ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου

Αδαμιώτικο λεξιλόγιο

 Εύκολα διακρίνει κανείς από την προφορά τον Αδαμιώτη από τους άλλους ντόπιους. Ξεχωρίζει από την προφορά. Έχει δικούς του χρωματισμούς της φωνής και για κάθε μέρος του λόγου έχει πλάσει δικό του καλούπι, δικό του λεξιλόγιο και μητρική γλώσσα. Παρακάτω αναλύουμε μερικά μέρη του λόγου και ακολουθεί ένα λεξιλόγιο το οποίο συνεχώς εμπλουτίζεται.


 

Κάποια βασικά στοιχεία της γλώσσας

 

¨Άρθρα, ουσιαστικά:. Προφέρονται συνήθως κοφτά. Αρσενικό άρθρο στον ενικό δε χρησιμοποιεί σχεδόν καθόλου π.χ. η παπάς, η άντρας, η αέρας κλπ, η δλιά (δουλειά),η πιθιρά, η νύφ’, του πιδί, του σπίτ, τ’ παπά του χωράφ’, τ’ς μάνας η πουδιά, τουν ντραγάτ, τ’ν ιγκλησιά κλπ. Στον πληθυντικό : οι παπάδις, οι δ’λιές, τ’ς αυλιές, τ’ς μ’λιές κλπ.

Επίθετα: νέους, άγριους, άχαρους, διαβουλ΄κός κλπ. Συνηθισμένη κατάληξη ους και σπάνια ος (όσα τονίζονται στη λήγουσα συνήθως)
Για τα υποκοριστικά χρησιμοποιούν τις καταλήξεις ουδ και ουδα και ουτσκου π.χ. αρνούδ, πιδούδ, κατσ’κούδ, ελούδα, μοιρούδα, φουλούδα (φωλίτσα), μ’κρούτσκου, καλούτσ΄κου.
Σε πολλά ονόματα προσθέτουν μπροστά το α (όχι σα στερητικό) π.χ. αλ’παριά, α-σκαμνιά, α-μασχάλ’, α-γλήγουρα, α-χώρια, α-κουλνώ, α-λ’πούμι κλπ.

Αντωνυμίες: ιγώ, ισύ, αυτός, αυτήναν, τέτιους (τέτοιος), ιμείς, αφνοί (αυτοί), τέτνοι (τέτοιοι), ικείνους, ικείνην, ικ’νοί (εκείνοι), θ’κος ζουμ (δικός μου), θ’κομ (δικό μου), θ’κοι μας (δικοί μας), θ’κα μας (δικά μας), άλλους (άλλος), άλνοι (άλλοι), ποιος, πνοι (ποιοι), ούλους (όλος), ούλνοι (όλοι), λίγνοι (λίγοι), πουλνοί (πολλοί), κανιένας, όσνοι (όσοι), τόσνοι (τόσοι), πόσνοι (πόσοι), καν κανιένας κλπ.
Αντωνυμίες προσωπικές μπροστά από ρήματα: Τ’ς έντ’σαν (τους έντυσαν), τ’ς ‘ελ’σαν (τους έλυσαν), τ’ς κρουν (τους κτυπούν), τ’ν είπα (την είπα), μ’ ίλιγι (μου έλεγε) κλπ.

Ρήματα: (η σύντμηση στα ρήματα είναι πολύ συνηθισμένη και οι καταλήξεις αλλάζουν π.χ. κ’τάζου (κοιτάζω), κ’τσαίνου (κουτσαίνω), έχ’ς (έχεις), αφ’κρούμι (προσπαθώ να ακούσω), σ’λλουγούμι (συλλογιέμαι), κά’ντι (κάθονται), έρ’ντι (έρχονται), κ’μούντι (κοιμούνται), κ’νιέτι (κουνιέται) κλπ.

Επιρρήματα θαυμαστικά κυρίως: Ου, ου μπα, μπρε, ε κι συ, σουστά α, ψιέμμα, καμό’ζουμ, ιμ κλπ

Παρομοιώσεις: το α έχει τη σημασία του σαν-όπως, όταν βρίσκεται μπροστά από ονόματα π.χ. α τουν κλιέφτ (όπως ο κλέφτης), α γιούφτους (σαν γύφτος)

Σαν τελευταίες παρατηρήσεις μπορούμε να πούμε ότι το δ στα υποκοριστικά προφέρεται περισσότερο σαν ντ πχ. π’λούντια (πουλάκια), αρνούντια (αρνάκια), κατσ’κούντια (κατσικάκια) κλπ. Επίσης τα συμπλέγματα λι και νι έχουν ιδιάζουσα προφορά π.χ. λιέου (λέω), Αλιέκους (Αλέκος), αλιεύρ’ (αλεύρι), δάσκαλι (δάσκαλε), πλιέκου (πλέκω), πινιεύου (παινεύω) κλπ.

