί τον περίμενε κρυμμένος σε μια πόρτα και μόλις πέρασε από μπροστά του, του φόρεσε στο κεφάλι σαν κράνος μια σουπιέρα. Τον πρόλαβε λοιπόν ο Στιβακτάς και τον πήγε στον Δούκα τον Γυμνασιάρχη και είπε ζητώντας την αποβολή του:
-Μου έθεσε πινάκιο επί της κεφαλής.
Κι ο Τάκης πετάχτηκε και είπε:
-Όχ κυρ’ Γυμνασιάρχα, σουπιέρα τουν έβαλα!
Μας έβαλε λοιπόν το διαγώνισμα ο Στιβακτάς κι αρχίσαμε και γράφαμε. Στην αίθουσα επικρατούσε πανδαιμόνιο κι ο καθηγητής ήταν στην έδρα. Έτυχε να είμαι καλά διαβασμένος. Έγραψα λοιπόν και σηκώθηκα να παραδώσω την κόλλα μου, όταν είδα ότι όλοι μα όλοι αντέγραφαν από τα βιβλία, που τα είχαν ανοιγμένα στα γόνατά τους. Όταν βγήκαν τα αποτελέσματα, όλοι οι συμμαθητές μου πήραν 20, εκτός από μένα, που πήρα 17. Θυμάμαι λοιπόν τον Τάκη τον Παπουτσή, που μου έλεγε πειράζοντάς με:
-Μι τι βρε μούτρα, θα τουν πας τέτοιουν βαθμό στουν μπαμπά σ’; Γιατί δεν διάβασις πιρισσότιρο; Ούλνοι 20 πήραν, μόν ισύ δεν τα πήγις καλά στου διαγώνισμα!
Και ξεκαρδίζονταν στα γέλια!
Το μαθητικό πηλίκιο ήταν υποχρεωτικό για τον μαθητή μέσα και έξω από το σχολείο. Ήθελαν οι καθηγητές να ξεχωρίζουν οι μαθητές παντού, για να μπορούν και να τους ελέγχουν πιο εύκολα. Δεν είναι υπερβολή αν πω ότι μας άρεσε κι όλας τα πρώτα χρόνια και το φορούσαμε κι όταν ήμασταν μόνοι μας με την οικογένειά μας. Έχω δει τον εαυτό μου σε μια φωτογραφία, πρωτομαγιά με την οικογένειά μας στα Δουμπιά, όπου φοράω πηλίκιο, ενώ η Ευανθία Βλάχου ήταν στην ίδια εκδρομή με σχολική ποδιά. Νομίζω ότι τα φορούσαμε, γιατί καμαρώναμε, που ήμασταν γυμνασιόπαιδα. Όταν μεγαλώσαμε κάπως κι αρχίσαμε τις χωρίστρες, αποφεύγαμε πια να φοράμε τα πηλίκια και οι καθηγητές μας κυνηγούσαν και κάθε τόσο έκαναν έλεγχο στην πρωινή προσευχή, για να δουν ποιοι δεν είχαν πηλίκιο. Βρήκαμε λοιπόν εμείς κόλπο και ήμασταν πάντα εντάξει. Βάζαμε τα πηλίκια κάτω από την έδρα του καθηγητού κι όταν μαθαίναμε, ότι θα γίνει έλεγχος τα παίρναμε και τα φορούσαμε, κι ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Το κόλπο μας αυτό το έμαθε κάποτε ο μαθηματικός μας, ο μακαρίτης ο Παρασκευάς Σουλίδης και μια μέρα, αφού πήρε δυο μαθητές να σηκώσουν την έδρα έβγαλε τα πηλίκια κι άρχισε να τα πετάει στην αυλή του σχολείου, ενώ ξεκαρδίζονταν από τα γέλια. Κάποια βίδα του καθηγητού μας είχε από καιρό λασκάρει και το ήξερε όλος ο κόσμος. Λέγονταν μάλιστα ότι ήταν κουνιάδος του Γυμνασιάρχου μας κ. Μήσια και γι αυτό τον είχαν στείλει με μετάθεση στο σχολείο μας για να τον προσέχει. Κυκλοφορούσε στο προαύλιο θυμάμαι με πιστόλια και μαχαίρια στην ζώνη του και τρέμαμε τις κρίσεις της αρρώστιας του. Μια φορά έδειρε στην αυλή του σχολείου, ενώ εμείς κάναμε μάθημα, την μαθήτρια Ελένη Μαργαρίτου, τόσο πολύ, που μαθητές των μεγάλων τάξεων πήδηξαν από τα παράθυρα του ισογείου έξω, με την παρότρυνση των καθηγητών για να προλάβουν να μην της κάνει κακό. Όταν μαθεύτηκε στο Ζαγκλιβέρι ο ξυλοδαρμός της μαθήτριας, ήρθε στο σχολείο η αδελφή της Ελένης, η Μπέμπα, που φωνάζοντας και βρίζοντας, έψαχνε να βρει ποιος ήταν ο Σουλίδης για να τον δείρει! Βλέπεις η Μπέμπα δεν πήγαινε σχολείο, γιατί δούλευε βοηθώντας τον πατέρα της στην πριονοκορδέλα και δεν τον ήξερε τον καθηγητή.
Τέτοιους καθηγητές θυμάμαι είχαμε κάθε χρονιά. Ότι δεν έκανε στο σχολείο της Θεσσαλονίκης, το έστελναν στο παράρτημα! Προς θεού βέβαια, δεν θέλω να πω ότι δεν είχαμε καλούς καθηγητές. Ίσα ίσα μάλιστα, που ο ένας ήταν καλύτερος από τον άλλο. Όμως υπήρχαν και κάποιες εξαιρέσεις καθηγητών με προβλήματα.
Λέγεται, ότι ο Σουλίδης, όταν πια ήμασταν φοιτητές κι αυτός συνταξιούχος, το καλοκαίρι του 1967, ήλθε μια Κυριακή στο Ζαγκλιβέρι. Η αστυνομία δεν επέτρεπε τότε στους ξένους να διανυκτερεύουν στο χωριό, εκτός αν κάποιος δήλωνε ότι θα τους φιλοξενήσει. Βρήκε λοιπόν ο Σουλίδης, τον άλλοτε μαθητή του και σημερινό καθηγητή στο Δημοκρίτειο. Π. Θράκης Παναγιώτη Κοτσανίδη και του ζήτησε να πάει στην Αστυνομία να δηλώσει, πως θα τον φιλοξενούσε στο σπίτι του για μια μέρα. Ο Παναγιώτης το έκανε και μετά στρώθηκε με τον πρώην καθηγητή μας και έπαιζε στο καφενείο τάβλι. Ο Παναγιώτης διασκέδαζε πάντα με τα καμώματα του Σουλίδη και δεν έχανε ευκαιρία να τον πειράζει. Έφθασε λοιπόν το τάβλι σε μια στιγμή να είναι 6-6 και ο Σουλίδης ήταν μπροστά στο έβδομο και τελευταίο παιχνίδι. Είχε ήδη αρχίσει να πετάει και πειραχτικά σχόλια, όταν ο Παναγιώτης του έριξε δυο ή τρεις σερί εξάρες και τον κέρδισε. Σηκώθηκε τότε ο Σουλίδης να τον χτυπήσει με το τάβλι νευριασμένος όπως ήταν. Ευτυχώς δεν τον χτύπησε. Όμως οργισμένος του είπε:
-Να πας να με ξεδηλώσεις ρε παλιοτόμαρο, δεν θα μείνω στο σπίτι σου!
Και σηκώθηκε, πήρε το λεωφορείο και έφυγε για την Θεσσαλονίκη.
Όταν ήμασταν στις μεγάλες τάξεις του γυμνασίου, συχνά τα απογεύματα μετά το διάβασμα, όταν δεν είχαμε δουλειές, κατεβαίναμε στο Ζαγκλιβέρι, για να κάνουμε παρέες, να συζητήσουμε, να καλαμπουρίσουμε και πολλές φορές τα βράδια να τραγουδήσουμε και να κάνουμε καντάδες.
Μια Δευτέρα πρωί, μπήκε στην τάξη ο καλός μας καθηγητής της Θεολογίας, που κατάγονταν ‘’απ’ του Φανάρ της Καρδίτσας’’, με τον κατάλογο, που μας εξέταζε στο χέρι. Αμέσως φάνηκε, πως ήταν οργισμένος. Φαίνεται, ότι τη προηγούμενη βραδιά, κάποια κανταδόρικη κομπανία, με πρωτοστάτη τον Μανόλη Μητσιά, τον ενόχλησε και δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Ανέβηκε λοιπόν στην έδρα κι αφού κοίταξε προς την τάξη είπε, με την Θεσσαλική του προφορά:
-Για σήκου πάν Μανουλάκ να μας πεις μάθημα!
Κι ο Μανόλης, παιδί ντροπαλό όπως ήταν, αφού κοκκίνισε του είπε προσπαθώντας να δικαιολογηθεί, πως κάτι του έτυχε και δεν μπόρεσε να διαβάσει. Κι ο καθηγητής τον μάλωσε λέγοντάς του:
-Θαρρείς του γκάρισμα και τα τραγούδια θα σι δώσουν να φας ε;
Τότε δεν μας φάνηκε πολύ αστείο αυτό που του είπε. Μα αργότερα θυμάμαι όταν ήμασταν φοιτητές ο Μανόλης έκανε στο θέατρο Χατζώκου την πρώτη του συναυλία σαν τραγουδιστής, με τα μεγάλα ονόματα της εποχής Πρέζα, Ζευγά και Ρένα Κουμμιώτη. Πήγαμε λοιπόν, όπως ήταν φυσικό να τον δούμε, όλοι οι συμμαθητές και πολλοί καθηγητές, μεταξύ των οποίων και ο Θεολόγος μας. Τον πλησίασε λοιπόν το πειραχτήρι ο Παπουτσής και του είπε τάχα αφελώς:
-Είδατε κύριε καθηγητά; Είδατε το γκάρισμα;
-Ναι ρε! Μπράβου ρε, μπράβου! Πού να του φανταζόμασταν ρε παιδί!
Και τότε γελάσαμε όλοι.
Το χειμώνα του 1963 οι καθηγητές μας έκαναν ένα μήνα απεργία. Όταν τέλειωσε η απεργία, έριξε τόσο χιόνι, που τα σχολεία έκλεισαν, για ένα ακόμη μήνα. Κλειστήκαμε στα σπίτια μας, δίπλα στην ξυλόσομπα και διαβάζαμε. Οι δρόμοι του χωριού, μα και οι στέγες είχαν πάνω από 40 πόντους χιόνι, που πάγωσε και δεν έλιωνε για πολύ καιρό. Κάποιες στέγες, αποθηκών κυρίως, βούλιαξαν και έπεσαν από το βάρος του χιονιού. Μέσα σε κείνη την κακοκαιρία θυμάμαι, ότι πέθανε ο μεγάλος γιος του νονού μας, ο Γιώργος ο Χατζής. Το γεγονός αποτυπώθηκε στη μνήμη μου από τις δυσκολίες, που υπήρξαν κατά την εκφορά του, λόγω του ύψους του χιονιού.
Η επόμενη σχολική χρονιά ήταν η τελευταία μου στο Γυμνάσιο. Ήταν όμως και μια μαύρη χρονιά για την οικογένειά μας. Ο πατέρας μας, 50 χρονών μόλις τότε, μετά από αρρώστια ενός ολόκληρου χρόνου και παραπάνω, έλιωσε στο κρεβάτι. Όταν τέλειωσα το σχολείο, το καλοκαίρι κατέβηκα στην Θεσσαλονίκη για δυο μήνες για να κάνω φροντιστήριο.

