ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Τα μασάλια

Στο χώρο αυτό θα συναντήσετε διάφορα μασάλια που κυκλοφορούσαν ή και κυκλοφορούν ακόμα από στόμα σε στόμα.

Ας βοηθήσουμε όλοι στον εμπλουτισμό της στήλης...


 

Ο παπούς Τσέκος και τα ξύλα


Μια φορά, ο παπούς ο Άγγελος ο Τσέκος είχε πάει λεει, γέρος πια, στο βουνό, κι έκοψε ξύλα, για το τζάκι του. Τα φόρτωσε λοιπόν στο γαϊδουράκι του και τα κατέβαζε στο χωριό ξένοιαστος. Ούτε καν ήξερε ότι ήταν παράνομο, κι εξάλλου αυτός από παρανομίες άλλο τίποτα. Έπεσε λοιπόν πάνω στο δασοφύλακα, που του την είχε στημένη. Τον σταμάτησε ο δασοφύλακας σοβαρός-σοβαρός, μη γνωρίζοντας με ποιόν είχε να κάνει και ακολούθησε ο εξής διάλογος:

tsekos-Γιατί παππού το κάνεις αυτό; Δεν ξέρεις ότι απαγορεύεται;
Κι εκείνος απορημένος τάχα απάντησε:
-Τι έκαμα βρε πιδί μ; 
-Παππού έκοψες παράνομα ξύλα από το δάσος .
-Οχ βρε πιδί μ, ιγώ τα ξύλα τα 'κουψα απ τ αμπέλι μ, γιατί είχαν τρανιέψ κι κάθουνταν απάν τα πλούδια κι μι έτρουαν τα σταφύλια....
-Παππού, άστα αυτά. Έκανες παράνομη ξύλευση και θα σε γράψω. Θα σου κάνω μήνυση.
-Μη βρε πιδί μ, μη μι βάειζ σι τέτνοι μπιλιάδις.
-Παππού πες μου πως λέγεσαι κι από που είσαι.
-Μη βρε πιδί μ σι λιέου, μη μι κάνς μήνυσ.
-Δεν μπορώ παππού, θα σου κάνω μήνυση. Το καθήκον βλέπεις...
Ο Τσέκος λοιπόν το πήρε απόφαση πως δεν την γλίτωνε την μήνυση. Έδωσε τα στοιχεία του και μετά κτύπησε ελαφρά το γαϊδουράκι για να φύγει. Δεν έκανε όμως πάνω από δέκα βήματα, όταν του κατέβηκε η φαεινή ιδέα. Σταμάτησε το γαϊδουράκι και γύρισε νταϊλίδικα κατά τον δασοφύλακα, παρά τα ογδόντα χρόνια του  και το 1,5μ ύψος του  και είπε:
-Ει, πού είσι ρε, να μι κάνς ρε μήνυσ. Να μι κάνς, αλλά να ξιέρς ρε, ώσπου να έρτουν οι κλήσεις, ώσπου να γίν ν τα δικαστήρια, άγγιλοι θα πάρουν τν ψχύ μ κι συ θα πάρς του πουλί μ ρε.
Και προχώρησε και έφυγε ατάραχος, αφήνοντας τον δασοφύλακα να γελάει πίσω του.

Από τις ΄ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ΄ του Θαν. Στεφ.Παπαοικονόμου


 

 

Η θεια Φιλομένη και τα κάστανα..


Η δουλειά στα καπνά ήταν πολύ δύσκολη, ή καλύτερα θα έλεγα πολύ κουραστική. Τα μέσα που υπάρχουν σήμερα δεν υπήρχαν. Όσο για μηχανήματα, τρακτέρ, σπαρτικές μηχανές ή ραπτικές του καπνού μηχανές, ούτε που φανταζόμασταν ότι μπορεί να υπάρξουν. Άλλωστε, αφού δεν είχαμε και ηλεκτρικό ρεύμα στο χωριό. Η δουλειά λοιπόν του καπνού άρχιζε από τότε που γίνονταν τα φυτώρια ή "χασλαμάδες" όπως τα λέγαμε. Το καθημερινό σχεδόν πότισμα ήταν απαραίτητο και φυσικά νερό δεν υπήρχε στο χωράφι που σπέρνονταν οι χασλαμάδες.
Το νερό για το πότισμά τους, το παίρναμε από τις τρεις-τέσσερις βρύσες που υπήρχαν στο χωριό και στις οποίες έφθανε το νερό της Αγίας Παρασκευής. Από αυτές παίρναμε νερό για να πίνουμε, γεμίζοντας κάτι τεράστιες πήλινες στάμνες, που διέθεταν όλα τα σπίτια. Θυμάμαι κυρίως το πρόβλημα, που υπήρχε τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες, που κάναμε ουρές περιμένοντας να έλθει η σειρά μας, να πάρουμε νερό για πόση, για πότισμα λουλουδιών στα σπίτια, καθώς και για πότισμα των καπνών και των χασλαμάδων.
Το κουβάλημα του νερού για τις ανάγκες του σπιτιού ήταν κυρίως μέλημα των παιδιών. Σε παλιότερες εποχές στο χωριό υπήρχαν πολλές βρύσες. Μία θυμάμαι υπήρχε μπροστά στο σπίτι του Φόλα, μία άλλη στο σπίτι του μπάρμπα-Μήτρη του Γκουλούσιου, μία στον Πιπερά, μπροστά στο σπίτι του μπάρμπα Γιώργου του Χατζούδη και τέλος υπήρχαν και οι άλλες δύο, που σώθηκαν μέχρι τα τελευταία χρόνια, η μια δηλαδή μπροστά στο σπίτι του Κανάκη και η άλλη κάτω από το παλιό σχολείο. Ίσως βέβαια παλιότερα να υπήρχαν κι άλλες βρύσες, που δεν τις θυμάμαι εγώ.
Όλες αυτές οι βρύσες έπαιρναν το νερό τους από την Αγία Παρασκευή και από την Δέση, που πιθανά τα νερά τους να προέρχονταν από την ίδια πηγή. Ένα μάτι παρατηρητικό και σήμερα ακόμη, μπορεί να διακρίνει, κατεβαίνοντας από την Αγία Παρασκευή, πήλινους σωλήνες, που αποτελούσαν κάποτε μέρη του αγωγού, που έφερνε το νερό στο χωριό.
Για να ποτίζουμε λοιπόν τους χασλαμάδες, πηγαίναμε στις βρύσες με το κάρο, πάνω στο οποίο τοποθετούσαμε δυο βαρέλια, και κουβά-κουβά γεμίζαμε τα βαρέλια με νερό, που το μεταφέραμε στην συνέχεια στον χασλαμότοπο.
Αργότερα μόλις ξεφύτρωνε λιγάκι το φυτό, άρχιζε άλλος μπελάς. Το ξεβοτάνισμα. Βλέπεις πότισε-πότισε, δεν φύτρωνε μόνο το φυτό που θέλαμε αλλά κι όλων των ειδών τα ζιζάνια, αγριάδα, τσουκνίδες, μολόχες, τρέβλες, λαμπουδιές, που έπρεπε να αφαιρεθούν για να μπορέσει να μεγαλώσει γρήγορα ο χασλαμάς.
Όλη η οικογένεια στο πόδι όλη την μέρα. Και τα βράδια σαν σκοτείνιαζε το χωριό, μαζευόμασταν νωρίς-νωρίς στα σπίτια. Φως στους δρόμους την νύχτα δεν υπήρχε. Τα σπίτια μοναχά και τα καφενεία φωτίζονταν με γκαζόλαμπες. Τηλεόραση, ραδιόφωνα, δεν είχαμε ακόμα στα σπίτια. Βλέπεις ήθελαν κι αυτά ρεύμα ηλεκτρικό. Μαζευόμασταν λοιπόν και άλλοτε κάτω απ την γκαζόλαμπα διαβάζαμε κι άλλοτε πάλι καθόμασταν στην γωνιά όπως την λέγαμε, δηλαδή γύρω-γύρω απ το τζάκι, και ακούγαμε ιστορίες από τους μεγαλύτερους, ενώ απάνω στην πυροστιά, η κατσαρόλα με το φαί έβραζε. Άλλοτε, πετάγαμε μερικά κάστανα πάνω στο τρυπητό και τα αφήναμε πάνω στα κάρβουνα για να ψηθούν. Τα κάστανα στο χωριό έφερνε συνήθως ένας αδύνατος και μικροκαμωμένος παππούς από τα Ραβνά, που γυρνούσε στο χωριό με το άλογό του διαλαλώντας το προϊόν του:
-Κάσσσσστανα καλά, κάσσσσστανα.
Μια φορά  θυμάμαι, με το που ακούστηκε να φωνάζει ο παππούς για τα κάστανά του, πετάχτηκε έξω στο δρόμο η μακαρίτισσα η θεια Φιλομένη η Κουτουλάδινα και του είπε:
-Πόσου αρέ  Ραβνιώτ τα έχς τα κάστανα;
Κι εκείνος της είπε:
-Μια ουκά καλαμπόκ, δυο ουκάδες κάστανα κυρά μ.
Κι εκείνη αφού τον κοίταξε καχύποπτα από πάνω μέχρι κάτω, ώσπου να σκεφθεί αν την συνέφερε ή πήγαινε να την γελάσει, αποφάσισε και του είπε:
-Μπρε…Πως σ αρέζ! Άμα θες δυο ουκάδες καλαμπόκ, μια ουκά κάστανα!
Κι έμεινε  ευχαριστημένη γιατί τον κορόιδεψε τον Ραβνιώτη. Έτσι νόμιζε.

Από τις΄΄ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΄΄ του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου…


 

Σπάταλες γυναίκες - κρα ρα

Σαν μπακάλικα τιις δεκαετίες 1950 και 1960, λειτουργούσαν  στο χωριό, τα μαγαζιά του Γιώργη Βλάχου, του Κώστα Βλάχου, ή ‘’παλικάρι’’ όπως τον έλεγαν, του Άγγελου Τιάγκου, του Θανάση Παπατκούδη, του Χρήστου Τσιαράπα και το ψιλικατζίδικο του Στέφανου Καραβασίλη, που παράλληλα λειτουργούσε και σαν ταβερνείο, φιλοξενώντας κάθε βράδυ όλους τους μερακλήδες του κρασιού και του ρακιού, που είχε το χωριό. Εκεί θυμάμαι ότι πρωτοάκουσα το τραγούδι ''φέρτε μια κούπα με κρασί'' καθώς και το ''αδελφέ μου καραγκιόζο γιατί δεν φοράς βρακί, δεν μ’ αφήνουν οι ταβέρνες και το καθαρό κρασί''. 

Το ταβερνείο σέρβιρε και βερεσέ, με το τιφτιρούδ δηλαδή. Λένε δε, ότι ο Καραβασίλης έγραφε τα κρασιά στο τεφτέρι ως ''κρα'' τα δε ρακιά ως ''ρα''. Μια φορά λοιπόν, που πήγε να τον εξοφλήσει ο μπάρμπα Άγ. Δελιγκάς και επί ώρες διάβαζαν στα τεφτέρια τους όλο ρα και κρα, ξαφνικά ο Καραβασίλης διάβασε την λέξη  ''βε'', πράγμα, που δεν το είχε γραμμένο ο Δελιγκάς, που αμέσως αντέδρασε λέγοντας:
-Τι είνι ρε του ‘’βε’’;
κι ο Καραβασίλης του είπε:
-Έλα μουρέ η κυρά Λιέν, μια βιλόνα πήρι!
Κι ο Δελιγκάς συμπλήρωσε:
-Σπάταλ' γναίκα, γαμώτου…….
Ήταν σπάταλη δηλαδή η κυρά Λένη, γιατί αγόρασε μια βελόνα για το σπίτι κι όχι ο ίδιος, που είχε πιει ένα τεφτέρι ''ρα'' και ''κρα''! Για γέλια …..

 


 

Ο παπους Τσέκος και η καμπάνα

-Α ρε μπαρμπ-Άγγελε, τίποτα δεν φοβόσουνα! Είπα κάποτε στον παπού τον Τσέκο, που μου διηγιόταν ιιστορίες με κατορθώματά του. 
Κι εκείνος μου είπε τότε μια ιστορία για να μου αποδείξει ότι κανένας δεν είναι ατρόμητος:
-Έι, άκου να σι πω. Μια φουρά, όντας πέθανι η Ντιλιγκάς, τ Νιέστουρ η μπαμπάς, πήγα κι ιγώ να τουν ανάψου κιρούδ. Ήταν βράδ κι η κόσμους δεν του είχι μάθ ακόμα, γιατί δεν βρέθκι άντρας να πάει να σμάν τ καμπάνα. Μι παρακάλισαν, του λοιπόν, οι γναίκις να πάου να τν σμάνου ιγώ. Ιγώ δεν είχα πατήσ καμιά φουρά στν ανγκλησιά κι ούτι ήξερα,  πού ήταν του σκνί τς καμπάνας. Φουβούμαν κι όλας να πάου γιατί μ είχαν πει, ότι τν νύχτα άστραφταν τα κόκαλα απ τς πιθαμέν κι ότι του βράδ σκώνταν οι πιθαμέν κι γυρνούσαν ικεί γύρου. Τι να κάμου όμους, ντρέπουμαν να πω τς αγνιαίκις ότ φουβούμαν. Σκώθκα κι πήγα σιαπάν στ Μπουλατά του καφινέ κι πήγα κι είπα στου Φώτη του Γκιζέλ:
-Σήκου ρε να πάμι να βαρέσουμι τν καμπάνα, πέθανι η Ντιλινγκάς!
Ικείνους όμους έπαιζι ξιρή κι μ είπι:
-Τράβα μουναχός, του σκνί είνι στ κουλώνα στουν νάρθκα.
Σάμαντι ήξιρα ιγώ,  που ήταν η νάρθκας κι που ήταν η κουλώνα τ. Ύστιρα γύριψα απ του Θιουλόγου τουν Μπουρδουλόγου, έτσι έλεγε τον παππού Θεολόγη Δελιγκά, να έρτ να πάμι να σμάνουμι τ καμπάνα, μα κι αυτός μι είπι τα ίδια. Σκώθκα κι ιγώ, χισμένους απ του φόβου μ, να πάου μοναχός ζουμ να τ σμάνου. Κι είχι μια σκοτίδα.... Πίσσα. Δεν κοίταζις τ μύτη σ. Πήγα του λοιπόν, στα σκοτνά κι πασπάτεψα σι μια κουλώνα να βρώ του σκνι. Του βρήκα, μα ήταν ψηλά σκαλουμένου στου καρφούδ, κι μπήδσα για να του φτάσου, μα μόλις του έπιασα κι γύρσα  για να σμάνου, κτάζου μπρουστά μ δυο ίσκ και τέσσιρα χέρια σκουμένα. Χέσκα απ του φόβου μ. Ποιος διάλους πιθαμένους ξύπνισι, είπα μι του νου μ. Η ένας κατέβασι τα χέρια τ' κι μ' άρπαξι του χερ', που κρατούσι του σκνί. Φουβήθκα πουλύ. Τραβάου το χέρι μ να  ξιφύγου κι τουν λιέου:
-Άφκι μι ρε...
Όμους ικείνους μ έσφιγγι πιο πουλύ, κι δεν έκρινι. Τραβάου 'κόμα μια γερή κι τουν ξιφεύγου μι του σκνί στου χερ'. Κι είχι έναν κουμπαρίκου σιακάτ-σιακάτ, σαν γρουθιά ήταν. Του σκώνου κι ιγώ σιαπάν κι τουν κουπανώ μια μι του κουμπαρίκου στου κεφάλ, που ήταν ούλ’ θκί τ.
-Ώχ..
φώναξι απ' τουν πόνο. Κι ιγώ μόν τότι κατάλαβα ότι δέν ήταν πιθαμέν κι τς είπα:
-Ζουντανοί είστι; Θα σας γαμήσου τ μανούδα θα σας γαμήσου!..
Κι τσ πλάκουσα  μι τουν κόμπου κι δεν ήξιραν απου που να φιύγουν...κι οι δυο τς, κι η Φώτης η Γλιζέλς κι η Μπουρδουλόγους η Θιουλόης..
Μέρες γελούσα όταν το θυμόμουνα το πάθημά του. Ο Τσέκος ο ατρόμητος, φοβόταν τους ίσκιους των πεθαμένων! Όποτε τον έβλεπα τα τελευταία χρόνια όλο και κάτι καινούριο είχε να μου πει. Πάντα δε όταν του έλεγα ποιος είμαι, μου έλεγε, σε άπταιστη καθαρεύουσα:
-Έλα, να μου εξετάσεις τους οδόντας μου.
Δόντια φυσικά δεν είχε από τότε, που ήταν σαράντα χρονών και έτρωγε μόνο με τα ούλα, που είχαν σκληρύνει και είχαν γίνει σαν δόντια, αλλά κουβέντα να γίνεται!!!!!!!!!!!