 


 

Α

  • Αβντάλ'ς (ο)= άχαρος
  • Αγγιό (το)= δοχείο
  • Αγκριντιά (η)= χοντρό ξύλινο δοκάρι που στήριζε το πάτωμα
  • Αγλήγουρα = γρήγορα
  • Αγρικώ = καταλαβαίνω
  • Αγρουστιρίδα (η)= το πουλί σιταρίθρα
  • Αγρουχούχλιαβους (ο)= αγουροξυπνημένος
  • Αδελφουμίρ' (το)= οικογενειακός κλήρος
  • Άκλουθου (το)= ομφάλιος λώρος
  • Αλαφρουκάνταρου (το)= ελαφρόμυαλος
  • Αλιέσ (το)= ψοφίμι
  • Αλμπίζουμι = λιμπίζομαι
  • Αλόρτους (ο)= όρθιος
  • Αλπαριά (η)= ψάρι της λίμνης (συνήθως παστωμένο)
  • Αμάκα (η)= στο τζάμπα, χωρίς πληρωμή
  • Αμπούχαβους (ο)= κούφιος, αυτός που δεν αντέχει
  • Ανακούκουρδα = κάθομαι οκλαδόν
  • Ανάμ' (το)= δυσάρεστο γεγονός
  • Αναμούρα (η)= έξαψη
  • Ανιβράει = αναβλίζει
  • Ανιέγκασμα (το)= παρακίνηση
  • Ανιέγκουνας (ο)= αγκώνας
  • Ανιτάζου = καταριέμαι
  • Αντέτ (το)= αυτό που πρέπει, που συνηθίζεται
  • Αξούγκ'(ι) (το)= ξίγκι, λίπος
  • Απόκαμα = κουράστηκα
  • Απόρξει = απέβαλλε
  • Απόστασα = κουράστηκα
  • Απουλιάνα (η)= ακαλλιέργητο χωράφι
  • Απουλνώ = αμολάω, αφήνω ελεύθερο
  • Αράδα = συνέχεια, κατά σειρά
  • Αργκιλέδ' (το)= ανεπρόκοπος
  • Αρμιγάς (ο)= δοχείο αρμέγματος με χερούλι
  • Αρμίζου = βουτώ την μπουκιά στο φαγητό
  • Αρναούτ'ς (ο)= αυτός που δεν καταλαβαίνει
  • Αρνιγκιάρ'ς (ο)= άρρωστος, ισχνός
  • Αρνίθα (η)= κότα
  • Αρτσιά (η)= λίπος του φαγητού
  • Ασκένουμι = σιχαίνομαι
  • Ασλούμπουτους (ο)= ασυμμάζευτος, αταίριαστος
  • Ασμάζουχτους (ο)= ασυμμάζευτος, όχι νοικοκύρης
  • Άσουγους (ο)= ανάρμοστος,αταίριαστος
  • Αστόϊσα = ξέχασα
  • Αστουχώ = ξεχνώ
  • Αστριχιά (η)= το λούκι
  • Αυραϊά (η)= παρτέρι με λουλούδια
  • Αφκριέμι = προσπαθώ να ακούσω
  • Αχμάκ'ς (ο)= τεμπέλης
  • Αχούρ' (το)= σταύλος

 

Β

  • Βαβά (η)= γιαγιά
  • Βαγιόνα (η)= μεγάλο βαρέλι όπου γινόταν το κρασί
  • Βαζουκουπώ = κάνω δυνατό θόρυβο
  • Βαϊζω = γέρνω
  • Βακούφκους (ο)= ο κοινός για όλους
  • Βασταγαριά (η)= ξύλινη βέργα που στηρίζει τα φορτωμένα δέντρα (μεταφορικά το ξύλο)
  • Βάσταγας (ο)= Θάμνος
  • Βατσ'νιά (η)= θάμνος με αγκάθια
  • Βατσ'νιαζου = δυσανασχετώ
  • Βζούδα (η)= μικρή κοιλιά
  • Βιράν'κου (το)= έρημο, αφημένο
  • Βίτσα (η)= λεπτή ξύλινη βέργα
  • Βνιά (η)= κοπριά της αγελάδας (μεταφορικά ο τεμπέλης, ο βραδυκίνητος)
  • Βόλις (οι)= νέα
  • Βρεχτούρα (η)= ποτιστήρι

 

Γ

 