Από τότε όλη η ζωή μου άλλαξε.. Το σπίτι μας στο χωριό κλειδώθηκε πια οριστικά και εμείς σκορπίσαμε σαν τα πουλιά στον αγώνα για μια καλύτερη ζωή.
Πίσω μου στο χωριό, στα σοκάκια του και στις πλατείες του, στα ξωκλήσια του και στις λαγκαδιές του, έμειναν φυλαγμένες για μένα, να με περιμένουν, χιλιάδες ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ.

Από τις <<Αναμνήσεις>> του Θανάση Στεφάνου Παπαοικονόμου.

 


 

Ο χωροφύλακας

 

Θ

αρρώ πως ήταν καλοκαίρι του 1953 ή ίσως 1954. Στο κάτω πλατάνι του χωριού, έτσι λέγαμε τότε την κάτω πλατεία του χωριού, γιατί στο κέντρο της δέσποζε ένα τεράστιο γέρικο πλατάνι, ένα τσούρμο από πιτσιρικάδες, ξυπόλυτοι, με το μαύρο μακό σώβρακο να καλύπτει ως τα γόνατα τα κοκαλιάρικα ποδαράκια, με το άσπρο μακό κι αμάνικο φανελάκι, μαυριδεροί σαν γυφτάκια από τον καλοκαιριάτικο ήλιο, χωρισμένοι σε δυο ομάδες, κλωτσούσαμε μια μισοξεφούσκωτη λαστιχένια μπάλα. Αυτό γινόταν καθημερινά σχεδόν, σε διάφορα μέρη του χωριού. Τα γήπεδά μας. Το στενό του Μπαμπάλα, όπου είχα και κάποια δικαιώματα, λόγω της γειτνίασης με το σπίτι της γιαγιάς μου, ήταν το πιο πολυχρησιμοποιημένο γήπεδο της ομάδας μας. Εκεί, πολλές φορές πεταγόταν έξω ο πατέρας του Βαγγέλη του Μπαμπάλα και μας έπαιρνε στο κυνήγι φωνάζοντας :

-Φιβγάτι απου δω ρε. Τι ‘ν ιδώ, γήπεδους είνι;

Κείνο το καλοκαίρι είχαμε ξεφαντώσει. Τρέλες παιδικές, ζημιές σε μπουστάνια, κουκιά, οπωροφόρα δέντρα, παιχνίδια στις γειτονιές, μπίκος, κλέφτες κι αντάρτες, πετροπόλεμος, κουτρουκλούδια. Κάθε μέρα και κάτι άλλο. Θυμάμαι ακόμα τα περισσότερα παιδιά, που συμμετείχαν στο καλοκαιριάτικο εκείνο ξεφάντωμα, που δεν ήταν φυσικά ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο των παιδικών μας χρόνων. Ο Θανάσης ο Φιγκιώρης, ο Τζιώτζιος ο Σπύρτος, ο Γιώργος ο Ράπτης, ο Γιώργος ο Μουστάκας ή Κουσκουνάς, ο Βαγγέλης ο Μπαμπάλας, ο Τάκης ο Γεράκης ή Καστάνης ή Πίπης, αλλά κι άλλοι που ας με συγχωρέσουν πού δεν θα τους αναφέρω όλους, ήταν πάντα παρόντες.

Τα χασίλια[1] γύρω απ’ το χωριό τα ρημάζαμε παίζοντας μπάλα. Τα κουκιά που έσπερναν οι νοικοκυραίοι σε χωράφια τους κοντά στο χωριό τα δίναμε και καταλάβαιναν. Τα βράδια που σουρούπωνε και έπρεπε να γυρίσω στο σπίτι, θυμάμαι ότι πάντα το έκανα φοβισμένος, μην είχαν μάθει τίποτα οι δικοί μου απ’ όσα είχαν γίνει την μέρα. Και η μάνα μου, μόλις με έβλεπε να μπαίνω στην αυλή, μου έλεγε,

-Άιντε, φάι κι κμήσ.

Φοβόταν κι αυτή πως όπως σχεδόν κάθε μέρα, κάτι θα είχαμε κάνει, σε κάποια ζημιά θα συμμετείχα. Κι αν το μάθαινε ο πατέρας μου…. Αλίμονο. Θα έτρωγα πάλι της χρονιάς μου. Πίστευε βλέπεις ο πατέρας μου ότι το ξύλο βγήκε απ τον παράδεισο.

Παίζαμε λοιπόν, εκείνο το μεσημέρι με την μπάλα, όταν από κάποιον έπεσε το σύνθημα. Στο Ζαγκλιβέρι το απόγευμα θα είχε αγώνα ποδοσφαίρου. Φιλικό βέβαια, ανάμεσα στις δύο ομάδες, που διατηρούσε τότε το μεγάλο χωριό, τον Μ. Αλέξανδρο και τον Άρη Ζαγκλιβερίου. Φαίνεται πως από κείνα τα χρόνια η πλειονότητα των Ζαγκλιβερινών ήταν με τον Άρη. Φύγαμε λοιπόν όλοι για τα σπίτια μας. Φάγαμε. Περίμενα να ξαπλώσουν για μεσημεριανό ύπνο οι μεγάλοι, και μόλις άρχισαν τα πρώτα ξεφυσήματα και ροχαλητά, σιγά-σιγά, με τον φόβο μη με πάρουν χαμπάρι, σαν τον κλέφτη, άνοιξα αθόρυβα την πόρτα και την κοπάνησα. Τότε, βλέπεις, όλη η οικογένεια έμενε όλη μέρα και κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο. Τον ‘’νουντά‘’ όπως τον λέγαμε.

Σχεδόν μέσα στο γιόμα[2] βρεθήκαμε όλοι στον χώρο συγκέντρωσής μας, στο κάτω το πλατάνι. Νωρίς-νωρίς, με τον ήλιο να ζεματάει ακόμα, βρεθήκαμε στην πλατεία του Ζαγκλιβερίου, κάτω από τα τεράστια πλατάνια που ήταν γεμάτα από καλιακούδες, που περιποιούνταν δεόντως τον κόσμο που βολτάριζε από κάτω, κουτσουλώντας τους. Όλοι εμείς ήμασταν ντυμένοι με την επίσημη καλοκαιρινή μας στολή. Φανελάκι άσπρο αμάνικο, σώβρακο μακό μαύρο και όπως πάντα ξυπόλυτοι. Γυροφέρναμε λοιπόν ξένοιαστοι κάτω απ τα πλατάνια ακούγοντας τα κρωξίματα απ τις καλιάκες και όντας λίγο φοβισμένοι, επειδή ήμασταν ξένοι σε ξένο χωριό. Πώς να μην φοβάσαι; Το Ζαγκλιβέρι είχε κι Αστυνομία. Για πλάκες ήμασταν!

Βολτάραμε λοιπόν κάτω απ τα πλατάνια χωρίς τρέλες, σφιγμένοι κάπως από την παρουσία εκεί κάποιου χωροφύλακα, όταν αυτός σοβαρός-σοβαρός μας πλησίασε. Σήμερα είμαι σίγουρος πως κάποιοι άλλοι του είπαν να μας κάνει πλάκα, και μάλιστα χωριανοί μας, ποτέ όμως δεν έμαθα ποιοι. Μας πλησίασε λοιπόν κι εμείς παγώσαμε, καθώς είπε:

-Έ, 'σεις Αδαμιώτες, αν σας ξαναδώ μπροστά μου, θα σας πάρω τα σώβρακα.

Παναγία μου... Κάναμε ένα γρήγορο συμβούλιο, και στο τάκα-τάκα αποφασίσαμε. Θα φεύγαμε. Να μας έλλειπε κι ο Άρης κι ο Μ. Αλέξανδρος και το Ζαγκλιβέρι με τους χωροφύλακές του. Καλύτερα στο χωριό μας, φορώντας και τα σώβρακα μας, παρά στο Ζαγκλιβέρι με τέτοιες απειλές και με τέτοιο κίνδυνο από τον χωροφύλακα.