 

Από τις ΄΄ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ΄΄του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου

 


 

Ο μπαρμπα Χαρίσης και το φίλεμα

Ένας από τους τσοπάνους που είχαν βοσκήσει το κοπάδι με τα γίδια του χωριού ήταν ο μπάρμπα-Χαρίσης ο Τιάγκος. Λεβέντης και γλεντζές, αλλά πάνω απ όλα πολυφαγάς. Έκανε λοιπόν την σύμβασή του με τους χωριανούς. Τα γίδια, θα τα πήγαινε κάθε νοικοκύρης κάθε πρωί ως τις 07.30 στο λάκκο μπροστά στην εκκλησία και θα τα έπαιρνε από κει το ηλιοβασίλεμα, αν και τα περισσότερα γίδια ήξεραν το σπίτι τους και πήγαιναν μόνα τους. Για κάθε κατσίκι που έβοσκε, η οικογένεια πλήρωνε κάποιους τενεκέδες σιτάρι. Επίσης η κάθε οικογένεια, όταν έρχονταν η σειρά της, για κάθε κατσίκι "τρουβάδιαζε" και φίλευε μία μέρα τον Χαρίση. Δηλαδή το πρωί περνούσε ο μπάρμπα-Χαρίσης και έπαιρνε έναν τρουβά γεμάτο φαγητό, ψωμί, τυρί ελιές, τσιγαρίδια όταν ήταν ο καιρός τους, παστό κρέας κι ότι ήθελε το αφεντικό και το βράδυ, αφού κατσίκια και άνθρωποι συμμαζεύονταν στα σπίτια, ο μπάρμπα Χαρίσης παρουσιάζονταν στο σπίτι που τον είχε "τρουβαδιάσει" το πρωί, για το βραδινό φίλεμα. Ήταν βλέπεις όρος του συμβολαίου του. Κάθε οικογένεια το βράδυ, που φίλευε τον τσοπάνο φρόντιζε να έχει το καλύτερό της φαγητό. Κι επειδή, καλό φαγητό τα χρόνια εκείνα σήμαινε φασουλάδα, ο μπάρμπα Χαρίσης έτρωγε κάθε βράδυ φασουλάδα! Είχε φαρδύνει το άντερό του, λέγαμε, από τα αέρια και έτρωγε πολύ.
Ένα βράδυ λέγεται, ότι πήγε σε ένα σπίτι, ως συνήθως για το συμβατικό "φίλεμα". Έφαγε λοιπόν το πρώτο πιάτο ο μπάρμπα Χαρίσης, και επειδή ήταν γνωστό ότι δεν χόρτασε, η νοικοκυρά χωρίς καν να τον ρωτήσει, του ξαναγέμισε το πιάτο με φασόλια. Αυτός όμως δεν άργησε να τελειώσει και το δεύτερο πιάτο. Τότε η νοικοκυρά, κοιτώντας μια τον άντρα της και μια το μπάρμπα-Χαρίση, ρώτησε δειλά-δειλά:
-Θες κι άλλου, Χαρίσ;
Κι εκείνος, φυσικά δέχτηκε. Η θεια Μουσκιανή γέμισε για τρίτη φορά το πιάτο του Χαρίση, μα μόλις ξανάκατσε, στο τραπέζι, δέχτηκε μία κλωτσιά από τον άντρα της, στα κρυφά. Ύστερα εκείνος με τρόπο την πλησίασε και σιγά, για να μην ακούσει ο μπάρμπα Χαρίσης, της είπε στο αφτί:
-Δόστουν μαρί, κι κανα καρτούδ νιρό να πιει να σκάσ, μας έφαη ούλην τ φασουλάδα!
Ο Χαρίσης όμως το άκουσε και δεν μίλησε. Κι όταν με το καλό τέλειωσε και το τρίτο πιάτο η θεια Μουσκιανή πρόσχαρη-πρόσχαρη του έκανε την πρόταση:
-Χαρίσ, θες νιρό;
Κι εκείνος κρυφογελώντας της είπε:
-Φέρι μαρί Μουσκιανή κι ένα καρτούδ νιρό να πιω.....
Σηκώθηκε εκείνη από το τραπέζι και του γέμισε, από την στάμνα που ήταν στην γωνιά του δωματίου, ένα καρτούδ (ένα μεγάλο αλουμινένιο δοχείο, που το είχαμε για να πίνουμε νερό). Ο Χαρίσης πήρε το "καρτούδ", κι αφού το σήκωσε και το ήπιε με μια, κι αφού ρεύτηκε κανα δυο φορές κι αφού ευχαριστημένος έκανε κανα δυο φορές, αααααααα., αααααααα, είπε:
-Μαρί Μουσκιανή. Μαρί, δε μι του ξαναγιουμώειζ του πιάτου; Θαρρώ μαρί, μι τα ξιέπλινι του νιρό;
Και τα αφεντικά έμειναν άναυδα.
Αυτός ήταν ο Μπάρμπα Χαρίσης. Ένας απ’ τους πιο ωραίους τύπους, που είχε το χωριό.

Από τις "ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ" του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου

 

 

 

 


Οι   Χαψιές και το Γάλα.

Ο μπάρμπα Βαγγέλης ο Καραβασίλης , είχε μεγάλο κοπάδι με πρόβατα, για το οποίο πάντα είχε στην δούλεψή του κάποιον τσομπάνο.  Τά  χρόνια εκείνα, η νοικοκυρά του κάθε  σπιτιού που διατηρούσε κοπάδι με ζώα, εκτός από το μαγείρεμα που έκανε για την οικογένεια, είχε και την υποχρέωση να ζυμώσει και να ψήσει και το ψωμί για τα σκυλιά, καθώς  και να τρουβαδιάσει και τον τσομπάνο. Να στείλει δηλαδή έναν τρουβά (σάκο),φαγητό στον τσομπάνο για να έχει φαγητό  για την μέρα του.. Για πολύ διάστημα ο φουκαράς ο τσομπάνος την περνούσε με τα ξεροκόμματα του ψωμιού, που περίσσευαν στο σπίτι. Μια μέρα λοιπόν, που ο παππούς δεν παρουσιάστηκε το πρωί να φέρει φαγητό στον τσομπανάκο, ο φουκαράς λύσσαξε όλη μέρα από την πείνα. Όταν νύχτωσε λοιπόν, άρμεξε μερικές προβατίνες, γέμισε έναν ΄΄αρμιγά΄΄ γάλα, άναψε φωτιά και το έβρασε, έτριψε μέσα και τα ξεροκόμματα του ψωμιού που είχαν περισσέψει από τις προηγούμενες μέρες και στρώθηκε να φάει την παπάρα του, όταν ξαφνικά μέσα από το σκοτάδι, έμφανίστηκε ο παππούς ο Βαγγέλης.  Βλέποντάς τον ο παππούς να έχει έναν ολόκληρο ΄΄αρμιγά΄΄ γάλα βρασμένο, θεώρησε ότι του έκανε μεγάλη ζημιά και  του είπε αγανακτισμένος:

-Καλά ρε αφουρισμένι, ούλου αυτό του γάλα, ισύ θα του πιείς;

Κι ο τσομπανάκος, τρομαγμένος, που το αφεντικό τον έπιασε να του κλέβει το γάλα, είπε με αφέλεια, δικαιολογούμενος:

-Άλλου ιγώ, άλλου οι χαψιές ( τα κομμάτια ψωμιού, που είχε ρίξει μέσα στο γάλα), θα του πιούμι μπάρμπα!!!!!!!!                                                                                                                                                           
Θανάσης  Στεφάνου Παπαοικονόμου


 

Καπνοπαραγωγοί και κάπνισμα

Το Υπουργείο, έδινε  στους καπνοπαραγωγούς, τα παλιά χρόνια, ειδική άδεια για να μπορούν να καπνίζουν από το δικό τους καπνό. Για αυτό το λόγο τους τροφοδοτούσε, έναντι μικρού ποσού, με  τσιγαρόχαρτα, που χρειάζονταν για να στρίβουν τα τσιγάρα τους. Τα τσιγαρόχαρτα ήταν για προσωπική και μόνο χρήση. Η πώληση των τσιγαρόχαρτων και καπνού από τους παραγωγούς απ ευθείας σε καπνιστές, διώκονταν αυστηρά από την εφορία.

Επειδή όμως, πενία τέχνας κατεργάζεται, πολλοί από αυτούς έβγαζαν άδεια καπνιστού, έπαιρναν και τα τσιγαρόχαρτα και τα εμπορεύονταν μαζί με καπνό που το ψιλόκοβαν, απ ευθείας σε καπνιστές, πετυχαίνοντας έτσι μια μικρή ενίσχυση του φτωχού τους εισοδήματος. Κάποιοι για το παράνομο εμπόριο καπνού και τσιγαρόχαρτων έφθαναν μέχρι το Χορτιάτη και την Καψίδα, την σημερινή Πυλαία. Πάντα βέβαια είχαν τον φόβο να μην συλληφθούν από εφοριακούς γιατί ήταν μεγάλη παρανομία και τιμωρούνταν με φυλάκιση. Μου έχουν πει μάλιστα, πως υπήρχαν άλλοι πιο αετονύχηδες, που παριστάνοντας τους εφοριακούς τους έπιαναν και τους έπαιρναν το εμπόρευμα και μετά τους έκαναν, τάχα και την χάρη και τους άφηναν ελεύθερους κι αυτοί έμειναν  κι ευχαριστημένοι, που γλίτωσαν την φυλακή.

Μια φορά, ήρθαν στο χωριό εφοριακοί, συστημένοι για να πιάσουν τον μπάρμπα Χαρίση τον Τιάγκο, που το έκανε το παράνομο εμπόριο καπνού. Μόλις μπήκαν λοιπόν στο χωριό, σταμάτησαν στην κάτω πλατεία και ρώτησαν σαν ξένοι που ήταν, πού θα εύρισκαν τον κύριο Χαρίση Τιάγκο. Κατά κακή τους όμως τύχη, ρώτησαν τον ίδιο τον ΄μπαρμπα Χαρίση, που οι άνθρωποι δεν τον γνώριζαν προσωπικά. Ο Χαρίσης εκείνη την ώρα πήγαινε στο σπίτι του, που ήταν εκεί δίπλα. Τους έκοψε λοιπόν από πάνω μέχρι κάτω και κατάλαβε αμέσως ποιοι ήταν και τι τον ήθελαν κι έκανε τάχα τον ανήξερο λέγοντας:

-Τιάνγκους; Τιάνγκους; Τιάνγκους; Ποιος βρε πιδί μ είνι αυτός;

Ταυτόχρονα βέβαια οπισθοχωρούσε προς το στενό, πίσω από το καφενείο του Ανέστη και μόλις έφθασε εκεί το έβαλε στα πόδια, αφήνοντας τους εφοριακούς να αναρωτιούνται το γιατί.
Ένας παππούς, μου διηγήθηκε μια ιστορία σχετική με την δίωξη του παράνομου εμπορίου καπνού και τσιγαρόχαρτων. Μπήκαν λέει ξαφνικά στο καφενείο εφοριακοί, κλείδωσαν τις πόρτες και άρχισαν και έψαχναν στις τσέπες των θαμώνων του καφενείου για να βρουν, αν κανείς είχε στην τσέπη του καπνό ή τσιγαρόχαρτα, χωρίς να έχει την προβλεπόμενη άδεια. Ο ίδιος  μου είπε, ότι είχε στην τσέπη του λίγα τσιγαρόχαρτα μόνο, χωρίς άδεια όμως. Από τον φόβο του  μην βρουν απάνω του τα τσιγαρόχαρτα, αναγκάστηκε λέει  και τα έφαγε.
Μια άλλη φορά πάλι, εφοριακοί για τον ίδιο λόγο, μπουκάρισαν ξαφνικά στο σπίτι του παππού Άγγελου Λάσκαρη, του πατέρα του Βασίλη,του Θανάση και της Αργυρής. Ο μπάρμπα Άγγελος συζητούσε εκείνη τη ώρα με την γυναίκα του, την θεια Μαρία, μέσα στον νουντά τους στον ημιώροφο του σπιτιού. Μπροστά στο ισόγειο του σπιτιού υπήρχε ένα μεγάλο χαγιάτι και εκεί ήταν μια χοντρή ξύλινη η πόρτα, που οδηγούσε στο υπόγειό τους. Τους πήρε λοιπόν χαμπάρι ο μπάρμπα Άγγελος  τους εφοριακούς, σχεδόν μόλις μπήκαν στην αυλή, γιατί ήταν ψυλλιασμένος και περίμενε την έφοδό τους. Σήκωσε λοιπόν το τσλόρχο, που ήταν στρωμένο στο πάτωμα του νουντά και κάλυπτε και την πόρτα μιας γκλαβανής, που οδηγούσε στο υπόγειο, μπήκε στην γκλαβανή κι εξαφανίστηκε στο υπόγειο. Ύστερα η θεια Μαρία ξαναέστρωσε το τσλόρχο σκεπάζοντας επιμελώς και την πόρτα της γκλαβανής και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Όταν ανέβηκαν οι εφοριακοί στον νουντά βρήκαν μόνο την θεια Μαρία, που όταν την ρώτησαν που είναι το αφεντικό, ψύχραιμη τους απάντησε:

-Η Άγγιλους δεν είνι ιδώ. Ούτι ξιέρου που είνι, ούτε κι πότι θα έρθ.
-Δεν πειράζει, θα καθίσουμε να τον περιμένουμε,

Είπε ένας εφοριακός και στρώθηκαν και περίμεναν. Μόνο καφέ, που δεν ζήτησαν.
Σε λίγο επέστρεψε στο σπίτι ο μικρός γιος τους ο Βασίλης, που ήταν ζωηρός και τζαναμπέτης. Η θεια Μαρία φοβήθηκε μην κάνει καμιά γκάφα ο Βασίλης και πει τίποτα, που θα πρόδινε τον πατέρα του. Τον απομόνωσε λοιπόν, τάχα για να του δώσει να φάει και του είπε να είναι προσεκτικός, μην του ξεφύγει καμιά κουβέντα για υπόγειο και γκλαβανή. Ο Βασίλης συμφώνησε βέβαια, μα μια ιδέα του σφηνώθηκε στο μυαλό, που του άρεσε πολύ.
Κατέβηκε λοιπόν στο χαγιάτι και με τρόπο πήγε στην πόρτα του υπογείου και την χτύπησε, σιγά σιγά με τα νύχια του. Ο πατέρας του, τον είδε από τις χαραμάδες της πόρτας και πλησίασε  και σιγά σιγά μη προδοθεί του είπε:

-Φύγι βρε ντιάβουλι, θα μι κάψς. Θα σι πάρουν χαμπάρ κι θα μι πιάσουν.!

Κι ο Βασίλης, που ήξερε ότι είχε το απάνω χέρι, του είπε σιγά σιγά εκβιάζοντάς τον:

-Πατέρα, δόμι  κείνο του  φράγκου που μι χρωστάς, γιατί  θα σι μαρτυρήσου!
-Φύγι βρε, θα στου δώσου ύστιρα…

Κι ο Βασίλης απομακρύνθηκε και ο πατέρας του την γλίτωσε. Έταξε όμως πρώτα. Όμως τι έδωσε στο Βασίλη μετά; Φράγκο ή ξύλο; Ο ευρών  αμoιφθήσεται….

Από τις΄΄ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ΄΄ του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου


 

Η κόκκινην κλουστούδα

Κανένα καιρό οι γυναίκες φορούσαν μακριά φουστάνια και μάλλινα σκφούνια έχοντας στη φτέρνα δεμένη μια κλωστή κόκινη. Όταν πήγαιναν στη βρύση για νερό οι άντρες καθόταν στα γύρω πεζούλια, λιάζονταν και συργιανούσαν.  Οι γυναίκες καθώς έκαναν να σκύψουν να πάρουν νερό φαινόταν η κόκκινη κλωστή και λίγος… αστράγαλος. Οι άντρες βλέποντάς την έλεγαν:
-    Είδις ;…
-    Είδα !…

Από το βιβλίο “Το Αδάμ” (Βασίλειου Α. Ηλιάδου)

 


Η εικόνα της Αγίας Άννας

 

Στα παλιότερα χρόνια  στο χωριό ερχόταν από το Άγιο Όρος η εικόνα της Αγίας Άννας για προσκύνημα, φυσικά πάντα με τη συνοδεία ενός καλόγερου.

Στα χρόνια του εμφυλίου αφού ήρθε η εικόνα στο χωριό και την προσκύνησαν όλοι ήρθε όπως συνηθιζόταν και η σειρά των Πετροκέρασων. Επειδή όμως όλοι ζούσαν με το φόβο των ανταρτών φοβόντουσαν να συνοδέψουν τον καλόγερο στα Πετροκέρασα. Αφού είδαν κι απόειδαν σκέφτηκαν να στείλουν συνοδεία, ποιόν άλλον, τον Άγγελο τον Τσέκο, που δε λογάριαζε και πολλά, πολλά!

Ο καλόγερος και ο μπάρμπα  Τσέκος παίρνουν λοιπόν το δρόμο για τα Πετροκέρασα με τα γαϊδούρια και την εικόνα της Αγίας Άννας. Στο δρόμο πριν φτάσουν ο καιρός άρχισε να χαλάει. Λέει ο καλόγερος στον μπάρμπα Τσέκο:

-κύριε Άγγελε να κάνουμε πιο γρήγορα γιατί ο καιρός χαλάει και θα βρέξει την εικόνα και εμάς;

Ο μπάρμπα Τσέκος βαράει τα γαϊδούρια και αρχίζουν να τρέχουν. Μόλις φτάνουν στα Πετροκέρασα και μπαίνουν στο πρώτο σπίτι αρχίζει μια δυνατή βροχή. Λέει ο καλόγερος στον μπάρμπα Τσέκο:

- είδες κύριε Άγγελε που η θεία χάρη της εικόνας μας προστάτευσε και δεν μας πρόλαβε η βροχή στο δρόμο;

και απαντάει ο μπάρμπα Τσέκος:

- αχ παπα μ’  ας  μι πλαλούσαν τα γαδούρια κι θα σι ‘λιγα ιγώ!


 

Ο μπαρμπα Βασίλης και το...αντριλίκι του...

Ο μπάρμπα –Βασίλης, ήταν φημισμένος στο χωριό, για  το μεγάλο του …..αντριλίκι… Ακούγονταν διάφορα σχόλια  για το θέμα. Λέγεται μάλιστα, ότι όταν πέθανε και ενώ οι γυναίκες του χωριού μαυροφορεμένες τον έκλαιγαν γύρω από το φέρετρό του, παρουσιάστηκε ο γνωστός μας καλαμπουρτζής ο  μπάρμπα-Άγγελος Τσέκος, που  αφού άναψε το κεράκι του, πλησίασε συγκινημένος να χαιρετήσει (νεκροφιλήσει) τον φίλο του Βασίλη. Εκεί όμως μέσα στους λυγμούς του, του ξέφυγε η κουβέντα :

<<Άχ Βασίλη μ , δεν κλιαίου  τίποτας  άλλου, μον τ(η)  που……ρίκα  σ(ου)   π(ου)  θα πάει χαμέν(η)..>> .

Πετάχτηκαν τότε οι γυναίκες και τον έδιωξαν κακήν κακώς από τον χώρο…

Μια μέρα λοιπόν,  που  μια παρέα παιδιών έπαιζε μπροστά στο σπίτι του μπάρμπα –Βασίλη (όταν αυτός ήταν νέος ακόμη), λέγεται ότι βγήκε η γυναίκα του και μάλωνε τα παιδιά, να μην κάνουν φασαρία.

Όταν είδε μάλιστα  έναν πιτσιρικά να έχει στο στόμα του και να φουσκώνει σαν φούσκα ένα χρησιμοποιημένο…… STOP , που είχε βρει κάπου εκεί κοντά πεταμένο, τον μάλωσε  και ακολούθησε ο διάλογος μεταξύ τους:

-Τι μπρέ βρώμ(ι)κου πράμα είνι αυτό ,απου βά(ζ)εις στου στόμα σ(ου) ;

Κι ο μικρός, που ήταν μαγκάκι της απάντησε:

-Να θεια , αυτό του  βάζουν τα πιντιά  στου  πλούδι τ (ου)ς, για να μην γκαστρώντι τα κουρτσούδια!!!!

Κι η θεια μονολογώντας είπε :

- Έ ε ε!!!!..     H θκόζουμ η Βασίλς ,σκφούν θα θέλ γι αυτήν την δλειά!!!!!!!  Κι έφυγε γελώντας……

Θανάσης Στεφ. Παπαοικονόμου.

Σημείωση: Για τους νεώτερους, που δεν γνωρίζουν, Σκ(ου)φούν(ι), είναι  η χοντρή μάλλινη  κάλτσα, που έφτανε σχεδόν μέχρι το γόνατο, και που την έπλεκαν οι γυναίκες παλιά….

 

 


Ο  ΜΠΑΡΜΠΑ  ΑΡΓΥΡΟΣ  ΚΑΙ  Ο  ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

 

Ο μπάρμπα  Αργυρός ήταν ο πιο πλούσιος άνθρωπος του χωριού. Κτήματα αμέτρητα. Εργαζόμενοι στην δούλεψή του πολλοί, γιατί αλλιώς δεν  κουμαντέρνονταν τόσα κτήματα. Ένας μικρός ‘’τσιφλικάς’’ περίπου  δηλαδή. Παρ όλα ταύτα όμως αυτός  ήταν από τους πρώτους και πιο φανατικούς της θεωρίας του  ‘’ ίσιου ‘’, στο χωριό μας. Αριστερός ως το κόκαλο και σαν τέτοιος δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα για θρησκείες, Θεούς, Χριστούς και Παναγίες .Τα χρόνια όμως πέρασαν και τον πλάκωσαν κάποτε τα γεράματα, που ποτέ δεν έρχονται μόνα τους. Ήρθαν οι αρρώστιες και  το διαφέντεμα της περιουσίας του πέρασε σιγά -σιγά στο γιο του και στον γαμπρό του. Κι ο Αργυρός άρχισε πια να παλεύει με τους εχθρούς του  ‘’ίσιου’’ και με τις αρρώστιες του.

Κάποτε τον πλάκωσε το   σάκχαρο, αρρώστια χρόνια και βασανιστική.  Η αρρώστια τον έφθασε  ανάπηρο στο κρεβάτι,  με  κομμένα τα πόδια του και παντελώς ανήμπορο. Συμπαραστάτης στο από κει και πέρα αγώνα του η  γριά γυναίκα του.  Η γιαγιά όμως, που θεωρούσε αμαρτία τις απόψεις του παππού Αργυρού για την θρησκεία, κάθε τόσο τον τσιγκλούσε παρακαλώντας τον να δεχτεί, να έρθει ο παπάς στο σπίτι για να τον κοινωνήσει για να τον βοηθήσει η χάρη και να γίνει καλά. Κάθε τόσο λοιπόν του έλεγε:

- Μ άιντι μπρε Αργυρέ. Να πώ τουν παπά να έρτ να σι κοινωνήσ, να σι βουθήσ η Παναγούδα  να γένς  καλά!!!!!!

Κι εκείνος , νευριασμένος την μάλωνε λέγοντάς της    :

-Φεύγα σια πέρα….Παπάδις κι ντιαβόλ  δεν θέλου γω μές στου σπίτι μ.

Κάποτε όμως με τον καιρό, τα πράγματα δυσκόλεψαν περισσότερο. Η αρρώστια προχώρησε κι ο παππούς Αργυρός μισο-έπεσε σε κώμα πια. Η γιαγιά  πανικόβλητη μήπως  ο παππούς πάει ‘’ακοινώνητος ‘’,πήγε και παρακάλεσε τον παπά να έρθει να τον κοινωνήσει. Ο παπάς όμως, γνωρίζοντας τις απόψεις του Αργυρού περί θρησκείας προέβαλε κάποιες αντιρρήσεις:

-Δεν μπορώ, της έλεγε, να το κάνω αν δεν εξομολογηθεί και μετανοήσει.

Είδε, όμως, και παραείδε κι αυτός και κάποτε υπέκυψε στα παρακάλια της γιαγιάς.  Ένα βράδυ λοιπόν, πήρε  το Άγιο Δισκοπότηρο και σε λίγο ήταν στο σπίτι του Αργυρού, που είχε πέσει σχεδόν ολοκληρωτικά σε κώμα. Είπε στην γιαγια ότι θα τον κοινωνούσε, μα ζήτησε την βοήθειά της , μην τυχόν ο Αργυρός σηκωθεί και του πετάξει την κοινωνία κάτω. Είναι μεγάλη αμαρτία της είπε.

Η γιαγιά προχώρησε σιγά –σιγά, έσκυψε πάνω στο προσκεφάλι του μπάρμπα Αργυρού και μην πιστεύοντας καν, ότι ο Αργυρός την άκουγε, του είπε:

-Μ άιντι,μπρέ Αργυρέ  μ , έφιρα τουν παπά να σι κοινουνήσ  καλούτσκα, να σι βοηθήσ  η παναγούδα, να πάμι  μ α ζ ύ  στου παράδεισου!!!!

Κι ο Αργυρός, πετάχτηκε αγριεμένος  και της είπε:

- Μπρέεεε!!! Άι παράτα μι. Ιγώ σι βαρέθκα ιδώ πέρα, θα έρθς να μι κυνηγάς κι στουν Παράδεισου!!!!!!

Θανάσης  Στεφ. Παπαοικονόμου…


 

Ο μπαρμπα Νικόλας και τα κουφίνια

Πέθανι η  μπάρμπας η Νκόλας κι  η γναικατ' μαζ'ι μι τθυγατέρατ' τουν έκλιγαν όπους γιένιτι ντά'ιμα σι τετοιις ώρις...

<Αααχ! πατέραααμ'  ,τώρα βρήκεις να πιθανς ,πατέραμ' που αγόρασαμι κι κινούργια κουφίνια >

κι η κυράτ' πιτάχκι απού κι που κάνταν δε βαστούσι η πόνους για τα   κλάμματα  τσ'θυγατέρατς...

<α τα πλήσουμι μαρή.>

τρανός η καμός για τουν Νκόλατς,  έρμη νκόλα .

Μαρία Λιναρούδη Παπαζά


 

Ο παπούς Τσέκος και ο γιατρός

 

Όποτε τον έβλεπα τα τελευταία χρόνια όλο και κάτι καινούριο είχε να μου πει. Πάντα δε, όταν του   έλεγα ποιος είμαι, μου έλεγε, σε άπταιστη καθαρεύουσα:

-Έλα, να μου εξετάσεις τους οδόντας μου.

Δόντια φυσικά δεν είχε από τότε, που ήταν σαράντα χρονών και έτρωγε μόνο με τα ούλα, που είχαν σκληρύνει και είχαν γίνει σαν δόντια.

Μια φορά, θα ήταν 2-3 χρόνια πριν πεθάνει, καθώς περνούσα με το γιο μου το Στέφανο, από την γειτονιά τον είδα να κάθεται στην εξώπορτα της αυλής, ανακούκουρδα, κάτω στις πέτρες. Μπροστά του είχε απλωμένα τα σύνεργά του, μπαστούνια, ταμπακέρα, τσακμάκι και ένα πακέτο τσιγάρα "Άσσος", που τα είχε, όπως έλεγε για να κερνάει. Ο ίδιος προτιμούσε το στριφτό. Φορούσε ένα ζευγάρι γυαλιά, που  από την μία μεριά δεν είχαν γυαλί  κι από την άλλη πάνω στο σκελετά το γυαλί κρατιότανε από κάτι κορδέλες, που είχε δέσει. Από την άλλη μεριά της πόρτας κάθονταν η γυναίκα του, η θεια Κατερίνη. Δεν περνούσε από κει άνθρωπος, που να μην ανταλλάξει μαζί του μια δυο πειραχτικές κουβέντες. Έκανα να κινηθώ προς τα κει κι ο γιος μου, που δεν ήθελε να τον πειράζω, μου είπε:

-Μη ρε μπαμπά, μη τον πειράζεις τον παππού!

Δεν φαντάζονταν βλέπεις, πόσο το τραβούσε ο οργανισμός του μπάρμπα Άγγελου το πείραγμα. Πλησίασα λοιπόν και διστακτικά με ακολούθησε και ο Στέφανος. Καλησπέρισα με αλλαγμένη ελαφρά την φωνή και με κάποια σοβαρότητα, για να μη με καταλάβει.  Εκείνος αφού απάντησε με ένα σπέραα κι επειδή δεν έβλεπε με τα γυαλιά του καθόλου, γύρισε προς την γιαγιά και την ρώτησε:

-Ποιος μαρ Κατιρίν είνι;

-Πού να ξιέρου γω; Σάματι κτάζουν τα γκαβά μ.

-Ποιος ρε είσι;

με ρώτησε προσπαθώντας από την φωνή μου να με καταλάβει καθώς του έλεγα:

-Είμαι ένας γιατρός, του Ε.Σ.Υ. και με έστειλαν, με εντολή του Παπανδρέου, να σας εξετάσω. Πριν προλάβω να τελειώσω την φράση μου και στο άκουσμα της λέξης γιατρός πετάχτηκε και είπε σαν συνέχεια:

-Τον κώλο του να τρως....

Ύστερα  ξαναρώτησε την γιαγιά, που στέκονταν χωρίς να μιλάει:

-Ποιος μαρί είνι;

Επειδή όμως εγώ επέμενα πως ήρθα με εντολή του Παπανδρέου να τον εξετάσω, είπε:

-Να τουν πεις να κτάζ τ Μιμίκα τ καλά κι να μας αφίκ ιμάς ήσυχ.

Όμως, σαν να το πίστεψε τελικά και δέχτηκε να τον εξετάσω. Τον έβαλα και σήκωσε τα ρούχα του από την μέση και πάνω και έσκυψε προς τα μπρος. Εγώ, αφού τον ακροάστηκα δήθεν κι αφού τον έβαλα και ανέπνευσε κανα δυο φορές βαθιά κι αφού έβηξε κιόλας του είπα:

-Ωραία, πολύ ωραία, μια χαρά σας βρίσκω.

Και εκείνος, αφού κατέβασε τα ρούχα του, κι αναστέναξε  είπε:

-Αχ, δεν είμι καλά βρε πιδί μ, δεν είμι καλά. Δεν βλιέπου βρε, δεν βλιέπου.... Μον τς καλιές βλιέπου! Ωχ.....

-Μα γιατί κύριε μου, του είπα, μια χαρά σας βρίσκω;

-Εικοστέσσιρα χρόνια πιδί μ, εικοστέσσιρα χρόνια κλιέου! Τόσα χρόνια ιέχου να γα…ήσου.