Το βάλαμε στα πόδια λοιπόν και φύγαμε. Θυμάμαι ότι εκτός από μένα στην επιστροφή ήταν ο Θανάσης ο Φιγκιώρης, ο Αργύρης ο Σκαρλάτος, ο Γιώργος ο Ράπτης, ο Γιώργος ο Μουστάκας ή Κουσκουνάς, κι ο αγαπημένος μου ο ξάδερφος ο Θανάσης ο Κούρκος. Ο Τάκης ο Παπουτσής κόλλησε δίπλα στους μεγάλους, θαρρώ στον ξάδελφό του τον μακαρίτη τώρα τον Μανόλη Παπουτσή, και δεν μας ακολούθησε στην επιστροφή. Το συνήθιζε αυτό ο Τάκης. Συχνά παρίστανε τον μεγαλύτερό μας και πήγαινε με τους μεγάλους.

Ο δρόμος ο παλιός Ζαγκλιβέρι-Αδάμ, η λεγόμενη Ζαγκλιβερνή στράτα, δεν ήταν ίσιος όπως είναι σήμερα, αλλά όλο στροφές. Περνούσε λίγο πιο πάνω απ τον σημερινό δρόμο, ακριβώς από κει που πάει σήμερα για το γήπεδο, μόλις δε περνούσε τη θέση των σημερινών αποδυτηρίων του γηπέδου, έστριβε προς τα κάτω ξανά και έβγαινε στο ύψος του σημερινού δρόμου, περνώντας πίσω απ το σημερινό σπίτι του Βαγγέλη του Γκουλούσιου. Το επίπεδο του δρόμου ήταν πιο χαμηλό από τα χωράφια, περίπου δύο μέτρα, σαν να επρόκειτο για την κοίτη κάποιου ξεροπόταμου. Δεξιά και αριστερά ο δρόμος δεν είχε διέξοδο προς τα χωράφια, παρά μόνο σε μερικά σημεία, γιατί χωρίζονταν από βάτους, βατσνιές και παλιούρια τα λέγαμε, που είχαν γίνει ολόκληρα βουνά.

Θυμάμαι λοιπόν την επιστροφή μας από το Ζαγκλιβέρι εκείνη την μέρα. Πλησιάζαμε στο χωριό κι ήμασταν στο ύψος των σημερινών αποδυτηρίων. Ξυπόλυτοι καθώς ήμασταν, τα πόδια μας χώνονταν μέσα στην σκόνη, που δημιουργούσαν στο δρόμο τα κάρα, που πήγαιναν κι έρχονταν στον χωματόδρομο. Η σκόνη έκαιγε τα πόδια μας, αλλά ούτε που μας ένοιαζε. Συζητούσαμε διάφορα. Λέγαμε να πηγαίναμε για ζούλες. Άλλος είπε να πάμε να κλέψουμε κουκιά, κι άλλος να πάμε στο μπουστάνι του μπάρμπα Νικόλα του Αδαμούδη, από την άλλη μεριά του χωριού, στον δρόμο για τον Άγιο Μόδεστο. Ο Θανάσης ο Φιγκιώρης έριξε την δικιά του ιδέα. Εκεί δίπλα που ήμασταν, στο καπνό του μπάρμπα Μήτρη του Γκουλούσιου, ακριβώς στο χωράφι, που είναι τώρα το σπίτι του γιου του, του Βαγγέλη, μέσα στο καπνό είχε φυτρώσει μια καρπουζιά, από μόνη της, προφανώς από σπόρο περσινού καρπουζιού. Ο Θανάσης την εντόπισε, ποιος ξέρει πώς κι όταν έκανε το πρώτο καρπουζάκι, το σκέπασε μέσα στο χώμα, μη του το φάνε βλέπεις τα αφεντικά. Πάμε λοιπόν, μας λεει, να βρούμε το καρπούζι και να το φάμε.

Κι έτσι κι έγινε. Προσεκτικά, μην πατήσουμε κανα τριβόλι ή κανα αγκάθι από τις παλιουριές βγήκαμε από τον δρόμο και μπήκαμε στο καπνό. Κι ενώ ψάχναμε για την καρπουζιά ξαφνικά ακούστηκε ένας ήχος που μας πανικόβαλε. Από τον δρόμο ούτε καν που φαινόμασταν. Το καπνό μάλιστα ήταν σίγουρα ψηλότερο απ’ όλους μας. Όμως ο ήχος! Ντρίν....Ντρίν... ξανακούστηκε. Κουδούνι ποδηλάτου που έρχονταν από Ζαγκλιβέρι προς Αδάμ. Το κουδούνισμα πρωτακούστηκε κάπου στην στροφή του δρόμου. Φοβόταν βλέπεις μην τρακάρει με κανα κριθαροκίνητο. Ποδήλατο τα χρόνια εκείνα, δικό του είχε μόνο ένας χωροφύλακας. Νάτος λοιπόν ο χωροφύλακας, έρχονταν στο Αδάμ. Στο μυαλό όλων πέρασε η ίδια σκέψη. Κι αν; Αν ήταν εκείνος που μας απείλησε ότι θα μας πάρει τα σώβρακα; Κι αν είχε καταλάβει πως πήγαμε να κλέψουμε το καρπούζι του Γκουλούσιου; Πανικός λοιπόν! Χεστήκαμε απ το φόβο μας και δεν ξέραμε από που να πρωτοφύγουμε. Το καπνό ήταν ψηλό και δεν ξέραμε καν προς τα πού τρέχαμε.

Ήμουνα ο πρώτος που από λάθος βγήκα στο δρόμο, ενώ οι περισσότεροι σκορπίστηκαν προς άλλες κατευθύνσεις. Τα πόδια μου λύθηκαν! Παναγία μου είχα βγει είκοσι μέτρα περίπου μπροστά από τον χωροφύλακα που ο άνθρωπος βέβαια δεν είχε ιδέα τι είχε γίνει και γιατί έτρεχα. Εγώ το ήξερα όμως. Έκανα κουράγιο κι άρχισα να τρέχω πιο γρήγορα. Δεν έπρεπε να με πιάσει! Τα πόδια μου χτυπούσαν στον κώλο. Κι ο χωροφύλακας που ψυλλιάστηκε πως για κάποιο λόγο έτρεχα, άρχισε να φωνάζει πίσω μου προφανώς για πλάκα:

-Πιάστον ρε-πιάστον!

Θα με πιάσεις; Έλεγα εγώ μέσα μου. Πιο γρήγορος λοιπόν κι απ το ποδήλατο του χωροφύλακα, έφυγα μπρος. Βρήκα ένα άνοιγμα στις βατσνιές, κάπου στού Βλάχου το δέντρο περίπου, βγήκα απ τον δρόμο και μπήκα ξυπόλυτος στου μπάρμπα Τζιώτζιου του Βλάχου το χωράφι. Κι ο χωροφύλακας ακόμα ακούγονταν πίσω μου:

-Πιάστον ρε, πιάστον!

Το ίδιο όμως διαπίστωσα σύντομα, ότι φώναζαν και κάπου πιο κοντά μου. Τρέχοντας γύρισα και είδα τον Θανάση τον Αδαμάρα, πολιτικό μηχανικό σήμερα, που έβοσκε εκεί κοντά πέντε-έξι προβατούδια του πατέρα του. Βλέποντάς με λοιπόν να τρέχω πανικόβλητος, άρχισε και φώναζε κι αυτός για να γελάσει:

-Πιάστον ρε-πιάστον!

Δεν του έδωσα σημασία και συνέχισα να τρέχω για να γλιτώσω από τον χωροφύλακα. Το χωράφι ήταν γεμάτο από τριβόλια. Πώς έγινε όμως και με τέτοιο τρέξιμο ούτε αγκάθι δεν καρφώθηκε στα πόδια μου; Όταν το θυμάμαι και γελάω, πάντα λεω πως μάλλον δεν προλάβαιναν να καρφωθούν τα αγκάθια από την ταχύτητα που είχα αναπτύξει. Ο χωροφύλακας προσπέρασε κι έφυγε πηγαίνοντας για το χωριό, μα εγώ συνέχισα να τρέχω. Έφθασα πίσω από την εκκλησία κι έστριψα αριστερά προς το βαγιόνι[3].

Στην αρχή σκέφτηκα να περάσω μπροστά από την εκκλησία, να περάσω από το πάνω το πλατάνι να πάρω το στενό τρέχοντας και να φτάσω στο σπίτι μου. Όμως σαν να μην μου φάνηκε καλή ιδέα. Γιατί αν στο δρόμο συναντούσα τον χωροφύλακα; Κι αν πάλι ήταν σπίτι μου και το είχε συζητήσει με τον πατέρα μου και με περίμενε για να με συλλάβει; Στο μυαλό μου φάνταζε σαν τρομερό έγκλημα αυτό που είχαμε κάνει. Όχι, όχι. Δεν έπρεπε να μπω στο χωριό, τουλάχιστον τώρα αμέσως. Έπρεπε να κρυφτώ. Κι έτσι έκανα.