-Μα γιατί; του είπα εγώ απορημένος τάχα, η κυρία σύζυγός σας δεν είναι;

-Βρε δεν καταλαβαίνς γιατρέ. Δεν μη σκώνιτι βρε πιδί μ, πώς να στου πω;

Εκεί πια με έπιασαν τα γέλια και με κατάλαβε και φώναξε:

-Αχ, π να σι χιέσου του γουνιό σ να σι χιέσου....Κουνουμούδ είσι;

Μετά, καθίσαμε για αρκετή ώρα και μας είπε διάφορα. Είπε και την γιαγιά και  μας κέρασε λουκούμι, κι ύστερα ήρθε και ξανάκατσε στη θέ/pση της. Εγώ την πείραξα για την μεγάλη βράκα μέχρι τα γόνατα, που φορούσε, κι εκείνη γελώντας με αποστόμωσε, λέγοντάς  μου:

-Έι, μη γιλάς! Τ κτάειζ πόσο τρανή είνι η βράκα μ; Τουν κτάειζ κι αυτόν του ντιάβουλου; Μια θριμούδα είνι!  Μα δεν τουν χώρησι βρε πιδί μ τέτοια τρανή βράκα μέσα! Αμ, πώς βρε πιδούδι μ, σας βάζουν σήμιρα τα κουρτσούδια μέσα σι τόσου μκρά βρακούδια, που φουρούν;

Έμεινα σκασμένος από τα γέλια.

Σε ένα ή δυο χρόνια από τότε, το τέλος του 91 ή αρχές του 92 θαρρώ, μέσα στην ίδια εβδομάδα έφυγαν και οι δύο. Ο παππούς ο Τσέκος πρέπει να έφτασε τα 95 κι η γιαγιά κάπου εκεί περίπου.

Από τις ‘’Αναμνήσεις ‘’ του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου

 

 

 


 

Η μαλλίνα

 

Ο παππούς ο Ράφτης και ο Γιώργης Μπούκλας πήγαν στη βάλτα να κόψουν ραγάζι.

Τα βράδυα κοιμόταν εκεί και μαγείρευαν. Ο Ράφτης φορούσε μια μαλλίνα (μάλλινη κορμοφανέλα). Ζεστάθηκε και την έβγαλε. Την έβαλε δίπλα στη κατσαρόλα που έβραζε στη φωτιά. Με τον αέρα πήραν φωτιά τα γύρω χόρτα και η μαλλίνα με άλλα πράγματα κάηκε. Έρχονται στο χωριό και τον ρωτά η γυναίκα του:

-         Που μπρε Άγγιλι είνι η μαλλίνα σ’; δεν τ’ βλιέπου.

-         Τ’ μαλλίνα Ναστασιά τ’ν έκαψα.

-         Αμ δεν ήταν Άγγιλι να καψ’ς τ΄ν πούτσα σ’, μον’ έκαψις τ’ν μαλλίνα σ’ τ’ν κινούργια;

Ο Μπούκλας, σαν άκουσε το διάλογο αυτό, λέει μετά στο Ράφτη:

-         Αμάν μπρε Άγγιλι, τ’ν χειρότιρην βρισιά βρήκι να σι πεί. Τι θα καμ’ς ύστιρα χουρίς πλούδ;

 

Από το βιβλίο “Το Αδάμ” (Βασίλειου Α. Ηλιάδου)

 

 

 


 

Ότ’ είπαμι

 

Ο Νικόλας κι ο Μανώλης Γεωργάκας, τα δύο αδέρφια κάνουν σόμπουρου (συζήτηση) υποτίθεται.

Στη μέση έχουν το τζάκι και ακουμπούν στον τοίχο. Ανάμεσά τους η ταμπακέρα με καπνό. Την παίρνει ο ένας, την σπρώχνει στον άλλο και στρίβουν αράδα τσιγάρο.

Κάθισαν έτσι ώρες πολλές χωρίς να προφέρουν λέξη! Κατά τα μεσάνυχτα φεύγοντας λέει ο Μανώλης:

-         Αϊ καληνύχτα κι ότ’ είπαμι ιδώ ν’ απουμείν’!

 

Από το βιβλίο “Το Αδάμ” (Βασίλειου Α. Ηλιάδου)

 


 

 

Η Στέργιους στη Σαλουνίκ'

Πάει η Στέργιους Σαλονικ' κι όταν γύρσει τον ρώτσαν οι συνχουριανοί τ'

-Πως σι φάνκι Στέργιου μ' η Σαλουνίκ';

-Πολύς κόσμους πάεινι γύρζει! Ή σι γάμουν  πάειναν ή σι παηγύρ'!

Ερμους Στέργιους, ευτυχής κι χαρούμινους κι πολύ τυχιρός που ζούσει στου κόσμου τ'!

Μαρία Λιναρούδη Παπαζά

 

 


 

O μπαρμπά Θανάσης και η κυρά Κατίνα Ο μακαρίτης ο μπαρμπα –Θανάσης , διατηρούσε παντοπωλείο στο χωριό. Μέσα στο παντοπωλείο μαζεύονταν θυμάμαι καθημερινά αρκετοί πότες και κυνηγοί και τα έτσουζαν  κάνοντας διάφορες συζητήσεις περί κυνηγίου συνήθως. Καταλαβαίνεται ότι τα μεγάλα ψέματα πήγαιναν κι έρχονταν.

Ο μπαρμπα-Θανάσης ήταν φανατικός κυνηγός. Κάποιος κάποτε μου είπε ότι για να εκπαιδεύσει τον σκύλο του έβαζε την γυναίκα του, την  κυρα Κατίνα και κρύβονταν για να την βρίσκει ο σκύλος. Την χρησιμοποιούσε δηλαδή κατά κάποιο τρόπο σαν λαγό για να εκπαιδεύει τον σκύλο..

Με την κυρα Κατίνα ο μπαρμπα-Θανάσης παντρεύτηκε, όταν και οι δυο τους ήταν σε μεγάλη ηλικία κι αυτό πιθανώς ήταν ο λόγος που δεν κατάφεραν να κάνουν παιδιά και δεν άφησαν απογόνους στο χωριό. Ο μπαρμπα Θανάσης το θέμα αυτό το έφερε πάντα βαρέως. Ήταν κι ο χαρακτήρας του τέτοιος και συνήθως φερόταν σκληρά στην κυρα Κατίνα και προσβλητικά. Η κυρα Κατίνα ήταν  Γ α λ α τα σ ι ά να , κατάγονταν δηλαδή από το χωριό Γαλάτιστα της Χαλκιδικής.

Κάποτε λοιπόν επισκέφτηκε τον μπαρμπα Θανάση ένας φίλος του από τον στρατό, κι αφού τα έτσουξαν καλά τα ούζα τους στο παντοπωλείο κι ήρθαν στο κέφι, πέρασαν πίσω μεριά στο σπίτι  για να φάνε για μεσημέρι. Εκεί πρωτογνώρισε στον παλιό του φίλο ο Μπαρμπα Θανάσης την γυναίκα του . Ο φίλος αφού είπε το πόσο πολύ χαίρονταν που γνώρισε την κυρα Κατίνα, έκανε την γκάφα να πάει παραπέρα και να ρωτήσει:

-Παιδιά;   Πόσα παιδιά έχετε;;;

Για να πάρει την απάντηση από τον μπάρμπα Θανάση (με το πολύ τάκτ που τον διέκρυνε):

- Γιννούν (γεννούνε) τα Γαλατσιάν(ι)κα τα μ(ου)λάρια για να γιννήσ κι η Κατίνα;;;;;;;

Κι άφησε άφωνο τον επισκέπτη-φίλο………….

Θανάσης Στεφ. Παπαοικονόμου

 


 

 

Η θάλασσα κι ο μπαρμπα Γιώργης

Γίνονταν συζήτηση με πολλά ψέματα  μεταξύ κυνηγών στο παντοπωλείο του μπάρμπα Θανάση του Παπατκά (Παπατκούδη). Σε κάποια στιγμή παρενέβη κι ο μπάρμπα Γιώργης ο Δελιγκάς, πατέρας του Γαρέφη, κυνηγός και συνάμα ομοιδεάτης και φίλος του Παπατκά και είπε κι αυτός μια προσωπική του ιστορία αληθινή.

Ο μπάρμπα Γιώργης, στην δεκαετία του 1960, τότε που ήμασταν φοιτητές, για να τα φέρει βόλτα οικονομικά, κατέβηκε για ένα διάστημα στην Θεσσαλονίκη και ασκούσε το επάγγελμα του ψαρά, μαζί με τον μπατζανάκη του τον Νεοκλή. Ψαράς λοιπόν ο μπάρμπα Γιώργης που δεν είχε βρέξει ποτέ  τα πόδια του σε θαλασσινό νερό. Κολύμπι φυσικά δεν ήξερε. Τι να κάνει όμως; <<Ανάγκα και θεοί πείθονται>>.

Μια μέρα λοιπόν που είχαν ξανοιχτεί μακριά και καθώς ψάρευαν, λογόφερε με τον γιό του Νεοκλή  κι εκείνος, νέος και δυνατό παιδί καθώς ήταν, του έδωσε μια σπρωξιά του μπάρμπα Γιώργη και τον πέταξε στην θάλασσα. Κολύμπι όπως είπαμε ο μπάρμπα Γιώργης δεν ήξερε.

Είδε κι έπαθε ο Νεοκλής να τον βγάλει ζωντανό από την θάλασσα. Αυτήν λοιπόν την ιστορία του διηγήθηκε ο μπάρμπα Γιώργης. Ο Παπατκάς τον παρακολουθούσε συνεχώς με τρόμο και απορία και μόλις ο μπάρμπα Γιώργης τέλειωσε την ιστορία πετάχτηκε και του είπε:

-Καλά βρε Γιώργη μ, πήγις μέσα μέσα στ θάλασσα;  Ντίπ ντίπ μέσα:::

Αμ που παένς βρε Γιώργη μ, άμα δεν έχ(ει) πουρνάρ(ι) να πιαστείς;;;;;;;                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                   Θανάσης Στεφ. Παπαοικονόμου

 


 

 

ΤΟ ΚΛΙΣΜΑ

Το άλογο του χωριανού μας του Στέργιου ήταν ένα μεγάλο τμήμα της περιουσίας του.  Ήταν το όχημά του για τις μετακινήσεις του, το τρακτέρ του για τις δουλειές στα χωράφια. Σύντροφός του αγαπημένος χρόνια και χρόνια….

Όμως ο διάβολος το έφερε και το άλογο μια μέρα στην βοσκή  έφαγε κάποιο χόρτο που δεν έπρεπε. Θυμάμαι ότι είχα ακούσει, ότι υπάρχει ένα χόρτο, που όταν το έτρωγαν τα ζώα του; προκαλούσε τυμπανισμό από τα πολλά αέρια που δημιουργούσε.

Το άλογο λοιπόν του Στέργιου έφαγε το χόρτο αυτό και αρρώστησε. Το φουκαριάρικο το ζώο όλη την νύχτα, βογκούσε από δυσκολία και πόνους μέσα στον στάβλο κι ο Στέργιος που το αγαπούσε δεν κοιμήθηκε όλη νύχτα.  Με το πρώτο χάραμα λοιπόν σηκώθηκε και κατέβηκε στο Ζαγκλιβέρι και έφερε τον  κτηνίατρο, ο οποίος αφού το εξέτασε και κατάλαβε τι συμβαίνει του έγραψε μια συνταγή, για να πάρει μια ποσότητα σκόνης ενός φαρμάκου, να την διαλύσει σε τρία κιλά νερού  και να το κάνει κλίσμα στο ζώο κι όλα θα πήγαιναν καλά.

Ο Στέργιος όλο χαρά που το ζώο θα σώζονταν, έτρεξε στο φαρμακείο και πήρε την σκόνη που του είπε ο κτηνίατρος και γύρισε στο χωριό για να κάνει το κλίσμα στο ζώο… Τότε όμως μονάχα σκέφτηκε ότι το κλίσμα που είχε για τα παιδιά ήταν τόσο μικρό που η δουλειά  του δεν μπορούσε να γίνει.

Τι να κάνει λοιπόν ο Στέργιος στον πανικό του, γιατί η ώρα περνούσε και το ζώο κινδύνευε, αρπάζει την ραντιστήρα, ρίχνει τρία κιλά νερού μέσα, ρίχνει και το φάρμακο, το ανακατεύει, χώνει το μαρκούτσι της εξόδου της ραντιστήρας στον πισινό του αλόγου κι αρχίζει το τρομπάρισμα μέχρι που τελείωσε το διάλυμα. Στην βιασύνη του όμως ξέχασε να πλύνει την ραντιστήρα, και η προηγούμενη χρήση της ήταν ράντισμα στα καπνά με παραθείο και το ζώο σε λίγες ώρες πέθανε, αφήνοντας τον Στέργιο να το κλαίει και να απορεί  για το τι δεν πήγε καλά…

Θανάσης Στεφ. Παπαοικονόμου

 


 

 

Ο μυλωνάς και το συνάχι

Τα αφτιά, του έφαγε η κυρα Βαγγελιώ του άντρα της του Γιάννη. Μέρες τον παρακαλούσε:

- Μ άιντι μπρε Γιάνν(η), φόρτουσι  δυο τσιουβάλια στάρ(ι) κι πάηνι τα  στουν Μήτσιου (τον μυλωνά) να μας κάν(ει) λίγου αλιεύρ(ι)!!! Να έχου μαθές. Να μπουρώ να κάνου ένα ψουμί, μια πίτα μπρε για τα πιντιά!!

Ο Γιάννης όμως, άνθρωπος του καφενείου και του πιοτού την απόπαιρνε λέγοντας:

- Άι παράτα μι, έχου δλειά (στο καφενείο). Φόρτουσι ισύ του στάρ κι πάηνι του.

Τον παρακάλεσε και τον ξαναπαρακάλεσε η Βαγγελιώ, μα ο Γιάννης τίποτα. Το χαβά του. Το καφενείο!!! Μια μέρα λοιπόν η Βαγγελιώ,  αγανακτισμένη  πια, παρακάλεσε τον Γιάννη να την βοηθήσει τουλάχιστον, να φορτώσει δυο σακιά σιτάρι για να πάει η ίδια να κάνει την δουλειά της, αφού από τον Γιάννη δεν έβλεπε προκοπή. Ο Γιάννης την βοήθησε, μα φοβόταν κι όλας να την αφήσει να πάει μόνη στον μυλωνά. Η Βαγγελιώ ήταν καλοφτιαγμένη και όμορφη γυναίκα  κι ο Γιάννης φοβόταν το κέρατο…

Την συμβούλεψε λοιπόν λέγοντας:

- Να πάς μα, να προυσιέχ(ει)ς, γιατί η  Μήτσιους είνι μουρντάρς  κι τ(ι)ς γνιαίκις τ(ι)ς κρατάει τιλιυταίις κι άμα τα καταφέρ, τ(ι)ς  απαυτών(ει) κι όλας!!!!

- Αυτά που λιές είνι χαζά, του είπε η Βαγγελιώ και ξεκίνησε για τον μύλο.

Σαν έφτασε όμως η Βαγγελιώ στον μύλο, έκατσε σε μια γωνιά και περίμενε. Άντρες έρχονταν, άλεθαν, έφευγαν, μα η σειρά της Βαγγελιώς δεν έρχονταν. Ψύλλοι στα αφτιά της μπήκαν…. Όταν πια τελείωσαν όλοι και έμειναν μόνοι, ο Μήτσος την πλησίασε και την ρώτησε:

- Τι μαρι Βαγγιλιώ , σαν φουβισμέν μη φαίνησι . Γιατί;;;

- Να, έτσ κι έτς, μι είπι η άνδρας ζουμ, ότι τ(ι)ς γνιαίκις τ(ι)ς κρατάς στου τέλους κι τ(ι)ς απαυτών(ει)ς!!!!

Κι εκείνος αφού την πλησίασε και την μύρισε της είπε:

-Ναι αλλά πρώτα τ(ι)ς ψυχουλουγώ κι τ(ι)ς  μυρίζου για να διώ αν θέλουν!!!  Να ισιένα σι μύρ(ι)σα κι δεν θέλ(ει)ς. Μη του ζόρ γιέννητι βρε Βαγγιλιώ αυτή η δλειά;;;;  Δεν γιέννητι!!!!

Και άλεσαν το σιτάρι, φόρτωσαν τα τσουβάλια στο ζώο κι η Βαγγελιώ πήγε καθαρή σπίτι της….

Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός και πάρ την ξανά την Βαγγελιώ στον μύλο. Περίμενε πάλι μέχρι το τέλος κι όταν πια έφυγαν όλοι, ο Μήτσος την πλησίασε, έσκυψε και την μύρισε  και τάχα έκπληκτος της είπε:

- Α….. Βαγγελιώ!!!! Σήμερα βλιέπου το θέλ(ει) η καρδούλα σ(ου)!!!!

Κι εκείνη αφελώς του απάντησε:

-Άχ… Μήτσιου μ(ου), ιγώ κι τ(η)ν άλλ φορά του ήθιλα, μα θαρρώ ήσαν σ(υ)ναχουμένους κι δεν μι μύρ(ι)σις καλά!!!!!!!!!!!!!!!

Κι άφησε τον Μήτσο άναυδο!!!!!!!!

Θανάσης Στεφάνου Παπαοικονόμου…

 


 

Του τζιαζ

 

Τα χρόνια  ίκινα που ίμασταν μκρά δικαιτία του 1950, κάθι Κυριακή γιένταν τρανά γλέντια στ΄ Κανάκ' του καφινίου. Κι μεις μκρά ντρασκαλώνουμασταν στα καγκιλα στα παραθύρια να χαζέψουμι,  τνιουλαία που γλιντούσι.
Υπίρχι τρανή ανιέχεια μα τα πιδιά μι τα σκαρπινάκιατσ' τα μπαλουμένα 10 φουρές στου τσαγκαρόπιδου του Νϊκουλάκ κι τα κουρίτσια μι του φουρώ κουνάμινα σινάμινα  έσκανα μύτ' όντας βάρινι του Τζιάζ τ"Αλιέκου τσ¨Σέρρα.
Ετσ' λοιπόν μια τέτοια μέρα όντας γύρσαν απού του χουράφ' σακατιμένις η Κατέρου μι τ' Βαγγιλί, ξιπουξίθκαν κι  πάν' κι απάν' να ξιαπουστάσουν,  ακούσκι ένα τζιάνκ, τ' ακούει η Κάτέρου:
<σήκου Βαγγιλί κρούι του τζιάζ>
κατιβαίν' πλαλόντας καταϊ, τσακού(ει)  η μάννα τ'ς:
<που μαρή πλαλάτι  σακατημένισ >
<να μάννα κρού(ει) του τζιάζ>
<γυρίστι πίσου μαρή, η Κυράνου τνάζ' τ' φακί>
Αυτό πάθιναν οι νέοι ντας άκουαν του τζίαζ ,η σακατιμός πάϊνι στνάκρια, μασιού να γλιντίσουν.
Μαρία Λιναρούδη Παπαζά

 

 


 

 

 

Πλούσιοι και φτωχοί

Ο δάσκαλος Χρ. Ζαχαρούδης για να καυτηριάσει τη φτώχια έλεγε το εξής χαρακτηριστικό ανέκδοτο:

Οι πλούσιοι με τις διακοπές τους, οι τραπεζικοί με τις μετοχές τους, οι δημόσιοι υπάλληλοι με τις αποδοχές τους, οι δάσκαλοι με τις διδαχές τους, οι δεσποτάδες με τις ευχές τους και οι καλόγεροι με τις προσευχές τους.

Σε όλους δηλαδή έβαζε την κατάληξη χες τους εκτός από τους πλούσιους!

Από το βιβλίο “Το Αδάμ” (Βασίλειου Α. Ηλιάδου)

 


 

Ο δραγάτης

Ο παππούς Ακριβός του Λιακούδη, γνωστός για το γρήγορο βάδισμά του, έγινε δραγάτης (αγροφύλακας), μαζί με τον Άγγελο Τσέκο.

Την άλλη μέρα το σηκώνεται πρωί, πρωί και γυρίζει όλο το «Μπράβα», πάει πιο πέρα, πέρασε στην «Καρή γκιόλ» (Καλαμωτό), πήγε «πέρα μεριά» και έρχεται στου «Κύρκου του π’γαδ’», μια διαδρομή αρκετών χιλιομέτρων. Εκεί βρήκε τον Άγγελο ξαπλωμένο να κοιμάται μακαρίως κάτω από μια σκαμνιά. Τον ξυπνά και του λέει:
-    Εϊ Άγγιλι
-    Τι μπάρμπα Ακιβέ;
-    Ιγώ δεν μπουρώ να είμι ντραγάτ’ς. Θα παρατήσου!
-    Γιατί;
-    Δεν μι φταν’ του μέρους!..

Από το βιβλίο “Το Αδάμ” (Βασίλειου Α. Ηλιάδου)


 

Η καρκατζαλους 
Η Ναστασιά τ΄Ακριβού, άκουσει τουν γιότσ΄ του Σουτήρ που έκρινει μι ένα στ΄ναυλή,  μα δε τουν καταλάβει, καθώς ήταν γριά.

Κι  φώναξει του γιότσ του Σουτήρ:
--Σουτήρ αμπρέ μι τιποιόν κριένς ?

--Μι τουν Γιώρ' του Γληγ...

--Τι μπρέ Γιώρ΄ ισύ έχσ΄ ικίνουν τουν καρκάτζαλου?

--Ερέ μάννα δε θα πής πλιά κανιένα γνούσ΄κό  ?

--Τι αμπρέ ψέμματα είπα? τναλήτια είπα θα καρκάτζαλους δεν είνι η βλουημέν΄?

Σούλην αυτήν η συζήτησ΄παρουσία  κι η Γιώρς.


 

 

Πρόσιχι ρε πιδι ‘μ

Ο μπάρμπα Άγγελος Δελιγκάς του Κυπαρίση κατηφόριζε προς την πλατεία τύφλα στο μεθύσι.

Μπροστά στου Σιδερά το Κρεοπωλείο είχε λιάστρες απλωμένες με καπνό στις πλευρές του μαγαζιού (ισόγειο οικίας Αδαμάρα δίπλα στην σημερινή ταβέρνα).

Καθώς λοιπόν ο μπάρμπα Άγγελος πλησίαζε στο μαγαζί από την πολλή τη σούρα που είχε παραπατάει και πέφτει πάνω σε μια λιάστρα με καπνό και μπερδεύεται με τις μπουρλιές.

Ο Σπύρτος Τζότζος που ήταν δίπλα τρέχει και πάει να τον σηκώσει.

Τότε ο μπάρμπα Άγγελος γυρνάει και του λέει «πρόσιχι ρε πιδί ‘μ»


 

O Γιάννης και το καλό του μουλάρι

Αγρότης ήταν ο Γιάννης. Εργατικό και φιλότιμο παιδί. Σκοτώνονταν όλη την χρονιά στην δουλειά…

Χασλαμάδες….σπάρσιμο καπνού – μάζεμα – ντόνκιασμα  και και και….  Όμως κάτι του έλειπε. Η γυναίκα!

Κάποτε αγάπησε κάποια χωριανή του , την Μαρία (ας την λέμε έτσι), και πέρασαν ένα απίθανο χειμώνα. Κάποτε όμως, με την άνοιξη βγήκαν στα χωράφια και στην δουλειά… Η Μαρία βράχος δίπλα του δουλευταρού!  Ο Γιάννης όμως, ξέροντας ότι το μουλάρι του ήταν άγριο, συνεχώς την  συμβούλευε…

-  Μαρία, μην περνάς πίσω από το ζώο. Φρόντιζε να είσαι σε μια απόσταση. Το μλάρ(ι) είναι άγριο και θα σε κάν(ει) καμιά ζημιά.

Η Μαρία όμως…θές από το ότι το θεωρούσε υπερβολή, θές ότι το ξεχνούσε πάνω στην φούρια της, δεν συμμορφώνονταν με τις συμβουλές του Γιάννη…. Ετσι , μια κακιά στιγμή, καθώς η Μαρία περνούσε πίσω από το μουλάρι, αυτό σκιάχτηκε, σηκώθηκε στα δυό μπροστινά πόδια και με τα πίσω πόδια, της κατάφερε μια κλωτσιά και πάρ την κάτω την Μαρία.

Την έκλαψε ο Γιάννης που την αγαπούσε, την έκλαψε κι όλο το χωριό…..

Μα ήρθε ξανά ο χειμώνας κι ο Γιάννης την μοναξιά δεν την μπορούσε. Βρήκε καινούργια Μαρία και ξαναπαντρεύτηκε.΄ Όμως η μοίρα του έπαιξε για δεύτερη φορά το ίδιο κακό παιχνίδι κι η δεύτερη Μαρία ακολούθησε στα κοιμητήρια την πρώτη Μαρία…

Για να μην τα πολυλογώ, ο Γιάννης , νέο παλικάρι ήταν, έκανε και τρίτη προσπάθεια  να φτιάξει την ζωή του  μα  κι αυτή είχε την ίδια κατάληξη!!!!!

Στην κηδεία της τρίτης Μαρίας έγινε θρήνος ..

Ο κόσμος έκλαιγε για τις Μαρίες , αλλά και για την κακή τύχη του Γιάννη , που ξόδεψε όλες τις προσπάθειες που δικαιούνταν για να κάνει οικογένεια και τελικά δεν τα κατάφερε…

Όταν λοιπόν ο ιερέας του χωριού τελείωσε με το τελετουργικό,  ο κόσμος πέρασε ένας ένας  και συλλυπήθηκε τον Γιάννη. Όταν όμως τελείωσε η κηδεία ένα φίλος του Γιάννη,  που παρευρίσκονταν στην τελετή, πλησίασε και ρώτησε τον Γιάννη:

-Ρε Γιάννη. Παρακολουθούσα  και με έκανε εντύπωση το ότι, όταν σου έδιναν συλλυπητήρια οι γυναίκες, τις ευχαριστούσες κουνώντας το κεφάλι σου προς τα κάτω, Όταν όμως σε συλλυπούνταν οι άνδρες,  τους ευχαριστούσες  κουνώντας το κεφάλι προς τα πάνω. Γιατί;;;;;

Κι ο Γιάννης του απάντησε:

- Οι  πού….δες οι άντρες,  δεν με συλλυπούνταν, αλλά όλοι με ρωτούσαν,

<< Γιάνν(η),του π(ου)λάς  του μ(ου)λάρ(ι)!!!!!!!! >>

Κι τα(ου)ς έλιγα:      όχ(ι)!!!!!!

 

Θανάσης Στεφ. Παπαοικονόμου..


 

Η κυρά Λένη

Η  χωριανή μας η κυρα Λένη, ήταν  πολύ νευρική και ανάποδη γυναίκα .

Ήταν χρόνια παντρεμένη με τον μπάρμπα -Θανάση και του είχε βγάλει το λάδι με τις ιδιοτροπίες της .

Συζητούσε λοιπόν μια μέρα ο μπάρμπα -Θανάσης με κάποιον γείτονα του.

Ήταν μεγάλη βδομάδα  κι ο γείτονας του περιέγραφε λυπημένος, τα πόσα είχε περάσει ο καημένος ο Χριστός. Τα πάθη της Μεγάλης Εβδομάδας. Κι ο μπάρμπα Θανάσης βρήκε την ευκαιρία να πει τον δικό του πόνο, λέγοντας:

-Πόσο ρε βασανίσκει η Χριστός; Μια βδουμάδα;;;  Έ ε ε ε!!!!  Τι να πω κι  ιγώ που έχου  τ Λιέν(η) τόσα  Χρόνια ρε  !!!!!

Θανάσης Στεφ. Παπαοικονόμου

(Την ιστορία μου την διηγήθηκε ο Τάκης Σιδεράς)

 

 


Τα 500 φράγκα κι η προθεσμία

Ο μπάρμπα Γιάννης ο χωριανός μας, κάποτε βρέθηκε σε μεγάλη οικονομική ανάγκη. Χρειάστηκε κατεπειγόντως ένα μικρό σχετικά ποσό, μα για τις δυνατότητές του τεράστιο..

Χτύπησε τις πόρτες φίλων,  παρακάλεσε , μα τίποτα….

Μια και δυο λοιπόν, ζεύει το άλογο στο κάρο, και ξεκινάει για την τελευταία του ελπίδα, τον φίλο του τον Σταύρο από την Καλαμωτού. Μέσα στην νύχτα φτάνει στην Καλαμωτού και χτυπά την πόρτα του κυρ. Σταύρου, ο οποίος τρομαγμένος που τον βλέπει μέσα στην νύκτα, τον καλωσορίζει, τον περνάει μέσα στο σπίτι και τον και ακολουθεί  ο διάλογος:

- Πώς  από δω βρε Γιάνν(η), βραδιάτ(ι)κα;;;

-Σταύρε,…Βρίσκουμι σι μιγάλ(η) ανάγκ(η). Θέλου δυο πράγματα: να μι δώσ(ει)ς  500 φράγκα  Κι να μη δώσ(ει)ς και προθεσμία τρείς- τέσσερις μήνες για να στα επιστρέψω….

- Προθεσμία Γιάνν(η), σι δίνου όσ(η) θές. Μόν(ον) να μι σχωρές(εις), μα πιντακουσιάρκο, δεν έχου να σι δώσου!!!!!!

Θανάσης Στεφ. Παπαοικονόμου

(Την ιστορία μου διηγήθηκε ο Στέργιος ο Σπύρτος- Γκαρσία)

 

 


 

Τα χρέη

Ο παπούς ο Τσινός  από το Ζαγκλιβέρι διατηρούσε ένα κατάστημα με οικοδομικά και σιδηρικά παντός είδους.

Πάντα παραπονιότανε για την δυσκολία που αντιμετώπιζε ώσπου να μαζέψει αυτά, που του χρωστούσαν.

Παροιμιώδης είναι η συζήτησή του για το θέμα με τον παπού  Παπαρνάκη, ιερέα, όταν του είπε:

<<Εσύ παπά μου μαζεύεις χρήματα από τους πεθαμένους, ενώ εγώ δεν μπορώ να τα πάρω ούτε από τους ζωντανούς>>.

Κάποτε λοιπόν που ο παπούς  Τσινός, όταν  είχε ακινητοποιηθεί στο κρεβάτι και περίμενε το μοιραίο, φημολογείται, ότι είπε στην γυναίκα του την κυρα Όλγα:

-Όλγα ,  τώρα που θα πεθάνω, τον Ζαπριάνο, που θα σκάψει το μνήμα μου, μην τον πληρώσεις!!!!!! Μας χρωστάει……

Θανάσης Στεφ. Παπαοικονόμου

 

 


 

Το σαραγλί

Παραμονές Χριστουγέννων ο μπάρμπα Χρήστος Κουκοβίνος λέει στη Μαρία τη γυναίκα του: δε θα μας καν’ς σαραγλί φέτου;
-    Γιατί μπρε; θα σας κάμου, λέει η Μαρία.

Πήρε ο Χρήστος τα υλικά κι έκαμε η Μαρία το σαραγλί. Κάθονται να φάνε την παραμονή το βράδυ. Ο μπάρμπα Χρήστος το μυαλό του απόμεινε στο σαραγλί. Έκαμαν «τ’ αντέντια», έφαγαν, ήρθε και το σαραγλί. Ο μπάρμπα Χρήστος χορτασμό δεν είχε.

- Ε μπρε κουνταριμένι (λυσσασμένε), άφ’κι κανιένα κουμμάτ’, ταχιά θα έρτουν φίλ’ να τ’ς δώσουμι, θα μας καν’ κανιένας τουν μπαντιακό, λέει η Μαρία.

Σταμάτησε ο μπάρμπα Χρήστος και πάει η θεία Μαρία το γλυκό στον οντά. Τα μεσάνυχτα αρκουδάει κρυφά ο Χρήστος, το βρήκε, το έφαγε όλο, κουτάλιασε και το σιρόπι. Γυρνάει την άλλη μέρα η Μαρία από την εκκλησία και βλέπει τον άντρα της να σκούζει.

-    Τι μπρε; Τι έχ’ς κι σκού’εις;

-    Ωχ, μι πουνάει η βούζα μ’!