Τράβηξα από τον λάκκο της εκκλησιάς προς τα πάνω. Έστριψα αριστερά, πίσω απ’ τον λόφο "γκλαμπουρτζή" και λαχανιασμένος έφτασα στην τοποθεσία "Δέση" ή "Μποντέτα", όπως την έλεγαν άλλοι, πήγα και λούφαξα ανάμεσα στα κλήματα, στο αμπέλι μας. Αφού ηρέμησα λίγο απ το λαχάνιασμα, άρχισα να σχεδιάζω τις επόμενες κινήσεις μου. Φαντάστηκα την σύλληψή μου, που πίστευα πως δεν θα αργούσε. Είδα τον εαυτό μου με χειροπέδες να οδηγείται στην φυλακή. Όχι, δεν θα κατέβαινα στο χωριό. Μα σε λίγο θα νύχτωνε. Αδιέξοδο.... Τουλάχιστον όσο δεν νύχτωνε θα έμενα εκεί κρυμμένος. Το αποφάσισα. Σε λίγο όμως άρχισε να σουρουπώνει και τα πουλιά καθώς συμμαζεύονταν στα γιατάκια τους μέσα στους θάμνους, έκαναν περίεργους θορύβους, που πολύ με τρόμαζαν. Με έζωσαν οι φόβοι. Βγήκα λοιπόν από το γιατάκι μου και δειλά-δειλά κατηφόρισα προς το χωριό. Όταν έφτασα στου Φιγκιώρη το σπίτι, άκουσα φωνές μέσα καθώς έπαιζαν ο Θανάσης με την αδελφή του την Τασούλα. Πήρα θάρρος. Το Θανάση δεν τον έπιασε ο χωροφύλακας, εμένα γιατί τάχα να με πιάσει; Όμως εκείνον δεν τον είχε καν δει, γιατί δεν είχε βγει στο δρόμο την στιγμή που αποκαλύφτηκε το έγκλημά μας αλλά είχε τρέξει προς τα κάτω, μέσα στα καπνά. Μου ξανάφυγε ο αέρας, που προς στιγμή είχα πάρει και φοβισμένος σιγά-σιγά από τα σκοτεινά δρομάκια έφτασα στο σπίτι μου. Έσπρωξα την βαριά ξύλινη εξώπορτα της αυλής μας και μπήκα. Την είχα γλιτώσει. Ούτε χωροφύλακας ούτε τίποτα. Μονάχα η φωνή της μάνας μου ακούστηκε από μέσα να μου λεει:

-Θανάασ.. Άιντι Πιδίμ, πού είσι... Άιντι έλα να φας κι να κμηθείς, καλό μ. Μην έρθ η μπαμπάς σ, κι σι προλάβ ξύπνιουν...

Ήξερε η φουκαριάρα η μακαρίτισσα η μάνα μου τι παιδί είχε. Ήξερε, πως δεν μπορεί, κάτι θα είχα κάνει που να άξιζε για ξύλο. Γι' αυτό κάθε βράδυ με έβαζε νωρίς-νωρίς για ύπνο για να γλιτώσω το ξύλο από τον πατέρα μου, που όλοι ήξεραν πώς δεν το χάριζε. Ήταν βλέπεις της θεωρίας "το ξύλο βγήκε απ τον παράδεισο". Όμως αν προλάβαινα και κοιμόμουνα, ε νισάφι, δεν με ξυπνούσε για να με δείρει και την άλλη μέρα θα το ξεχνούσε ή θα είχε μαλακώσει ο θυμός του. Κι αν πάλι με προλάβαινε ξύπνιο, η μάνα μου, μου έλεγε:

-Κουκλώσ... κι μην ανισιαίνς ντιπ..

Έτσι λοιπόν κι εκείνο το βράδυ.

Αλλά εγώ χάρηκα. Αφού δεν με έψαχνε ο χωροφύλακας, όλα τα άλλα προσπερνιόντουσαν. Έφαγα λοιπόν, όπως είπε η μάνα μου. Κουκουλώθηκα κάτω από τα ελαφρά, καλοκαιριάτικα σκεπάσματα, και κοιμήθηκα αμέσως. Την είχα γλιτώσει!…

 

Από τις <<Αναμνήσεις μου>> ,του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου{flike}



[1] Σιτάρι που το έσπερναν σε κάποια χωράφια κοντά στο χωριό, τα αγίλια.

[2] Καταμεσήμερο.

[3] Τοποθεσία στο λάκκο της Αγ Παρασκευής λίγο ψηλότερα από το σπίτι του Σέρρα

 

 


 

ΤΟ ΠΑΣΤΙΤΣΙΟ

 

Ο φίλος μου ο Τάκης υποψήφιος για το Πανεπιστήμιο δυό τρείς χρονιές, την είχε μάθει καλά την Θεσσαλονίκη και τα καλά της… 

Κατεβαίνοντας κάποτε με το λεωφορείο λοιπόν προς Θεσσαλονίκη είχε δίπλα του στην θέση τον συγχωριανό μας και μεγαλύτερό του κατά κάποια χρόνια, Θανάση ….Η οικογένεια του Θανάση είχε πολλά γίδια, στο βόσκημα των οποίων συμμετείχε κι ο Θανάσης. Η ασχολία του λοιπόν με τα γίδια, δεν επέτρεψε στον Θανάση ταξίδια στην Θεσσαλονίκη στην οποία την μέρα εκείνη πρωτοκατέβαινε… Αγνό και άβγαλτο παιδί ο Θανάσης.. 

Σ όλη την διαδρομή, που τα χρόνια εκείνα κρατούσε περισσότερη ώρα, γιατί τα λεωφορεία δεν ήταν σαν τα σημερινά, ούτε φυσικά και οι δρόμοι, ο Τάκης τον είχε τρελάνει τον Θανάση λέγοντας και ξαναλέγοντας, πως μόλις κατέβαιναν στην Θεσσαλονίκη θα πήγαινε σε ένα εστιατόριο και θα έτρωγε μια μερίδα παστίτσιο.. Ο Τάκης προφανώς έκανε επίδειξη στον άβγαλτο Θανάση, που ούτε καν ήξερε τι είναι το παστίτσιο, που ήταν ένα φαγητό άγνωστο στα χωριά εκείνα τα χρόνια.. Ο Θανάσης πάλι, κάθε φορά, που ο Τάκης το έλεγε, τον ρωτούσε: Είνι καλό φαί Τάκη; Κι ο Τάκης του έλεγε: Τί να στα λέω!!!!!!

Μόλις λοιπόν έφθασαν στο Πρακτορείο, που τότε ήταν στην πλατεία Αντιγονιδών, ο Τάκης χώθηκε μέσα σε ένα από τα πολλά φαγάδικα, που υπήρχαν εκεί γύρω ακολουθούμενος από τον Θανάση.. Κάθισαν σε ένα τραπέζι και σε λίγο κατέφθασε το γκαρσόνι και τους ρώτησε, τι θα πάρουν. Όπως λοιπόν καταλαβαίνετε παρήγγειλαν από μια μερίδα παστίτσιο. Ο Θανάσης τότε σηκώθηκε από το τραπέζι και πήγε για κατούρημα. Στο διάστημα αυτό όμως ο Τάκης φώναξε το γκαρσόνι και του ζήτησε, την δική του μερίδα να την κάνει διπλή….

Σε λίγο, κι αφού επέστρεψε στο τραπέζι κι ο Θανάσης, έφτασαν και τα φαγητά τους. Το πιάτο που δόθηκε στον Τάκη είχε δύο κομμάτια ζεστού -ζεστού παστίτσιου, ενώ αυτό του Θανάση είχε μόνο ένα κομμάτι. Σήκωσε τότε ο Θανάσης το κεφάλι και κοίταξε κατάματα το γκαρσόνι λέγοντας: 

-Δεν ξιέρου φιλαράκου μ, για χαιβάν μι έχς;;;;;

-Μα γιατί κύριε, του είπε το γκαρσόνι.. 

_Καλά τουν άλλου τουν γέμσις του πιάτου κι μένα μ έβαλις μον αυτό του κουμματούδ;; 

-Μα κύριε, του είπε το γκαρσόνι, ο κύριος ζήτησε να την κάνουμε διπλή την δικιά του μερίδα…

Κι ο Θανάσης ντροπιασμένος γύρισε προς τον Τάκη και του είπε: 

- Κρένει βρε… χαμένι. Μ άφκις κι γίνκα ριζίλ….{flike}

Θανάσης Στεφάνου Παπαοικονόμου

 

 


 

 

Τα παιδικά μας χρόνια!

Με αφορμή ένα άρθρο που διάβασα στο ίντερνετ θέλω να αναφερθώ στη γενιά που μεγάλωσε τις δεκαετίες ’60, ’70 και στις αρχές του ’80 σύμφωνα με όλα αυτά που έζησα και άκουσα από μεγαλύτερους. Περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας για πολλά πράγματα. Έπρεπε να περιμένουμε πότε θα μας δώσουν χαρτζιλίκι να πάμε να αγοράσουμε παίχτες (χαρτάκια σε γκοφρέτες ή σε φακελάκια) και το καλοκαίρι το παγωτό της ημέρας (οι παλιότεροι του ’60 δεν περίμεναν καν), να περιμένουμε πότε θα μας πληρώσουν την ετήσια σοδειά από το καπνό να πάμε να μας ψωνίσει η μάνα μας ρούχα (για τους παλιότερους δεν ισχύει επίσης), να περιμένουμε το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής και του Αγίου Παντελεήμονα (26-27 Ιουλίου) για να ξεκουραστούμε δύο μέρες στους τρεισήμισι μήνες που διαρκούσε το «μαρτυρικό» μάζεμα του καπνού, επίσης να περιμένουμε να ευνοήσουν οι συνθήκες στο μάζεμα του καπνού για να πάμε μία ή δύο φορές στη θάλασσα, να περιμένουμε να πάει απόγευμα για να ανοίξει η τηλεόραση των δύο καναλιών για να δούμε το παιδικό πρόγραμμα της μέρας, να περιμένουμε το Σάββατο το βράδυ για να κάνουμε μπάνιο και να δούμε όλοι μαζί την ελληνική ταινία (η οποία αν είχε φιλιά και κανένα γυμνό πεταγόταν ο μπαμπάς ή η μάνα μας λέγοντας «κουκλώσ’…δεν κάν’(ι) να χτάϊζς»-κουκουλώσου δεν κάνει να κοιτάς) και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε. Γενικά αναμονή, αφού πάντα για να πάρεις έπρεπε να δώσεις. Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν πολλές φορές με την αναμονή.

Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί. Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα κυρίως αγροτικά χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους. Κάναμε ταξίδια 4 και 5 ωρών, τέσσερα με πέντε άτομα σε ένα Ντάτσουν ή Τουότα και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης». Θυμάμαι τέσσερα με πέντε αγροτικά (αφού είχαν συνεννοηθεί προ ημερών, ή τύχαινε και ξαφνικά, οι πατεράδες μας) να ξεκινάμε όλοι μαζί για μπάνιο στο Σταυρό ή για καμιά εκδρομή το χειμώνα που δεν είχε δουλειές, με γέλια, τραγούδια και μια τρελή ευτυχία για όλους εμάς τα πιτσιρίκια. Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για εμάς, τα παιδιά. Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά και φρένα, αφού τα χαλούσαμε στην πρώτη βδομάδα και καταφεύγαμε στη λύση της αθάνατης «κόντρας», καβαλάγαμε το αυτοκίνητο, το τρακτέρ και μετά τα μηχανάκια χωρίς δίπλωμα. Οι κούνιες και οι τραμπάλες εμφανίστηκαν στη δεκαετία του ’80 στο σχολείο μας και ήταν φτιαγμένες από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες, ενώ ως τότε κούνια κάναμε κυρίως στον Αϊ ‘Πόστολο στα Δουμπιά την πρωτομαγιά, όταν την έφτιαχνε με το χοντρό σκοινί ο πατέρας μας σε ένα από τα αμέτρητα πλατάνια.

Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια και εναλλάσσονταν ανά εποχή και κατά περιόδους. Περνούσαμε ατελείωτες ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια πατίνια, για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίρναμε κόντρα πλακέ από τα σκουπίδια που είχαν τα δύο ξυλουργεία του χωριού και ανεβαίναμε στα πεύκα για να κάνουμε σκι στην απότομη πλαγιά πάνω στις πευκοβελόνες που γλιστρούσαν δαιμονισμένα, με αμέτρητες βουτιές στο λάκκο και τρακαρίσματα πάνω στα δέντρα. Μετά φτιάχναμε τα φυσοκάλαμα ευτυχώς με βελάκια χάρτινα αλλά σκληρά πολλές φορές, με αποτέλεσμα αρκετές πληγές μετά τον πόλεμο που ξεσπούσε, αφού χωριζόμασταν σε ομάδες. Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» (εμείς το ξέραμε τσαντολίνο-μαντολίνο) και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση. Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το μεσημέρι αμέσως μετά το σχολείο, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μας βρει. Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάγαμε τα κόκκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους». Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου. Είχαμε καυγάδες, κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλον και μάθαμε να το ξεπερνάμε αφού την επόμενη μέρα ήμασταν πάλι όλοι μαζί έτοιμοι για καινούργια παιχνίδια και νέες περιπέτειες .

Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο. Μοιραζόμασταν μπουκάλια αναψυκτικά, παγωτά ή γκοφρέτες, πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση και πίναμε από τα ρυάκια με τρεχούμενο νερό στον κλαπουρτζή (δεξαμενή) ή στο ρέμα της Αγίας Παρασκευής και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι ή όταν ήταν γενικό το κακό σε όλο το σχολείο, επισκεπτόμασταν αμέσως τον κουρέα για κούρεμα με την ψιλή.

Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet.. Είχαμε όμως τα κόμικς (την περιπέτεια με τον Κάπτεν Μάρκ, το Θλιμμένο Μπούφο και τον Μίστερ Μπλούφ, το Μπλεκ, το Αγόρι) που τα ξεφυλλίζαμε με λαχτάρα δεκάδες φορές και κάναμε και ανταλλαγές μεταξύ μας για όσα τεύχη δεν είχαμε διαβάσει.

Εμείς είχαμε φίλους. Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε. Τις περισσότερες φορές δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε μπάλα, κυνηγητό, κρυφτό, τσιλίκ(ι), τζαμιά, μήλα, μπίσκου κάλα (ναι, ναι μην απορείτε οι παλιότεροι, το παίξαμε και στη δεκαετία του ’80) ή να πάρουμε το δρόμο για το βουνό μας για εξερευνήσεις και περιπέτειες (φτιάχναμε σπηλιές στα πεύκα για να πάμε να καθίσουμε με το πρώτο χιόνι, κυνηγούσαμε σαύρες, φίδια, χελώνες και καβούρια στο ρέμα της Αγίας Παρασκευής). Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας. Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα. Χάσαμε αμέτρητες μπάλες ποδοσφαίρου και άλλες τόσες τις χαλάσαμε παίζοντας ακόμα και στα τσιμεντένια σοκάκια του χωριού με εστία δύο πέτρες. Κυνηγούσαμε πουλιά με τις σφεντόνες αρχικά (τσιταλιές) και αργότερα με τα αεροβόλα, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν. Πηγαίναμε για μελίσσια όπου υπήρχαν γαϊδουράγκαθα και αφού τα πιάναμε τρώγαμε το μέλι τους ξεκοιλιάζοντας τα με επιδεξιότητα. Αν μας τσιμπούσε και κανένα τότε βάζαμε στην πληγή λίγο λάσπη από κοκκινόχωμα κι όλα καλά.

Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο! Πώς τα καταφέραμε;

Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Οι δάσκαλοι μας έριχναν και καμιά σφαλιάρα όταν ήμασταν άτακτοι ή όταν δεν πηγαίναμε διαβασμένοι, αλλά εκείνο που τρέμαμε ήταν η βίτσα. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι. Τι φρίκη!

Δεν κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια, αλλά βοηθούσαμε την οικογένεια συμμετέχοντας ανάλογα με την ηλικία μας στις αγροτικές εργασίες και μπορεί το παιχνίδι τα καλοκαίρια να ήταν λιγότερο σε ποσότητα, όχι όμως σε ποιότητα. Πάλι βρίσκαμε τον χρόνο να παίξουμε. Θυμάμαι ατέλειωτες καλοκαιρινές νύχτες με είκοσι, τριάντα παιδιά κάθε ηλικίας να «αλωνίζουμε» όλο το χωριό παίζοντας κρυφτοκυνηγητό, την θρυλική «τσιπουρία». Και προς το τέλος του Αυγούστου να φτιάχνουμε φαναρούδια με μικρά καρπούζια, σπάγγο και ένα κερί για να γυρίσουμε το βράδυ όλο το χωριό.

Είχαμε ευτυχία, ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε.

Τελικά νομίζω ότι είχαμε την τύχη να μεγαλώσουμε σαν παιδιά…..{flike}

 

Παπαοικονόμου Νεστ. Σάκης

 

 


 

 

"Η γιαγιά μου & ο παππούς μου"

Αφορμή στάθηκε μια απροσδόκητη συνομιλία με έναν παλιό καλό αγαπημένο φίλο και χωρίς να το θέλω , αρχισε ο νους να ταξιδεύει , έγινα πάλι δεκατεσσάρων , βρέθηκα ξανά εκεί , στην κεντρική πλατεία του Αδάμ , στο χωριό των παιδικών μου χρόνων , τότε που ο τόπος έσφιζε απο ζωή και τα σοκάκια γέμιζαν με κόσμο .
Τότε που αντηχούσαν οι φωνές μας απ' τα παιχνίδια και τα χαμόγελα έδιναν και έπαιρναν σε συνομωσία 
με τα πειράγματα και τις κλεφτές ματιές ... Τι ωραία χρόνια !!!! Τι υπέροχες αναμνήσεις !!! 

Θυμάμαι , 
κάθε Οκτώβρη όταν ανοίγαν τα σχολειά και 
κάθε κατεργάρης γύρναγε στον πάγκο του , μαζευομασταν στα διαλλείμματα να ανταλλάξουμε τα νέα του καλοκαιριού , 
τότε ήταν που έφτανε και η δική μου σειρά
να ξομολογηΘώ που "εξαφανίστηκα" για τρεις ολάκερους μήνες . Ούτε κινητά , ούτε ίντερνετ , ούτε facebook , τίποτα . 
"Στο Αδάμ... " έλεγα και μαζευόμουν καθώς ήξερα ήδη την επόμενη ερώτηση ... " και η Ευα που ήταν ; " λέγανε τα πειραχτήρια της παρέας !!! 
Το όνομα του χωριού μου εκτός απο σπάνιο , σπάνια το έβρισκα σε χάρτη του σχολειού μου και όταν αυτό συνέβαινε τα στήθια μου πλημμύριζαν απο περηφάνεια !!!! 

Τα χρόνια πέρασαν και στο χωριό μου , στο αγαπημένο μου χωριό έχω σχεδόν χρόνο να πατήσω . 

Σε αυτό έχω την γιαγιά μου και τον παππού μου ... την Παρασκευή μου και τον Αλέκο μου ... μεγάλοι πια σε ηλικία με όλα τα προβλήματα 
που τα τιμημένα γηρατεία μπορούν να φέρουν αλλά γεροί και αγαπημένοι ! Ακόμα μαζί στα 93 τους χρόνια ... πως είναι άραγε να περνάς μια ζωή με 
έναν μονο άνθρωπο , με εναν σύντροφο και στα καλά και στα άσχημα και στα πολλά και στα λίγα ;;; Δεν θυμάμαι ποτε να τους άκουσα να μαλώνουν ή 
να απαξιώνουν ο ένας τον άλλο , πάντα ήταν ενωμένοι , δύο σώματα , μια καρδιά , ένας χτύπος , μια καλοκουρδισμένη μελωδία ...ρυθμική ! 
Ισως αυτό να ειναι τελικά το μυστικό της επιτυχίας ;;; 

Δυο άνθρωποι βιοπαλαιστές , καπνοπαραγωγοί που δεν γνώρισαν ποτέ άλλο τόπο , που αγάπησαν το Αδάμ και τους ανθρώπους του όσο τίποτε άλλο . 
Περίεργο μου φαντάζει , να γενννιέσαι και να πεθαίνεις στον τόπο σου ... Να σε γεμίζει τόσο , ώστε να μην αποζητάς τις ομορφιές του κόσμου ...
Είναι λες και ο τόπος αυτός ειναι μαγεμένος , ο αέρας που αναπνέεις , ειναι αλλιώτικο το ηλιοβασίλεμα , η ανατολή
του ήλιου , όλα μοιάζουν καλώς βαλμένα , καλώς καμωμένα ... σχεδόν ποιητικά . 