Είδε η θεία Μαρία το ταψί άδειο και λέει:

-   Ι μαρή, η κουνταρισμένους, τούφαει ούλου!

Παίρνει μια κεραμίδα, την ζέστανε και τον έβαλε να καθίσει πάνω. Τα μπρατίμια του ανησύχησαν, γιατί δεν τον είδαν στην εκκλησία. Ένα που γιόρταζε και έλεγε και τον «Απόστολο» σκέφτηκαν:

-    Μπρε τι να έπαθι αυτός; Ιψές ήταν καλά.

Πήγαν σπίτι να τον βρουν. Ρωτούν τη Μαρία:

-    Που μαρ’ είνι;

-    Σύρτι, σύρτι μέσα να τουν δγήτι, απάν στ’ν κιραμίδα τουν έβανα κι κάθιτι.

-    Τι μπρε Χρήστου;

-    Σουπάτι, σουπάτι, αρκούδ’σα του βράδ’ κι του ‘φαγα ούλου κι τώρα κάθουμι απάν’ στ’ν κιραμίδα. 

Από το βιβλίο “Το Αδάμ” (Βασίλειου Α. Ηλιάδου) 

 


 

Τα κοφίνια

Πέθανι η  μπάρμπας η Νκόλας κι  η γναικατ' μαζ'ι μι τθυγατέρατ' τουν έκλιγαν όπους γιένιτι ντά'ιμα σι τετοιις ώρις.

<Αααχ! πατέραααμ', τώρα βρήκεις να πιθανς , πατέραμ' που αγόρασαμι κι κινούργια κουφίνια >

κι η κυράτ' πιτάχκι απού κι που κάνταν δε βαστούσι η πόνους για τα   κλάμματα  τσ'θυγατέρατς,

<α τα πλήσουμι μαρή.>

τρανός η καμός για τουν Νκόλατς,  έρμη νκόλα .

Μαρία Λιναρούδη-Παπαζά

 


 

Ο Τσέκος


Ένας αδαμιώτης, που επί χρόνια πολλά διασκέδασε με τα λεγόμενά του και τα καμώματά του, που με αυτά δημιούργησε έναν δικό του, έναν ξεχωριστό τύπο, ήταν ο "Τσέκος". Αυτό ήταν το παρατσούκλι του και λίγοι γνωρίζουν, πως το πραγματικό του όνομα ήταν Άγγελος Ανδριανούδης. Φτωχός, πάμφτωχος θα έλεγα από τα παιδικά του χρόνια, αλλά πολύ ζωηρός και νταής. Ενάμισι μέτρο άνθρωπος μα καπετάνιος. Μικρός, ορφανός όπως ήταν, τον είχε συμμαζέψει ο παππούς μου ο Γιώργης και δούλευε για κείνον σαν παραγιός. Δούλευε στα χωράφια, έβοσκε τα πρόβατα της οικογένειας και έκανε ότι άλλο του έλεγαν, γι αυτό κι όταν ακόμα μεγάλωσε και έκανε οικογένεια, δεν παρέλειπε συχνά πυκνά να μας επισκέπτεται. Εμείς τότε ήμασταν μικρά παιδιά. Ξαφνικά, και κυρίως νυχτερινές ώρες, άνοιγε η πόρτα κι έμπαινε μέσα, απρόσκλητος επισκέπτης, σαν να ήταν του σπιτιού. Αυτό γίνονταν συνήθως, όταν είχε κερδίσει στην ξερή και έφερνε το έπαθλό του, το λουκούμι δηλαδή, στην μικρότερη αδελφή μας την Κατίνα, που της είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Μάλιστα, δεν την έλεγε ούτε Κατίνα ούτε Κατερίνα, ούτε κάτι, που να ταίριαζε με το όνομά της, αλλά την αποκαλούσε "του πιλίτσ", προφανώς επειδή εκείνη, όταν την ρωτούσαν αν είναι κορίτσι, έλεγε ότι, "ναι είμι πιλίτσ". Τα αστεία του διασκέδασαν όλο το χωριό, κι όταν τον συναντούσαμε, τον προσέχαμε στο στόμα, τι θα πει για να γελάσουμε.


Λέγονταν ότι είχε κάνει και φυλακή μικρότερος για αλητείες και για φόνο. Όταν μάλιστα τον συνέλαβαν οι τσανταρμάδες όπως τους έλεγε, δεν μπορούσαν να το πιστέψουν, ότι αυτός ο μικροκαμωμένος άνθρωπος ήταν ο Τσέκος, που τον φαντάζονταν, κυρίως από αυτά που είχε κάνει, πως θα ήταν κανένα θηρίο άντρακλας. Στο χωριό, μα και στα βουνά πολλές φορές γύρω από το χωριό, κυκλοφορούσε σαν κυνηγημένος και οπλισμένος με "γκρα", όπως συχνά πυκνά ονόμαζε το όπλο του.
Μια φορά, λένε πως πυροβόλησε τον παππού τον Μαστρογιάννη, τον προπάππο του προέδρου του Μήτσου. Ο γιος εκείνου λοιπόν, ο παππούς ο Μήτρης ο Μαστρογιάννης, διέδιδε στο χωριό, ότι θα τον μηνύσει και ότι θα του ζητήσει να πληρώσει και ψυχική οδύνη για ότι είχε κάνει στον πατέρα του. Το έμαθε λοιπόν ο Τσέκος, που κρύβονταν στα βουνά, και μια και δυο κατηφόρισε και πέτυχε τον μπάρμπα Μήτρη, να ποτίζει το χασλαμά στο αγίλι του, κάπου κοντά στο "βαγιόνι". Στάθηκε λοιπόν ο Τσέκος στο απάνω αγίλι, που ήταν ψηλότερα και ενώ ο άλλος δεν είχε καν αντιληφθεί την παρουσία του, όπλισε απότομα το όπλο του, δυνατά, κατατρομάζοντας τον Μαστρογιάννη και λέγοντάς του, έχοντας στραμμένο κατά πάνω του τον "Γκρα", απειλητικά:


-Ώστι έτσ Μαστρουγιάνν, θες να σι πληρώσου κι ψυχική ουδύν; Για ταυτό ήρτα κι ιγώ!
Και καθώς είχε στραμμένο το όπλο καταπάνω του, ο Μαστρογιάννης τα χρειάστηκε. Ήξερε και τι διάβολος κι αδίστακτος ήταν και σήκωσε ψηλά τα χέρια παρακαλώντας τον:
-Άγγιλι, σι παρακαλώ άφκι μι ιμένα, σι παρακαλώ! Άμα θέλς πάνι σπίτ, σκώτου κι τ βαβά!

Φυσικά ο Τσέκος τον άφησε, αλλά τον λαχτάρησε.
Όταν ήταν παραγιός στο παππού μου ακόμα, είχε, λεει, αγαπήσει την πολύ όμορφη και από πολύ καλή, για κείνον, οικογένεια, την Όλγα, την κόρη του παππού του Κούρου, μα ήξερε πώς δεν είχε ελπίδες, γιατί ούτε εκείνη τον ήθελε, μα ούτε κι ο παππούς ο Κούρος θα του την έδινε ποτέ. Όταν όμως πέθανε ο παππούς ο Κούρος κι έμεινε η γιαγιά η Άννα με τα ορφανά, απειλούσε πως ή θα του την έδιναν ή θα την σκότωνε. Τον πήραν λοιπόν, ο παππούς μου και ο αδερφός του ο παππούς Θανάσης Οικονόμου, μια μέρα στην άκρη και του είπαν πως αυτά, που κάνει δεν είναι σοβαρά και ότι η Όλγα δεν τον ήθελε αλλά ούτε και του ταίριαζε γιατί ήταν ψηλή δυο φορές σαν αυτόν και όμορφη. Όμως ο Τσέκος δεν έκανε πίσω με τίποτα. Λέγεται δε ότι μέχρι και σκοπιές είχαν φυλάξει οι παππούδες για να προστατεύσουν την ορφανή, μα εκείνος απειλούσε πως αφού δεν τον ήθελε θα την σκότωνε και θα την είχε για κούκλα, έτσι όμορφη που ήταν. Τελικά, ευτυχώς οι απειλές του δεν πραγματοποιήθηκαν και η όμορφη Όλγα παντρεύτηκε τον παππού τον Νικόλα τον Χατζούδη.


Λέγεται όμως ότι στην προσπάθεια, που έκαναν οι άνδρες του χωριού να τον κρατήσουν μακριά από την Όλγα, υπήρξαν θύματα, γιατί σε μια σύγκρουσή του Τσέκου με τον παππού το Φάσιο, ο δεύτερος τραυματίστηκε στο πρόσωπο, από το τσεκούρι του Τσέκου και μετά από λίγες ημέρες πέθανε από τη μόλυνση της πληγής. Τότε είναι, που τον κυνηγούσαν οι χωροφύλακες ή τσανταρμάδες, όπως τους έλεγε ο ίδιος και αναγκάζονταν να κρύβεται στο βουνό. Ένα βράδυ όμως, που κατέβηκε στο χωριό, τον συνάντησε ο Χασακτσής, που ήταν φίλος του μακαρίτη του Φάσιου και τον έδειρε τόσο πολύ, που τον μελάνιασε σ όλο το κορμί του και δεν μπορούσε ούτε να περπατήσει. Τότε το έμαθαν οι χωροφύλακες και ήρθαν και τον έπιασαν. Τον έδεσαν και τον πέταξαν απάνω σε ένα κάρο. Τον σκέπασαν και με ένα κουρέλι και τον κατέβασαν στο Ζαγκλιβέρι. Όταν το έμαθαν οι Ζαγκλιβερινοί, πήγαιναν να δουν, ποιο ήταν αυτό το θηρίο ο Τσέκος, που είχε τρομοκρατήσει την περιοχή με τα καμώματά του. Σήκωναν λοιπόν το κουρέλι, που τον σκέπαζε κι όταν έβλεπαν έναν άνθρωπο μια στάλα, όπως ήταν και μαζεμένος έλεγαν:


-Τι βε αυτός είνι η Τσιέκους; Αυτό είνι μπουρτσούκ βε! Τέτοιους είνι η Τσιέκους; Αυτό βε, είνι ασβούδ!
Όταν μεγάλωσε κάπως, δεν του πήγαιναν πια και τα έκοψε τα νταηλίκια. Παντρεύτηκε κι όλας κι έκανε τρία κορίτσια και αναγκαστικά συμμαζεύτηκε κάπως. Τον Θυμάμαι, που όταν συναντούσε σε κανένα δρόμο του χωριού μικρά δεκάχρονα κοριτσάκια, σταματούσε, άνοιγε τα χέρια του, τάχα να τους κλείσει τον δρόμο και έλεγε: 
-Έλα μια νγκαλάρα, έλα μια νγκαλάρα....Έλα να πιάσου τα βζούντια σ, 
κι εκείνα σκορπούσαν τρέχοντας, για να τον αποφύγουν ενώ ξεκαρδίζονταν στα γέλια.


Θυμάμαι μια φορά αυτό του το χωρατό, κόντεψε να το πληρώσει με ξύλο. Ήταν ημέρα του πανηγυριού του Αγίου Παντελεήμονα, κι όπως όλο το χωριό, βρέθηκε κι αυτός στο ομώνυμο ξωκλήσι. Εκεί, κάτω από τα πουρνάρια, σε ένα μέρος στέκονταν και συζητούσε με κάποιους νεαρούς, μια πανέμορφη κοπελιά, Σανιώτισσα, με συγγενείς στο χωριό μας. Θα πρέπει να ήταν ανιψιά της γυναίκας του Γιώργη του Μουστακούδη, που ήταν Σανιώτισσα. Ο Τσέκος την είδε όμορφη και την πλησίασε για να της κάνει το νούμερό του. Άνοιξε λοιπόν τα χέρια και καθώς απότομα την πλησίασε της είπε τρομάζοντάς την: 
-Έλα μια νγκαλάρα...


Δεν πρόλαβε να το πει δεύτερη φορά, γιατί εκείνη μη ξέροντάς τον τρόμαξε. Τραβήχτηκε απότομα προς τα πίσω και κατηφορικά καθώς ήταν, σκόνταψε και βρέθηκε ανάσκελα πεσμένη μα την πλάτη στο χώμα και τα πόδια στον ουρανό. Το θέαμα ήταν απίθανο για την νεολαία, που τριγύριζε και την χάζευε, μα το ρεζιλίκι για την Χριστοφίλη, έτσι ήταν το όνομά της, μεγάλο. Οι συγγενείς και οι συνοδοί της λίγο έλειψε να τον δείρουν, τελικά όμως την γλίτωσε.
Στα γεράματά του, πολλές φορές τον επισκεπτόμουνα, εκεί μπροστά στην εξώπορτα του σπιτιού του, που συνήθως κάθονταν μαζί με την γιαγιά την Κατερίνη την γυναίκα του και μου έλεγε για διάφορα καμώματά του. Κι όταν η γλώσσα του ξέφευγε λίγο κι άρχιζε τα βρωμόλογα, η γιαγιά τον μάλωνε λέγοντας:


-Ου, δεν ντρέπισι γαδαρίκου.
Μου έλεγε συχνά για το πώς πέρασαν τα χρόνια του και γέρασε, τώρα μάλιστα, που έπρεπε να είναι νέος, γιατί όλες οι γυναίκες της γειτονιάς ήταν χήρες κι αυτός ανήμπορος πια. Και μου έλεγε:
-Τουν λιέου ρε, τουν παπα Λιυτέρ, παπά μ, δό μι του πλούδι σ, κι να σι τς κανουνήσου ιγώ ούλις τς χήρις τς γειτουνιάς. Μέχρι κι πιδούντια θα σι κάνου.
Ο παπα Λευτέρης ήταν ένας λεβέντης παπάς, που είχαμε τότε στο χωριό.


Μια φορά, ο Τσέκος μου διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία. Είχε πάει λεει, γέρος πια, στο βουνό, κι έκοψε ξύλα, για το τζάκι του. Τα φόρτωσε λοιπόν στο γαϊδουράκι του και τα κατέβαζε στο χωριό ξένοιαστος. Ούτε καν ήξερε ότι ήταν παράνομο, κι εξάλλου αυτός από παρανομίες άλλο τίποτα. Έπεσε λοιπόν πάνω στο δασοφύλακα, που του την είχε στημένη. Τον σταμάτησε ο δασοφύλακας σοβαρός-σοβαρός, μη γνωρίζοντας με ποιόν είχε να κάνει και ακολούθησε ο εξής διάλογος:
-Γιατί παππού το κάνεις αυτό; Δεν ξέρεις ότι απαγορεύεται;
Κι εκείνος απορημένος τάχα απάντησε:
-Τι έκαμα βρε πιδί μ; 
-Παππού έκοψες παράνομα ξύλα από το δάσος .
-Οχ βρε πιδί μ, ιγώ τα ξύλα τα 'κουψα απ τ αμπέλι μ, γιατί είχαν τρανιέψ κι κάθουνταν τα πλούδια κι μι έτρουαν τα σταφύλια....
-Παππού, άστα αυτά. Έκανες παράνομη ξύλευση και θα σε γράψω. Θα σου κάνω μήνυση.
-Μη βρε πιδί μ, μη μι βάειζ σι τέτνοι μπιλιάδις.
-Παππού πες μου πως λέγεσαι κι από που είσαι.
-Μη βρε πιδί μ σι λιέου, μη μι κάνς μήνυσ.
-Δεν μπορώ παππού, θα σου κάνω μήνυση. Το καθήκον βλέπεις...