Μου λείπει το χωριό μου και οι άνθρωποι του , μου λείπει αυτη η καθαρότητα ψυχής και η ανεμελιά στις γειτονιές του , η γλυκιά καλημέρα του γείτονα 
και η μυρωδιά του ξύλου που σιγοκαίει στις ξυλοσομπες , μου λείπουν οι αυλές με τα γεμάτα χρώματα λουλουδια , οι βόλτες ως το γήπεδο , η πλατεία με τον γέρο πια πλάτανο , μου λείπει , πολύ μου λείπει το χωριό μου !{flike}

 

Όλγα Ραζή

 

 


Ο γερο πλάτανος ... 


Αυτό που Θα μου μείνει έντονα χαραγμένο στο νου θα ειναι πάντα αυτή η δροσερή σκιά του γέρου πλάτανου στην κεντρική πλατεία του Αδάμ ... πιτσιρίκα ήμουνα όταν κάθε βράδυ καλοκαιριού το περνούσα κάτω απο αυτό το δυνατό δέντρο που μου έκανε τόοοοση εντύπωση ... δεν ήταν μόνο η επιβλητική του όψη , αυτές οι τεράστιες ρίζες θαρρείς θέλαν να σε πάρουν αγκαλιά και να κουρνιάσεις , τα μοναδικά τεράστια κλαδιά του που σκέπαζαν κάθε σύννεφο του καταγάλανου ουρανού , αλλά αυτή η αγαλλίαση και η ασφάλεια που ένιωθα μόλις καθόμουν παρέα του ... αυτό ήταν το δικό μας στέκι .. Οτι και αν κάναμε , όπου και αν πηγαίναμε , πάντα εκεί καταλήγαμε , λες και μας τράβαγε σαν μαγνήτης , λες και μας αποζητούσε και μεις ανταποκρινόμασταν χωρίς δευτερη σκέψη στο κάλεσμα του ... 

Εχω βράδια μαγικά να θύμαμαι σε αυτό τον γερό πλάτανο ... τι γλέντια , τι παιχνίδια , έρωτες , κλάμματα , χαρές , λύπες , τι χαμό που σπέρναν οι φωνές μας ...Τι ωραία που ήταν Θεε μου ! Τόση ξεγνοιασιά και ανεμελιά , πως να χωρέσει ο νούς ; Πως να ήξερα τότε ότι αυτά Θα ήταν τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου ; Υπερβολικό ; Και όμως όχι ...Και αν ήξερα , άραγε , τι θα άλλαζε ;; Τι θα μπορούσε να αλλάξει ; Τίποτα ... Πάλι τα ίδια ακριβώς θα έκανα ! Τρείς ολάκερους μήνες , 90 υπέροχα βράδια , κάθε βράδυ στην κεντρική πλατεία του χωριού , είχαμε στήσει την γιάφκα μας , η πιο φανερή που υπήρξε , μια συμμορία χωρίς φόβο με πάθος , έτοιμη να κατασπαράξει την ζωή , γεμάτη όνειρα και ελπίδες ! Κάθε φορά που κλείναν τα σχολεία , ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος επι γης , ήξερα ... ήξερα πως θα πέρναγα το καλοκαίρι μου στο χωριό μου και η ανυπομονησια μου ζεμάταγε τα σωθικά .. Ο πλάτανος με περίμενε και είχα τόσα να του πω , τόσα να του ψιθυρίσω ! Είχα σχέδια να καταστρώσω και χρειαζόμουν απεγνωσμένα συνεργό ! Ο πλάτανος καρτερούσε , μεγάλωνε μαζί μου και ρίζωνε ολοένα και περισσότερο , λες και ήθελε να είναι πιο δυνατός να μας αντέξει ... 


Και τι δεν είχε δει ο γερο πλάτανος ; Μαρτυρας σιωπηλός , υπομονετικός , εχέμυθος . 
Στην αγκαλιά του , κάτι ξημερώματα , ένιωσα για πρώτη φορά την καρδιά μου να σπαρταράει από ντροπή , τα μάτια μου είχαν μόλις αντικρύσει τα δικά του , τι ήταν τούτο πάλι ; Πεταλούδες χιλιάδες όρμησαν μέσα μου σε έναν άτακτο χορό , τι συναίσθημα και που να το εξομολογηθώ ; Στον πλάτανο ... εκείνος τα ήξερε πάντα όλα ! Μόνο εκείνος .{flike}

Όλγα Ραζή

 

 


 

Τα τσίπουρα

Ο

 

κτώβριος. Τα καπνά μαζεύτηκαν, κι η δουλειά για τα παιδιά τέλειωσε. Οι μεγάλοι είχαν ακόμη πολύ δουλειά μπροστά τους. Να καθαρίσουν τα καπνά φύλλο-φύλλο. Να τα πασταλιάσουν ή να τα δεματοποιήσουν και να τα αποθηκεύσουν σε κάποιο μέρος του σπιτιού, μέχρι που να έρθει η ώρα να περάσουν οι εξπέρ[1] των εταιριών, να τα ελέγξουν, να σημειώσουν και να τα βαθμολογήσουν, κατατάσσοντας τα μαξούλια σε κατηγορίες. Α΄, Β΄, Γ και αζήτητα. Κατηγορίες που θα έπαιζαν σημαντικό ρόλο για την τιμή που θα έπιανε το μαξούλι τις μέρες που θα άνοιγαν οι αγορές. Γιατί αλλιώς διαπραγματεύονταν αυτός που είχε Α΄ κατηγορίας καπνό και ήταν περιζήτητος κι αλλιώς αυτός που ήταν στα αζήτητα. Εδώ θέλω να διευκρινίσω ότι, δεν κάνω λάθος όταν λέω "τα καπνά". Για μάς ο καπνός ήταν πάντα ουσιαστικό ουδέτερο. Ήταν δηλαδή "το καπνό" κι όχι "ο καπνός".

Ωστόσο, ώσπου να έλθει εκείνη η ώρα, υπήρχαν κι άλλες αγροτικές δουλειές που έπρεπε να γίνουν. Να τρυγηθούν τα αμπέλια. Το χωριό τότε είχε πολλά αμπέλια. Όλες οι βουνοπλαγιές σχεδόν γύρω από το χωριό ήταν γεμάτες από αμπέλια. Η ντούμπα του προφήτη Ηλία μπρος και πίσω, ο λάκκος της Αγίας Παρασκευής δεξιά και αριστερά, η Δέση ή Μποντέτα όπως την έλεγαν άλλοι, τα Παπάτκα και η Λάκκα σχεδόν μέχρι τον Άγιο Παντελεήμονα, όλες δηλαδή οι ορεινές ιδιοκτησίες ήταν αμπέλια. Θυμάμαι ότι για την φύλαξη αυτών των αμπελιών, τους καλοκαιρινούς μήνες, το χωριό πλήρωνε, μέχρι και τρεις ντραγάτες[2], που έκαναν την καλύβα τους στο ψηλότερο μέρος της περιοχής, που αναλάμβαναν να φυλάνε. Οι καλύβες τους γίνονταν από ξύλα αλλά και σαμάκο, καλάμι και ραγάζι[3], που αφθονούσαν στο χωριό, λόγω της βάλτας (του βάλτου).

Τα αμπέλια είχαν κι αυτά πολύ δουλειά. Το σκάψιμο των τράφων ήταν η πιο σκληρή και ήθελε χέρια παλικαρίσια. Τα θειαφίσματα, ραντίσματα και κορφολογήματα ήταν πιο μαλακές δουλειές, μα κι αυτά ήθελαν γνώση και εμπειρία. Φυσικά τα σταφύλια, που παράγονταν δεν ήταν ποικιλίες για εκμετάλλευση αλλά για οικογενειακή κατανάλωση. Το κάθε νοικοκυριό είχε από δυο τρία αμπελούδια και είχε γνήσια σταφύλια και σύκα για όλο το καλοκαίρι και κρασάκι και τσίπουρο για όλη την χρονιά. Θυμάμαι ότι στις 6-Αυγούστου, ημέρα του Αγίου Σωτήρος, παίρναμε αγίασμα από τον παπά και πηγαίναμε και ραντίζαμε τα αμπέλια. Οι πρώτες κόκκινες ρόγες είχαν ήδη φανεί. Από κει και μετά, κάθε Κυριακή που δεν είχαμε μαραμένο καπνό, που μας είχε μείνει από την προηγούμενη μέρα, για να το μπουρλιάσουμε, μετά το σχόλασμα της εκκλησίας, αλλά και κάποια απογεύματα που η δουλειά τέλειωνε νωρίς, παίρναμε από ένα δυο καλάθια και πηγαίναμε με τον μπαμπά μας στα αμπέλια. Εκεί κόβαμε τσάμπουρα και τρώγαμε. Είχαμε μοσχοστάφυλα, ροζακιά, σουλτανίνες κι ένα άλλο είδος με μακρουλές ροζ ρόγες που τα λέγαμε "βαλάν του βου" ή και "τσ βουβάλας του βζί" γιατί το σχήμα τους ήταν σαν το βυζί της βουβάλας. Μετά γεμίζαμε τα καλάθια με σταφύλια κι απάνω-απάνω αραδιάζαμε μια δυο σειρές σύκα, που μαζεύαμε από τις συκιές μας. Σκεπάζαμε το καλάθι με κορυφές, που κόβαμε απ τις κληματαριές και γυρίζαμε στο χωριό. Όσα σταφύλια και να τρώγαμε πάντα έμεναν αρκετά για να τρυγήσουμε το φθινόπωρο.