Ο Τσέκος λοιπόν το πήρε απόφαση πως δεν την γλίτωνε την μήνυση. Έδωσε τα στοιχ/plt;Εσύ παπά μου μαζεύεις χρήματα από τους πεθαμένους, ενώ εγώ δεν μπορώ να τα πάρω ούτε από τους ζωντανο /pύςεία του και μετά κτύπησε ελαφρά το γαϊδουράκι για να φύγει. Δεν έκανε όμως πάνω από δέκα βήματα, όταν του κατέβηκε η φαεινή ιδέα. Σταμάτησε το γαϊδουράκι και γύρισε νταϊλίδικα κατά τον δασοφύλακα, παρά τα ογδόντα χρόνια του, και του είπε:
-Ει, πού είσι ρε, να μι κάνς ρε μήνυσ. Να μι κάνς, αλλά να ξιέρς ρε, ώσπου να έρτουν οι κλήσεις, ώσπου να γίν ν τα δικαστήρια, άγγιλοι θα πάρουν τν ψχύ μ κι συ θα πάρς του πουλί μ ρε.
Και προχώρησε και έφυγε ατάραχος, αφήνοντας τον δασοφύλακα να γελάει πίσω του. 
Κάποτε έκανε τον πεθαμένο και έρχονταν κόσμος και του άναβε κεριά και τον σκέπασαν με λουλούδια. Οι περισσότεροι βέβαια ήξεραν ότi ήταν ένα ακόμα από τα πολλά καμώματά του. Μου το διηγούνταν μια μέρα και γελούσε. Κι εγώ τον πείραζα λέγοντας του:
-Α ρε μπαρμπ-Άγγελε, τίποτα δεν φοβούσαν!
Κι εκείνος μου είπε τότε μια ιστορία για να μου αποδείξει ότι κανένας δεν είναι ατρόμητος:
-Έι, άκου να σι πω. Μια φουρά, όντας πέθανι η Ντιλιγκάς, τ Νιέστουρ η μπαμπάς, πήγα κι ιγώ να τουν ανάψου κιρούδ. Ήταν βράδ κι η κόσμους δεν του είχι μάθ ακόμα, γιατί δεν βρέθκι άντρας να πάει να σμάν τ καμπάνα. Μι παρακάλισαν, του λοιπόν, οι γναίκις να πάου να τν σμάνου ιγώ. Ιγώ δεν είχα πατήσ καμιά φουρά στν ανγκλησιά κι ούτι ήξερα, πού ήταν του σκνί τς καμπάνας. Φουβούμαν κι όλας να πάου γιατί μ είχαν πει, ότι τν νύχτα άστραφταν τα κόκαλα απ τς πιθαμέν κι ότι του βράδ σκώνταν οι πιθαμέν κι γυρνούσαν ικεί γύρου. Τι να κάμου όμους, ντρέπουμαν να πω τς αγνιαίκις ότ φουβούμαν. Σκώθκα κι πήγα σιαπάν στ Μπουλατά του καφινέ κι πήγα κι είπα στου Φώτη του Γκιζέλ:
-Σήκου ρε να πάμι να βαρέσουμι τν καμπάνα, πέθανι η Ντιλινγκάς!
Ικείνους όμους έπαιζι ξιρή κι μ είπι:
-Τράβα μουναχός, του σκνί είνι στ κουλώνα στουν νάρθκα.

Σάμαντι ήξιρα ιγώ, που ήταν η νάρθκας κι που ήταν η κουλώνα τ. Ύστιρα γύριψα απ του Θιουλόγου τουν Μπουρδουλόγου, έτσι έλεγε τον παππού Θεολόγη Δελιγκά, να έρτ να πάμι να σμάνουμι τ καμπάνα, μα κι αυτός μι είπι τα ίδια. Σκώθκα κι ιγώ, χισμένους απ του φόβου μ, να πάου μοναχός ζουμ να τ σμάνου. Κι είχι μια σκοτίδα.... Πίσσα. Δεν κοίταζις τ μύτη σ. Πήγα του λοιπόν, στα σκοτνά κι πασπάτεψα σι μια κουλώνα να βρώ του σκνι. Του βρήκα, μα ήταν ψηλά σκαλουμένου στου καρφούδ, κι μπήδσα για να του φτάσου, μα μόλις του έπιασα κι γύρσα για να σμάνου, κτάζου μπρουστά μ δυο ίσκ και τέσσιρα χέρια σκουμένα. Χέσκα απ του φόβου μ. Ποιος διάλους πιθαμένους ξύπνισι, είπα μι του νου μ. Η ένας κατέβασι τα χέρια τ' κι μ' άρπαξι του χερ', που κρατούσι του σκνί. Φουβήθκα πουλύ. Τραβάου το χέρι μ να ξιφύγου κι τουν λιέου:


-Άφκι μι ρε...
Όμους ικείνους μ έσφιγγι πιο πουλύ, κι δεν έκρινι. Τραβάου 'κόμα μια γερή κι τουν ξιφεύγου μι του σκνί στου χερ'. Κι είχι έναν κουμπαρίκου σιακάτ-σιακάτ, σαν γρουθιά ήταν. Του σκώνου κι ιγώ σιαπάν κι τουν κουπανώ μια μι του κουμπαρίκου στου κεφάλ, που ήταν ούλ’ θκί τ.
-Ώχ..
φώναξι απ' τουν πόνο. Κι ιγώ μόν τότι κατάλαβα ότι δέν ήταν πιθαμέν κι τς είπα:
-Ζουντανοί είστι; Θα σας γαμήσου τ μανούδα θα σας γαμήσου!..
Κι τσ πλάκουσα μι τουν κόμπου κι δεν ήξιραν απου που να φιύγουν...κι οι δυο τς κι η Φώτης κι η Μπουρδουλόγους η Θιουλόης..
Μέρες γελούσα όταν το θυμόμουνα το πάθημά του. Ο Τσέκος ο ατρόμητος, φοβόταν τους ίσκιους των πεθαμένων! Όποτε τον έβλεπα τα τελευταία χρόνια όλο και κάτι καινούριο είχε να μου πει. Πάντα δε όταν του έλεγα ποιος είμαι, μου έλεγε, σε άπταιστη καθαρεύουσα:
-Έλα, να μου εξετάσεις τους οδόντας μου.

Δόντια φυσικά δεν είχε από τότε, που ήταν σαράντα χρονών και έτρωγε μόνο με τα ούλα, που είχαν σκληρύνει και είχαν γίνει σαν δόντια.
Μια φορά, θα ήταν 2-3 χρόνια πριν πεθάνει, καθώς περνούσα με το γιο μου το Στέφανο, από την γειτονιά τον είδα να κάθεται στην εξώπορτα της αυλής, ανακούκουρδα, κάτω στις πέτρες. Μπροστά του είχε απλωμένα τα σύνεργά του, μπαστούνια, ταμπακέρα, τσακμάκι και ένα πακέτο τσιγάρα "Άσσος", που τα είχε, όπως έλεγε για να κερνάει. Ο ίδιος προτιμούσε το στριφτό. Φορούσε ένα ζευγάρι γυαλιά, που από την μία μεριά δεν είχαν γυαλί κι από την άλλη πάνω στο σκελετά το γυαλί κρατιότανε από κάτι κορδέλες, που είχε δέσει. Από την άλλη μεριά της πόρτας κάθονταν η γυναίκα του, η θεια Κατερίνη. Δεν περνούσε από κει άνθρωπος, που να μην ανταλλάξει μαζί του μια δυο πειραχτικές κουβέντες. Έκανα να κινηθώ προς τα κει κι ο γιος μου, που δεν ήθελε να τον πειράζω, μου είπε:


-Μη ρε μπαμπά, μη τον πειράζεις τον παππού!
Δεν φαντάζονταν βλέπεις, πόσο το τραβούσε ο οργανισμός του μπάρμπα Άγγελου το πείραγμα. Πλησίασα λοιπόν και διστακτικά με ακολούθησε και ο Στέφανος. Καλησπέρισα με αλλαγμένη ελαφρά την φωνή και με κάποια σοβαρότητα, για να μη με καταλάβει. Εκείνος αφού απάντησε με ένα σπέραα κι επειδή δεν έβλεπε με τα γυαλιά του καθόλου, γύρισε προς την γιαγιά και την ρώτησε:
-Ποιος μαρ Κατιρίν είνι;
-Πού να ξιέρου γω; Σάματι κτάζουν τα γκαβά μ.
-Ποιος ρε είσι;
με ρώτησε προσπαθώντας από την φωνή μου να με καταλάβει καθώς του έλεγα:
-Είμαι ένας γιατρός, του Ε.Σ.Υ. και με έστειλαν, με εντολή του Παπανδρέου, να σας εξετάσω. Πριν προλάβω να τελειώσω την φράση μου και στο άκουσμα της λέξης γιατρός πετάχτηκε και είπε σαν συνέχεια:
-Τον κώλο του να τρως....
Ύστερα ξαναρώτησε την γιαγιά, που στέκονταν χωρίς να μιλάει:
-Ποιος μαρί είνι;
Επειδή όμως εγώ επέμενα πως ήρθα με εντολή του Παπανδρέου να τον εξετάσω, είπε:
-Να τουν πεις να κτάζ τ Μιμίκα τ καλά κι να μας αφίκ ιμάς ήσυχ.
Όμως, σαν να το πίστεψε τελικά και δέχτηκε να τον εξετάσω. Τον έβαλα και σήκωσε τα ρούχα του από την μέση και πάνω και έσκυψε προς τα μπρος. Εγώ, αφού τον ακροάστηκα δήθεν κι αφού τον έβαλα και ανέπνευσε κανα δυο φορές βαθιά κι αφού έβηξε κιόλας του είπα:
-Ωραία, πολύ ωραία, μια χαρά σας βρίσκω.
Και εκείνος, αφού κατέβασε τα ρούχα του, κι αναστέναξε είπε:
-Αχ, δεν είμι καλά βρε πιδί μ, δεν είμι καλά. Δεν βλιέπου βρε, δεν βλιέπου.... Μον τς καλιές βλιέπου! Ωχ.....
-Μα γιατί κύριε μου, του είπα, μια χαρά σας βρίσκω;
-Εικοστέσσιρα χρόνια πιδί μ, εικοστέσσιρα χρόνια κλιέου! Τόσα χρόνια ιέχου να γαμήσου.
-Μα γιατί; του είπα εγώ απορημένος τάχα, η κυρία σύζυγός σας δεν είναι;
-Βρε δεν καταλαβαίνς γιατρέ. Δεν μη σκώνιτι βρε πιδί μ, πώς να στου πω;
Εκεί πια με έπιασαν τα γέλια και με κατάλαβε και φώναξε:
-Αχ, π να σι χιέσου του γουνιό σ να σι χιέσου....Κουνουμούδ είσι;
Μετά, καθίσαμε για αρκετή ώρα και μας είπε διάφορα. Είπε και την γιαγιά και μας κέρασε λουκούμι, κι ύστερα ήρθε και ξανάκατσε στη θέση της. Εγώ την πείραξα για την μεγάλη βράκα μέχρι τα γόνατα, που φορούσε, κι εκείνη γελώντας με αποστόμωσε, λέγοντάς μου:
-Έι, μη γιλάς! Τ κτάειζ πόσο τρανή είνι η βράκα μ; Τουν κτάειζ κι αυτόν του ντιάβουλου; Μια θριμούδα είνι! Μα δεν τουν χώρησι βρε πιδί μ τέτοια τρανή βράκα μέσα! Αμ, πώς βρε πιδούδι μ, σας βάζουν σήμιρα τα κουρτσούδια μέσα σι τόσου μκρά βρακούδια, που φουρούν;
Έμεινα σκασμένος από τα γέλια.
Σε ένα ή δυο χρόνια από τότε, το τέλος του 91 ή αρχές του 92 θαρρώ, μέσα στην ίδια εβδομάδα έφυγαν και οι δύο. Ο παππούς ο Τσέκος πρέπει να έφτασε τα 95 κι η γιαγιά κάπου εκεί περίπου.
Από τις ΄΄Αναμνήσεις ΄΄ του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου.

 

 


 

 

Οι ακρίδες

Μia foura irti  enas amerikanos   farmadoros  edo na di apo konta tous australous   farmadorous .  Apoules toun pire  enas  kai toun  piye siakat  siakat  na dgi    ta diafoura .  Si mia apouliana   tha itan isa mi 5.000  probata.   Routai  i amerikanous:   Ti ine re autouna.    Aaa, kan i australos,  ini merinos.   Tipouta lei I Amirikanoys.Pou na ta dgis stn Amiriki!!!   na kati proubatnaris  exoymi imeis.     Tsimoudia i australos. Ai siakat  siakat pali, toyn paen si mia apoyliana, se mia  katifouria  kai iki mesa stou lakou ixi isia mi 10.000  damalia.   Ti eine re touta ; roytai i Amirikanoys.    Ta kalitera   giladia tsa australias,toyn liei I Australos..   Xaxaxax !!! lei i amirikanous.    Imis na dgis voudarikia!!!  theorata san  axironis trana,  tou mpiki. I australos  ebrazi apou mesat.   Si mia stroufi  si ena raxon, evoyskan   kamia  ikousaria kankouro. Are ti ini autouna; Roytai I Amirikanous.Ki i austrlos mi  apathia  toyn apantai:   a k r i d i s !!!!!!!!  Τsmoudia i amerikanous !!!!!!!!!!   yia xara thanasakou ……

Για την αντιγραφή ΘανΣτεφ. Παπαοικονόμου

Το μασάλι το έστειλε ένας φίλος Ραβνιώτης, ο Βασίλης Παπαιωάνου, που ζει στην Μελβούρνη της Αυστραλίας…και το παρατίθεται όπως το έστειλε…

 

 


 

 

Στον οφθαλμίατρο

Ο μπαρμπα Γιώργος, ο άντρας της κυρά Αργυρής, όταν άρχισε πάλι να μην βλέπει καλά έστω και με τα γυαλιά-ματομπούκαλα που φορούσε, αποφάσισε να πάει στη Θεσσαλονίκη στον οφθαλμίατρο να του αλλάξει τα γυαλιά.

Μπαίνει λοιπόν στο ιατρίο και κάθεται στο σαλονάκι να περιμένει το γιατρό που εξέταζε στο άλλο δωμάτιο.

Στον απέναντι τοίχο, όπως καθόταν στο σαλόνι, υπήρχε ένας μεγάλος καθρέπτης.

Ο μπαρμπα Γιώργης βλέποντας τον εαυτό του θαμπά μέσα στον καθρέπτη, νόμιζε ότι απέναντί του καθόταν κι άλλος άνθρωπος που περίμενε να εξεταστεί.

Αρχίζει λοιπόν και ... πιάνει κουβέντα μαζί του.

- Τι, κι εσύ για γυαλιά ήρτεις;

ρωτάει...

Φυσικά δεν του απαντάει κανένας και ξαναρωτάει...

- Λέω κι ισύ για γυαλιά ήρτεις;

Πάλι καμιά απάντηση. Οπότε απαντάει ο ίδιος, που δεν είχε καταλάβει ότι έβλεπε την εικόνα του στον καθρέπτη.

- Μωρε συ δεν είσι μόνο για γυαλιά, είσι κι για ακουστικά...!

 

Βλάχος Κώστας

 


 

Γαμπρός και πεθερός

Γαμπρός κι πιθιρός πήγαν να μάσουν τα καρύδια 
---Κατέβα από κει σι λιέου θα γκριμίις κι θα μι βάλς σι κανένα μπιλιά ρε διάτανι 
---μι φουβάσει πατέρα δε κριμνώ 
---κατέβα που να σι πάρ΄η διάβουλους ρε βλουημένου
-- μι φουβάσει δε έχου ανάγκ΄σι λιέου ,είμι λαφρύς .
--ρε σι κατάλαβα απ΄τναρχή πούσαν λαφρύς ,μα τι νάκαμνα που τσειχα πέντι

Μαρία Λιναρούδη

 


 

O τενεκές το λάδι

Πολλά προιόντα στο χωριό παλιά, τα έφερνε ο Συνεταιρισμός. Ένα απ' αυτά ήταν και το λάδι. Αυτό το έφερνε άλλες φορές σε μικρά πεντάκιλα τενεκεδένια κουτιά και άλλες φορές σε μεγάλους δεκαεξάκιλους τενεκέδες.

Μια χρονιά που το λάδι το έφερνα σε τενεκέ μεγάλο και δεν μπορούσε η κυρά Αργυρή να τον σηκώσει, λέει στον μπαρμπα Γιώργη:

- Έ Γιώρ' έλα ν' αδειάσουμι απ' του μεγάλου τενεκέ στου μκρό, να μπουρώ να τουν σκώνου.

Πάνε λοιπόν στο κατώι που ήταν σχεδόν σκοτεινά και σαν να μην έφτανε αυτό, φορούσαν κι οι δυο τα γυαλιά με τα χοντρά τζάμια, όπως ήταν τότε και το βρακολάστιχο να τα κρατάει στο κεφάλι για να κάνουν την μετάγγιση.

- Βάστα μαρή Αργυρή του χνι ν' αδειάζου ιγώ, λέει ο μπάρμπας.

Παίρνει τον μεγάλο τενεκέ με το λάδι στα χέρια του ο μπαρμπα Γιώργης και αρχίζει να αδειάζει.

Φυσικά ούτε που πήραν χαμπάρι πότε γέμισε το πεντάκιλο τενεκεδένιο κουτί και άρχισε να τρέχει απ' έξω.

Κάποια στιγμή που ο μπαρμπα Γιώργης άρχισε να αισθάνεται τον τενεκέ να ελαφραίνει στα χέρια του, λέει στη γυναίκα του.

- Έ μαρή Αργυρή, μικρό μικρό του τενεκεδούδ', αλλά θα τουν πάρ' όλου τουν τινικιέ μέσα.....{flike}

Κώστα Βλάχος

 


 

 

Λύκος

 

Συζητουν δυό κι ρουτάει η ένας τουν α΄λλουν
-------- Πως πάει Βασίλ΄΄  τι κάμνιτι έιστι καλά  ,τουν γυιός δεν τουν χταζου που βρίσκιτι κιρόν σαν να έχου να τουν δγιώ?
----Α!!!!!!!!!!! τι δε του έμαθις ?
---τι να μάθου ,τουν συμβαίν΄τίποτα κακό? -
---ϊι που να φας ντγλώσσας ,θα μι του μάτιαςς του πιδι .Σπουδαζ΄ρε δε του έμαθεις?
---- α!!!!!!!!!!! μπράβου  ισυ του καταφιρεις ισι τουν έβαλις στου δρόμου κι θα τουν κάνς άνθρουπου ,ιγώ δε καταφιρα . ι τι σπουδάζ΄Βασίλ΄?
---- Τι σπουδάζ΄?  Λύκους .
--- τι λύκους ? έχ΄τέτοια ιπιστημ΄ ?
-- κι βέβαια έχ ΄ ,Ιδώ ντγύο χιλιάδις γίντια μι έφαει  κι σι μι ρουτας κι αν έχ΄
Μαίρη Παπαζα

Το κυνήγι
Η Γιώρς  ήταν παντρημένους μιτ Μαρίγια απου χρόνια, μα δεν τουν αριζει η δλιά του Γιώρ΄.Ούλην ντ΄μέρα ντνήβγαζει  στου καφινείου η Γιώρς κι οι χουριανοί τουν είχαν κάθι μέρα στου στόματσ. Κάποια μέρα ,βαρέθκι η Γιώρσ ντγλουσουφαϊια κι πήρει ντναπόφασ΄να αλλάξ΄ζουή του συζήτση μιτ μαρίγιατ κι ίβγαλαν ντναπόφασ΄να γιένη Γιώρσ τσιόμπανους..αγόρασι ένα κουπάδ΄πρόβατα  κι ένα΄τφέγκ κι ανιέφκι στου βνό ,η γνιάίκατ΄έκατσι στου χουριό μιτσ γουνιίτς κι τα πιδιάτς . Πέρασι η κιρός κι στου Γιώρ΄έλπι η μαρίγια ,μιτ πρώτ΄τσινάντιςς που είχαν ίβγαλαν ντναπόφασ΄πως να χτάζντι .
-γιώρς ....-μαρίγια όταν θα ακούς τφικιά να ανιβαίνς σιαπάν να σιχτάζου΄.  έτσ΄κι γιένταν  .πιρνούσι η κιρός κι του τφέγκ΄έπιζει του ρόλουτ΄.ήρτι όμως κιρός κι η Μαριγιά δεν συναντούσι του Γιώρ΄   .Η Γιώρς καταστηναχωριμένους  κι πικραμένους μήπους έπαθι κι αρρώχτσι η Μαρίγια  παραγγιέλνι του πιθιρότ να μάθ΄τα νέα  τι γίνκι κι χάθκι η γνιέκατ.
-η μαριγιά είνι καλά  τι κάν΄κι χάθκι  ντφιγκώ ξαναντφιγγώ κι δεν απλουέτι
-- Τι να σι πω μωρέ πιδιμ΄απου τότι που αρχίνσι του κυνήγ΄ ,μόλις ακούσ΄ντφιγγιά γιένιτι αέρας  γιένιτι   .
Μαίρη παπαζά

 

 

 


 

Βαφτίσια

Βαπτίσια 1 
-Καλημέρα Μαρία ,τι έμαθα μαρή ,βάφτσιτι του κουρτσουδ¨σας ? -Ναι μαρή του βαφτσαμι - και πως του ιπιτι? -Κατιρνούδα.- Α!!!!!!!! του παππού΄ ,α!!!!

Βαπτίσια 2 
- Τι πιδί έχει η Κώστας Βασίλουμ΄ ?- αρσινκό .-Του βάφτσιτι ή ακόμα?- του βάφτσαμι ντ΄Κυριακή ιπρουχτές , -κι πως του ίπιτι Βασίλου ? -να του όνουμα ντ΄δε λιέιτι ,

-τι δε λιέιτι?

-να σι λιέου δε λιέιτι .

-Πως του΄πιτι μαρή τώραϊα θα μι σκάϊσ΄-σι σκάσου δε σι σκάσου δε λιέιτι σι λιέου .τι μαρ΄Μαρίκα του πιτι

- αμ τι Μαρίκα μι λιές μαρή αφού σι ΄πα είνι αρσινκό -Να του΄παμι Γαμέμνουν ,του φχαριστήθκις μι΄εσκασις πλιά .

Μαρία Παπαζά

 

 


 

 

Οι Κ(υ)δωνάδες

Έτυχε ποτέ σε κάποιον από σας,κάποιος φίλος του Ζαγκλιβερινός, να τον αποκαλέσει περιπαιχτικά κ (υ) δ ω ν ά;;;; Αναρωτηθήκατε ποτέ, πώς και γιατί οι φίλοι και γείτονές μας, μας κόλλησαν αυτό το παρατσούκλι;; Γιά τους νεώτερους,αλλά και για όσους δεν γνωρίζουν,θα σας πώ μια ιστορία....'ισως ίσως και παραμύθι.

Στό χωριό μας, την δεκαετία του 1950 και έως το 1965 περίπου, ζούσε μια οικογένεια χωριανών μας,με πολλά προβλήματα υγείας. Το ανδρόγυνο είχε τέσσερα παιδιά,που όλα τους,άλλο λιγότερο,άλλο περισσότερο,είχαν ψυχολογικά έως καί ψυχιατρικά προβλήματα.Τα δυο μεσαία κυρίως,κορίτσια και τα δύο, ήταν σε άσχημη κατάσταση. Θυμάμαι ακόμα,πως την μικρότερη από τις δύο, άν και ήταν τρία τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή μας την είχαμε και μείς συμμαθήτρια για ένα χρόνο,πρίν την αφίσουμε πίσω μας...Και ..την θυμάμαι γιατί στις γυμναστικές επιδείξεις,η δασκάλα μας, μου την έβαλε ζευγάρι στις ασκήσεις και χρειάστηκε να την κουβαλήσω και στην πλάτη μου,για χάρη κάποιας άσκησης.. Βάρος ασήκωτο για τα κιλά μου..Η μακαρίτισσα η μεγάλη μου αδελφή,πάντα με πείραζε, πως τάχα γιαυτό και δεν ψήλωσα..

Λένε, πως κάποιο Σάββατο , η μάνα τους, η κυρά Κ......ω, πήρε τα δυό κορίτσια και κατέβηκε στο Ζαγκλιβέρι,στο παζάρι για να κάνει τα ψώνια της. Το παζάρι τότε γίνονταν Σάββατο. Τα κορίτσια θα ήταν γύρω στα 10 -12 χρονών τότε..Η ηλικία όμως του μυαλού τους, δεν συμβάδιζε με την πραγματική ηλικία..Στο παζάρι κι ενώ η κυρά Κ.....ω έκανε τα ψώνια της,ακολουθούνταν σταθερά από ένα τσούρμο παιδάκια, που παρακολουθούσαν την περίεργη συμπεριφορά των δύο άρρωστων κοριτσιών.. Τα κορίτσια κάθε τόσο την τραβολογούσαν δεξιά και αριστερά,ζητώντας κάθε φορά να τα αγοράσει και κάτι, που τους είχε μπεί στο μάτι...

Στο παζάρι,τα Σάββατα, η χαρά των παιδιών ήταν ο παππούς ο Ζαχαρατζής, που πουλούσε,ότι άρεσε στα παιδιά. Όλων των ειδών τα γλυκά και ζαχαρωτά...(ίσως από κεί και το όνομά του),Είχε καραμέλες διάφορες, της γριάς το μαλλί, γλυκά, καραμελωμένα μηλαράκια, κυδώνια και άλλα πολλά,. Όταν η κυρά Κ.....ω έφτασε μπροστά στην πραμάτεια του παππού Ζαχαρατζή,της έγινε αδύνατο πια να απομακρυνθεί από εκεί. Τα κορίτσια έκλαιγαν,έπεφταν κάτω, σέρνονταν στο χώμα και την παρακαλούσαν να τους αγοράσει κάτι από τον παππού, που όμως δεν ήξεραν πώς το έλεγαν ,για αυτό και παρακαλούσαν λέγοντας:

-Μάνα, θέλου τέτοιο,μάνα θέλου τέτοιου..μάνα τέτοιου.....!!!!!

Η μάνα τους όμως, δεν καταλάβαινε τι ήθελαν και βασανίζονταν να γλυτώσει κι από όλο το σαματά,που δημιουργήθηκε εκεί γύρω...Τις τράβηξε τότε από τα χέρια για να απομακρυθεί κι αγανακτησμένη, απευθύνθηκε στην μία τους και της είπε:

-Ά(ν).....σι τ(ι)νάξου μια, θα σκά(σ)εις κάτ(ω),σαν << Κδών>>!!!!!!!!!!!!!!!!!

Και τότε η μικρή πετάχτηκε πάνω και της είπε:

-Άχ μάνα.....κ(υ)δών(ι)  θέλου....!!!!!!!!!!!    Μάνα κ(υ)δόν(ι)..      μάνα κδόν......

Τώρα αυτό......... άν είχε πραγματικά συμβεί ή ήταν ένα εφεύρημα των φίλων μας Ζαγκλιβερινών ,για να μας πειράζουν για την χοντράδα της ομιλίας μας, δεν τον γνωρίζω.

Αυτό  ήταν  όμως.....Τον <<συμβάν>> διαδόθηκε γρήγορα και το παρατσούκλι,,, μας έμεινε από τότε.... και μέχρι και σήμερα...

<<Οι κ(υ)δωνάδες!!!!!!!!!!!!>>   .

Θανάσης Στεφ. Παπαοικονόμου (παππούς πλέον)..

 

 

 

Σόμπορο

Σόμπορο
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό Χειμωνα να εχουμε ,ηπιο χωρις πολλες σκοτουρες Σόμπορο (14.11.17, 12:49)(18:12) 0
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες στο μεσον τουφθινοπωρου και βαλτωσαμε ,με το καλο ναρθει ο Χειμωνας τα πηρατε τα ξυλα σας φετος μου μοιαζει βαρυς θα ειναι . . τα λεμε του χρονου καλο υπνο Σόμπορο (10.10.17, 13:54)(18:12) 0
Βλ Λιγοτερη κινηση στο σομπορο η πολλη ειναι καταρα Σόμπορο (24.08.17, 14:01)(18:12) 0
Βλ σε σας πετυχατε να εχετε μια θεση στην ανωτατη εκπαιδευση συγχαρητηρια και κάντε το σταυρο σας να αλλαξει η οικονομική κατασταση στην πατριδα μας ωσπου να γίνετε ακαδημαίκοι πολιτες και για τους αλλους που δεν τα καταφεραν η ζωή δεν χαθηκε υπαρχουν και αλλες ευκαιριες γεροι να ειστε σιγουρα και για σας κατι περιμενει Σόμπορο (24.08.17, 13:58)(18:12) 0
Βλ Με το νερο καλέ τι γινεται τα φαγαμε τα 2,5 χρονια και το θεμα αλυτο Από λογια ..... Σόμπορο (02.05.17, 12:20)(18:12) 3
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό μηνα και από δω καλο καλοκαιρι Σόμπορο (02.05.17, 12:16)(18:12) 1
Βλ Καλημέρα Αδαμ ,μα τι κινηση ειναι αυτή .Γιατι δεν καλημεριζόμζστε εστω και ετσι μιας και βαριομαστε να πουμε καλημερα όταν ανταμωνουμε Σόμπορο (29.01.17, 08:51)(08:01) 2
Βλ λαθος στην παραδοση Σόμπορο (25.12.16, 19:42)(19:12) 4
Βλ Βρε παιδιά η δωρεα του παραδωσιακων μουσικων οργανων του Χρισ Χάλαρη στο Αδάμ τι γίνεται? την κλεισαμε στο σχολειο και εκει βαλτωνει Σόμπορο (25.12.16, 14:06)(14:12) 5
Βλ Εσεις που γραφατε που χαθηκατε ,η σελιδα νομιζω ότι πατωνει και αυτο ειναι κακο μια σελιδα που θα ζηλευαν μεγαλες πολεις Σόμπορο (25.12.16, 13:30)(13:12) 2
Βλ Χρονια πολλά Αδάμ όπου και αν βρισκεσαι στην πατριδα ή στα περατα του κόσμου και καλή χρονια να εχουμε με υγεία και ειρήνη Σόμπορο (25.12.16, 13:28)(13:12) 2
Βλ Αντε εμεις γενικως πεινάμε μα εσεις εκτος Ελλάδος δεν πεινάτε και δεν μπαίνετε να μας πειτε πως τα περνάτε Σόμπορο (20.09.16, 17:26)(18:12) 3
Βλ πάει και αυτή η σελιδα την επιασε και αυτή η οικονομικη κρίση Ντροπη μας Σόμπορο (20.09.16, 17:22)(18:12) 0
Βλ αντε βρε κουνηθειτε ,ετσι θα πάρουμε την Πόλη? Σόμπορο (26.07.16, 23:07)(23:07) 2
Βλ απο τοτε που το κανατε μοντέρνο adamiotes θαρρεις και κάτσατε πάνω τετοια καντεμιά Σόμπορο (26.07.16, 23:04)(23:07) 1
Βλ το βιβλιο θαναση πολυ καλό , οι αναμνησεις μας ζωντανευουν Σόμπορο (18.06.16, 11:54)(18:12) 1
thanasispap Βασίλη εντάξει,τα βρήκα.'Εφτεγε το ipad.. Σόμπορο (26.05.16, 03:06)(03:05) 2
bozatzidis Αφού φανεί το βιβλίο σε πλήρη οθόνη, όποιος θέλει να το κάνει ακόμη μεγαλύτερη, πατάει το εικονίδιο για ζουμ που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στα βελάκια. Είναι ο μεγεθυντικός φακός με το + Σόμπορο (25.05.16, 22:09)(22:05) 1
bozatzidis Για να πας στην προηγούμενη σελίδα δεν έχει να κάνει ποτέ με ένα site. Πατάς το πάνω αριστερό βελάκι του browser (mozzilla, chrome κλπ). Σόμπορο (25.05.16, 22:06)(22:05) 0
bozatzidis Θανάση ανεβάζω εικόνα που δείχνει που πρέπει να κλικάρεις για να δεις το βιβλίο σε πλήρη οθόνη. Σόμπορο (25.05.16, 22:05)(22:05) 0
You are not allowed to use shoutbox.