Τα σταφύλια, που μαζεύονταν από τους χωριανούς με τον τρύγο, κατευθύνονταν προς τα πατητήρια που υπήρχαν σε ορισμένα σπίτια. Εκεί καταγράφονταν οι καδούδες[4] του καθενός, και ρίχνονταν όλα μαζί μέσα στο πατητήρι για να ζυμωθούν και να γίνουν κρασί. Το κρασί που θα ζέσταινε τους νοικοκυραίους τις κρύες χειμωνιάτικες νύκτες.

Εμείς θυμάμαι, είχαμε δικό μας πατητήρι, κι εκεί έφερναν κι άλλοι χωριανοί τα σταφύλια τους για να τους κάνουμε κρασί. Με το αζημίωτο φυσικά. Η πληρωμή ήταν σε είδος. Σε κρασί δηλαδή. Γι αυτό και ποτέ μα ποτέ δεν θυμάμαι να μας έλειψε το καλό κρασί. Κι όταν ο μούστος γίνονταν πια κρασί, μεταφέρονταν σε βαρέλια και στο πατητήρι έμεναν μόνον τα τσίπουρα πλέον.

Τα τσίπουρα μεταφέρονταν σε μια υπόγεια αποθήκη, κάτω από το σημερινό κοινοτικό κατάστημα, όπου ήταν τα "καζάνια". Τα τσίπουρα βράζονταν μέσα στα καζάνια που ήταν ειδικά για την παρασκευή τσίπουρου. Θυμάμαι ακόμα πώς μετρούσαν με μια συσκευή, σαν θερμόμετρο μου φαίνονταν, την περιεκτικότητα του τσίπουρου σε οινόπνευμα.

-"Τόσα γράδα" έλεγαν.

-"Πολύ καλό.....Τεφαρίκι..." έλεγε άλλος.

Τα υπολείμματα, μετά την παρασκευή του τσίπουρου πετάγονταν πίσω από την αποθήκη, στον λάκκο που περνούσε μπροστά από την εκκλησία. "Τς ανγκλησιάς του λάκκου" όπως τον λέγαμε. Σκουπιδότοπος! Βρωμιά και δυσωδία. Ότι ήθελε να πετάξει ο κάθε χωριανός, lang=/spanp class= εκεί εύρισκε το ελεύθερο. Σκουπιδότοπος γαρ. Και κάθε τόσο, αν δεν προλάβαινε το νερό κάποιας νεροποντής να παρασύρει όλη αυτή την βρωμιά και να την πάει κάτω απ το χωριό, στο λούνισμα[5], ο λάκκος γέμιζε από σκουπίδια και δεν χωρούσε άλλα. Εκεί θα έβρισκες ότι σαβούρα ήθελες. Από άχρηστα καπνά μέχρι τσίπουρα. Κι όταν φρακάριζε ο λάκκος, έβαζαν φωτιά και έκαιγαν ότι καίγονταν. Όσο για τα άλλα, που δεν καίγονταν, θα πε href=td style=MsoFootnoteReferenceρίμεναν υποχρεωτικά την επόμενη νεροποντή.

Ένα φθινοπωριάτικο πρωινό, που τα τσίπουρα είχαν πεταχτεί στο λάκκο και λίγο πιο κάτω υπήρχε ένα βουναλάκι σχεδόν στάχτης από σκουπίδια που είχαν καεί πριν αρκετή ώρα φαίνεται, γιατί δεν κάπνιζαν πλέον, μια παρέα από 4-5 πιτσιρικάδες 8-9 χρονών περίπου, στριμωχνόμασταν σ ένα πεζουλάκι, που υπήρχε στο πίσω μέρος των καζανιών. Στεκόμασταν τρία μέτρα περίπου ψηλότερα από τα πεταγμένα τσίπουρα και πιο κάτω προς το κέντρο της κοίτης του ξεροπόταμου, σε συνέχεια των τσίπουρων, ήταν η στάχτη των καμένων σκουπιδιών. Ο αγώνας είχε προαναγγελθεί. Έλεγχος του αγωνιστικού χώρου δεν έγινε. Που να φανταστούμε ότι χρειάζονταν. Στεκόμασταν με την σειρά σ ένα σημείο, κουνούσαμε μπρος πίσω με δύναμη τα χέρια και χωρίς άλλη φόρα πηδούσαμε, προσγειωνόμενοι μέσα στο πιο μαλακό "σκάμμα" που είχαμε πηδήξει ποτέ. Τα τσίπουρα, που σαν βουναλάκι στέκονταν από κάτω μας. Στον αγώνα συμμετείχαν εκτός από μένα, ο μακαρίτης ο Αποστόλης ο Αδαμάρας, ο Στέφανος ο Τιάγκος, ο Τάκης ο Τιάγκος ή Μήτας ή Κουιρουικίδης, και δεν ξέρω ποιος άλλος. Ο αγώνας ήταν σκληρός και κάθε φορά ο καθένας έβαζε τα δυνατά του και πηδούσε περισσότερο από τον προηγούμενο. Θα ήταν η τελευταία προσπάθεια που δικαιούμουνα, όταν κούνησα με δύναμη μπρος πίσω τα χέρια, τινάχτηκα και απογειώθηκα. Πραγματικά τρομερό άλμα.... Μα αλίμονο, προσπέρασα το βουνό με τα τσίπουρα και χωρίς δυνατότητα επιστροφής έβλεπα να προσγειώνομαι μέσα στον όγκο από τις στάχτες. Ιδέα δεν είχα τι με περίμενε. Η στάχτη δεν ήταν όπως την βλέπαμε ακίνδυνη. Στην αρχή ένοιωσα τα πόδια μου να χώνονται σ ένα αφράτο υλικό, αλλά την ίδια στιγμή αισθάνθηκα το πύρωμα που έρχονταν από τα κάρβουνα που υπήρχαν κάτω-κάτω. Στο τσίριγμά μου, που ακολούθησε, έτρεξαν και με βοήθησαν κάποιες γυναίκες, που ήταν εκεί κοντά, καθώς και η μεγάλη μου αδελφή η Σούλα, που έπλενε εκείνη την ώρα στην "κουπάνα", που μάζευε τα νερά της βρύσης μπροστά στο σπίτι του Κανάκη. Με πήγαν κατ ευθείαν στην γιατρό του χωριού για τέτοια πράγματα, την μανιά[6] την Μπουλατάδινα. Η μανιά, αφού ταταριάστηκε[7] λίγο κι αφού είπε:

-Ούμπα-ούμπα μαρί, γιαζίκ γίνκι, κάικι του πιδί,

γρήγορα φώναξε και της έφεραν ένα πολύ φαρδύ τηγάνι που το έβαλε πάνω στην φωτιά και έριξε μέσα κάτι, που ακόμα σήμερα πιστεύω ότι ήταν λάδι. Ύστερα αφού το άφησε στην φωτιά να ζεσταθεί ή καλύτερα θα έλεγα να καεί, μ έπιασαν και μ έβαλαν να πατήσω μέσα και έριξαν απ αυτό παντού πάνω στα καμένα πόδια μου. Γιατί τάχα; Καυτηριασμός; Ομοιοπαθητική; Ποτέ δεν κατάλαβα. Θυμάμαι μόνο πως τα πόδια μου, όταν με πήγαν στο σπίτι μέσα στα κλάματα, ήταν κατακόκκινα και γεμάτα από κάτι μεγάλες μελανές φουσκάλες, που έβγαζαν ένα υδαρές υγρό. Υπέφερα για πολύ καιρό, ώσπου να φύγουν οι φουσκάλες και να ξαναζωηρέψω. Από τότε όμως, θυμάμαι ότι απέφευγα όσο μπορούσα να πηγαίνω στο σπίτι του Μπουλατά. Και το λέω αυτό γιατί εκεί περνούσα καθημερινά σχεδόν, μέχρι τότε τον περισσότερό μου χρόνο. Η μία από τις πολλές κόρες του μπάρμπα Μήτρη, είχε διατελέσει βλέπεις "ντάντα" μου και αν και είχα μεγαλώσει αρκετά, δεν έλεγα να ξεκόψω. Εκεί πήγαινα θυμάμαι και κρυβόμουνα όταν καταλάβαινα ότι στο σπίτι με περίμενε ξύλο. Μάλιστα η μεγάλη αδελφή μου, μου είχε κολλήσει και το σχετικό παρατσούκλι αποκαλώντας με τότε και τώρα πολλές φορές, ‘’καπετάν Μπουλατά’’. Από τις <<Αναμνήσεις >> του Θανάση Στεφάνου Παπαοικονόμου.{flike}

 



[1] Ειδικοί στην ποιότητα των καπνών.

[2] Αγροφύλακες

[3]Το σαμάκο, το καλάμι και το ραγάζι, ήταν υδρόβια φυτά της βάλτας.

[4] Μεγάλοι ξύλινοι κάδοι, που φορτώνονταν στα ζώα.

[5] Η τοποθεσία ,κάτω από το χωριό, όπου είναι σήμερα το Πτηνοτροφείο του Αδαμούδη.

[6] Γιαγιά

[7] Ανατρίχιασε από συμπόνια

 

 

 

 

 

style=

span class=

quot;; mso-ansi-language: EN-US;

 


 

η μπουκουβάλα

Προχθές σε μια συζήτηση ,ακούστηκε από κάποιον μεγάλο σε ηλικία η λέξη <<μπουκουβάλα>>. Κάποιοι νεώτεροι τότε αναρωτήθηκαν ,τι σήμαινε η λέξη.

Εξηγώ λοιπόν:

Τά χρόνια τα φτωχά,τότε που οι μανάδες έδιναν στα παιδιά τους τα τσιγαρίδια και το ψωμί με λάδι ,αλάτι και ρύγανι,για να χωρτάσουν την πείνα τους,ένα άλλο εξαίρετο παρασκέυασμα με το οποίο ξεγελούσαν τα παιδιά, ήταν και η <<μπουκοβάλα>>. Η <<μπουκοβάλα>>δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο,αλλά τα παιδιά το έτρωγαν με ευχαρίστηση, επειδήκυρίως το παρασκεύαζαν από μόνα τους ,παίζοντας….

Μέσα σε μια λεπτή πετσέτα,τα παιδιά,έριχναν ένα κομμάτι ελαφρά βρεγμένο ψωμί,έριχναν επίσης και ένα μικρό κομμάτι τυρί..Το περιεχόμενο αυτό το έσφιγγαν τυλίγοντας την πετσέτα και το μετέτρεπαν σε μια μπάλλα στο μέγεθος της μπάλλας του τένις περίπου.Από κεί και μετά συνέχιζαν να σφίγγουν,στρίβοντας την πετσέτα και να χτυπούν με την γροθά την μπάλλα συνεχώς, ζυμώνοντας έτσι το περιεχόμενο και μετατρέποντάς το σε ένα κράμμα ψωμότυρου,την <<μπουκοβάλα>>. Καθ όλη την διάρκεια,που η μικρή γροθιά χτυπούσε και ζύμωνε το περιεχόμενο, τα παιδιά τραγουδούσαν:

-Μπουκο-μπουκοβάλα,μ(ι)σή μ(ι)σούρα γάλα….

Μπουκο-μπουκοβάλα, μ(ι)σή μ(ι)σούρα γάλα……

Δεν ξέρω τι σημασία είχε η μισή μισούρα γάλα,που έλεγαν, αλλά υποθέτω ότι μάλλον τα παιδιά έκαναν αίτηση για να τους δοθεί και μισή οκά γάλα για να πιούν……Ίσως πάλι και το λίγο γάλα που ζητούσαν να το ήθελαν για να μαλακώσει το περιεχόμενο της πετσέτας και να το χτυπούν πιο εύκολα…

Τα παιδιά μου, την έφαγαν την μπουκοβάλα, όταν ήταν μικρά..Μου την ζητούσαν,έτσι για διασκέδαση και προσπαθούσαν να την παρασκευάσουν κι αυτά……..

Παρακαλώ,όποιος φίλος γνωρίζει κάτι περισσότερο ή κάτι άλλο για το θέμα, ας με συμπληρώσει ή ας με διορθώσει κι όλας αν κάνω κάποιο λάθος, επειδή ίσως η μνήμη μου δεν με βοηθά…. {flike}

Θανάσης Στεφάνου Παπαοικονόμου 

 


 

 

 Το Τζουκ Μπόξ

Μη μι πείτι εισείς οι τρανίτοιρ  ότι δε θμάστι του τζουκ μποξ ? Ιμεις λοιπόν τχρονιά που ιμασταν στδιφτέρα ντγυμνασίου  κι παραπάν πιρνούσαμι τσπιο πουλιές ωρις μι το τζουκ μποξ ικι στΑνεστη του καφινίου .¨ολην ντμέρα σας λιέου κι τα βαρινάμι στου πέτνοπυ τα γράμματα όπους μας ιλιγι ι μάνναμ  ,μο  τνωρα που ήταν να μη κάνουμι απουσίις ελπαμι απου του καφινίου .Κι για του βάλουμι να παίξ. Του τραγούδ που γύρβαμι επριπι να ρίξουμι ντιο δραχμες  ,πράμμα που μας έκαμνι ταντέλα  και δε πάίνι άλλου .τότι λοιόν συννοήθκαμι μιντ θανασία να ανοιγουμι του καπάκ’΄κι να βάζουμι  20 κι παραπάν¨τραγούντια  πατωντας του κουμπουδ΄που ήταν μέσα διπλα απόυ τσδίσκ .Τότι η τια η κατιρ έτριβι τα χέργιατς  τα πόσα διφραγκα θα  μάζουνι . Κάθι απόγιμα αυτό γιένταν ,τα προυβλήματα στναλγιβρα αλτα κι οι τιμωρίες  κάθι φουρά ήταν 100 φουρες του κάθι  πρόβλημα  να γράψουμι, κι όταν μας σικουνιη Χριστουφουρίδης  στου πινακα να λυσουμει προβλημα ιμασταν κουμπουρια κι του ξύλου δε λιεϊτι ,τα μαγλαμας ίβγαζαν φούσκις  _Γιατι μαρη δε μας ρουτάϊ για τα τραγούντια να τα πουμι κατά γράμμα Στου τζουκ μποξ όμως ατσίδις   έτς΄πιρνουσι ι βδουμάδα , έρνταν όμους η ωρα να αντιάς¨η τιά  τα κέρδη κι όταν ανγι  του κουτί  πάπαλα ουτι δίφραγκου  .Εμ πώς να βρι  αφου ιμεις βρίκαμι του κόλπου ? τι ακουι η θανα… δε λιεϊτι   .Καλά χρόνια ανιπαναλιπτα   αντι να τα κανουμι τέτια κι τωρα .

 Μαρία Παπαζά - Λιναρούδη

 

Σόμπορο

Σόμπορο
Βλ ηταν και ο Θανασης ο οδοντιατρος που γραφαμε μαζι αλλος αδαμιωτης δεν κανει την τιμη στην σελιδα Βαριεστε καθιστε στους καναπεδες σας και αναπαυθειτε Σόμπορο (25.05.18, 12:43)(12:05) 1
Βλ χρονια πολλα στον Κωστα στην Κωνσταντινα στην Κωστουλα στην Ελενη και σε όσους γιορταζουν σημερα στο Αδαμ και σε όλα τα μηκη και τα πλατη της γης χρονια σας πολλα και ευτυχισμενα Σόμπορο (21.05.18, 21:59)(18:12) 0
Βλ Τι γινεται με το νερο του χωριο ποτε λοιπον θα εχουμε την ευκαιρια να ανοιξουμε τις βρυσες μας και να πιουμε το καινουργιο καθαρο νερο του Αδαμ? Σόμπορο (13.05.18, 21:19)(18:12) 0
Βλ χρονια πολλα σε όλες τις μαννες του κοσμου Σόμπορο (13.05.18, 21:11)(18:12) 0
Βλ Χρονια πολλα στον Λαζαρο , Βαίο στην Βαία( Βαγια ) στην Δαφνη να ειναι γεροι .Καλη Ανασταση σε όλον τον κοσμο και στην Ελλαδα μας την ταλαιπωρη Σόμπορο (28.03.18, 23:20)(23:03) 2
Βλ αντε βρε αφηστε τους καναπεδες σας Σόμπορο (19.03.18, 00:49)(18:12) 1
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό Χειμωνα να εχουμε ,ηπιο χωρις πολλες σκοτουρες Σόμπορο (14.11.17, 12:49)(18:12) 0
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες στο μεσον τουφθινοπωρου και βαλτωσαμε ,με το καλο ναρθει ο Χειμωνας τα πηρατε τα ξυλα σας φετος μου μοιαζει βαρυς θα ειναι . . τα λεμε του χρονου καλο υπνο Σόμπορο (10.10.17, 13:54)(18:12) 0
Βλ Λιγοτερη κινηση στο σομπορο η πολλη ειναι καταρα Σόμπορο (24.08.17, 14:01)(18:12) 0
Βλ σε σας πετυχατε να εχετε μια θεση στην ανωτατη εκπαιδευση συγχαρητηρια και κάντε το σταυρο σας να αλλαξει η οικονομική κατασταση στην πατριδα μας ωσπου να γίνετε ακαδημαίκοι πολιτες και για τους αλλους που δεν τα καταφεραν η ζωή δεν χαθηκε υπαρχουν και αλλες ευκαιριες γεροι να ειστε σιγουρα και για σας κατι περιμενει Σόμπορο (24.08.17, 13:58)(18:12) 0
Βλ Με το νερο καλέ τι γινεται τα φαγαμε τα 2,5 χρονια και το θεμα αλυτο Από λογια ..... Σόμπορο (02.05.17, 12:20)(18:12) 4
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό μηνα και από δω καλο καλοκαιρι Σόμπορο (02.05.17, 12:16)(18:12) 2
Βλ Καλημέρα Αδαμ ,μα τι κινηση ειναι αυτή .Γιατι δεν καλημεριζόμζστε εστω και ετσι μιας και βαριομαστε να πουμε καλημερα όταν ανταμωνουμε Σόμπορο (29.01.17, 08:51)(08:01) 8
Βλ λαθος στην παραδοση Σόμπορο (25.12.16, 19:42)(19:12) 14
Βλ Βρε παιδιά η δωρεα του παραδωσιακων μουσικων οργανων του Χρισ Χάλαρη στο Αδάμ τι γίνεται? την κλεισαμε στο σχολειο και εκει βαλτωνει Σόμπορο (25.12.16, 14:06)(14:12) 13
Βλ Εσεις που γραφατε που χαθηκατε ,η σελιδα νομιζω ότι πατωνει και αυτο ειναι κακο μια σελιδα που θα ζηλευαν μεγαλες πολεις Σόμπορο (25.12.16, 13:30)(13:12) 12
Βλ Χρονια πολλά Αδάμ όπου και αν βρισκεσαι στην πατριδα ή στα περατα του κόσμου και καλή χρονια να εχουμε με υγεία και ειρήνη Σόμπορο (25.12.16, 13:28)(13:12) 11
Βλ Αντε εμεις γενικως πεινάμε μα εσεις εκτος Ελλάδος δεν πεινάτε και δεν μπαίνετε να μας πειτε πως τα περνάτε Σόμπορο (20.09.16, 17:26)(18:12) 12
Βλ πάει και αυτή η σελιδα την επιασε και αυτή η οικονομικη κρίση Ντροπη μας Σόμπορο (20.09.16, 17:22)(18:12) 7
Βλ αντε βρε κουνηθειτε ,ετσι θα πάρουμε την Πόλη? Σόμπορο (26.07.16, 23:07)(23:07) 11
You are not allowed to use shoutbox.