  • Γαβάν'(ι) (το)= αυνανισμός (ο Γαβανιάρ΄ς)
  • Γαλιέντσια (τα)= σαγιονάρες ξύλινες με πετσί
  • Γανιάζου = κοπιάζω
  • Γαστέρα (η)= μπουκάλι
  • Γιαζίκ= αλοίμονο (τούρκικο)
  • Γιάντις (ο)= κόκαλο του θώρακα της κότας
  • Γίομα (το)= μεσημέρι
  • Γιουντζές (ο)= τριφύλλι για τα ζώα
  • Γιουρντάν'(ι) (το)= περιδέραιο
  • Γιούφτους (ο)= γύφτος
  • Γιουφτουφάσλα (τα)= μαυρομάτικα φασόλια
  • Γιρουντώ = ορμώ
  • Γκαϊλιές (ο)= στεναχώρια
  • Γκαρλίκα (η)= ξύλο-δεκανίκι του βοσκού
  • Γκασγκάνα (η)= η τράχηλος των πουλιών (μεταφορικά αυτός που πίνει πολύ)
  • Γκδούν'(ι) (το)= κουδούνι
  • Γκέλμπιρ (το)= εργαλείο που βγάζουν τα κάρβουνα από το φούρνο
  • Γκιβιϊτίζουμι = δίνω βάση, εμπιστεύομαι
  • Γκιόλαβους (ο)= γυμνός
  • Γκιούμ (το)= σκεύος για το άρμεγμα
  • Γκιργκιτζιλιάνους (ο)= ο λαιμός της κότας στο φαγητό
  • Γκιρλιέσ' (το)= επιδημία
  • Γκλάβα (η)= κεφάλι
  • Γκλάρους (ο)= πελαργός
  • Γκλόστρ (ο)= πλάστης για γλυκά
  • Γκντώ = σκουντώ
  • Γκουγκώ = βογκάω
  • Γκουλαβούδια (τα)= τα νεογνά των πουλιών
  • Γκουντλώ = παραπατάω συνήθως από μεθύσι
  • Γκουρτζιλούδ' (το)= γουρουνάκι
  • Γκρέμ'σα = έπεσα
  • Γλαβανή (η)= καταπακτή
  • Γνι (το)= υνί
  • Γραπατσώνου= τραυματίζω, σχίζω το δέρμα (αόριστ γραπατσώθκα)
  • Γυαλίζουμι= κοιτάζομαι στον καθρέφτη

 

Δ

  • Δικανίκ'(ι) (το)= ξύλο, δεκανίκι
  • Δικαν'κιές (οι)= ξυλιές
  • Δικράν'(ι) (το)= δίχαλο ξύλο για χόρτα
  • Δουράκ'νου (το)= ροδάκινο
  • Δριμόν'(ι) (το)= μεγάλο κόσκινο

 

Ε

  • Ερμπαπλίτκου = ταλαντούχο

 


 

Ζ

  • Ζαβιά (τα)= οι ζαβολιές (ο ζαβιάρ'ς)
  • Ζαβλακώθ΄κα = αποβλακώθηκα
  • Ζαγκότ΄ς (το)= εργαλείο που δένουν τα δεμάτια
  • Ζαμακώνου = σπρώχνω, χώνω
  • Ζαμπούνα (η)= όταν τρέχει το νερό ή πιο σύνηθες το αίμα με πίεση
  • Ζαρζαβούλ'ς (ο)= ζωηρός
  • Ζαρκουλιάσκα = πιάστηκα
  • Ζάρου = ηρέμησε, κάτσε εκεί που είσαι
  • Ζ'γώνου = ζυγώνω, πλησιάζω
  • Ζεύλα (η)= εξάρτημα στο ζυγό των ζώων
  • Ζιάρα (η)= φωτιά
  • Ζ'λάπ' (το)= αγρίμι
  • Ζ'λίγου = ζουλάω, σφίγγω
  • Ζ'μπουτάου = βουτάω στο νερό κάτι για να νωτίσει να υγραθεί καλά
  • Ζνάρ' (το)= ζώνη
  • Ζνίχ'(ι) (το)= πίσω μέρος του λαιμού, σβέρκος
  • Ζουδ' (το)= μικρό ζώο
  • Ζούλις (οι)= μούρα
  • Ζουρλάθκα = ζαλίσκα
  • Ζούτλους (ο)= ζητιάνος
  • Ζτάβλιστρου (το)= εργαλείο που δαβλίζουν τη φωτιά

 


 

Η

 


 

Θ

  • Θιρμασιά (η)= ρίγος
  • Θ'κέλ'(ι) (το)= δικέλλι, τσάπα για αμπέλια
  • Θκόζουμ (ο)= δικός μου
  • Θλικώνου = κουμπώνω
  • Θρασκιάς (ο)= αέρας βαρδάρης

 

Ι

  • Ίγκλα (η)= εξάρτημα του σαμαριού για να σφίξη πάνω στη κοιλιά του ζώου
  • Ιτς μιτσ = τίποτα, καθόλου
  • Ίτσια (τα)= πανσέδες

 

Κ

  • Καδί (το)= μεγάλο ξύλινο βαρέλι
  • Καζάντζα = χόρτασα
  • Καλαμπαλίκ'(ι) (το)= αντικείμενα συνήθως άχρηστα
  • Καλτσιούνια (τα)= τερλίκια
  • Καμπάδ'κους (ο)= σωματώδης
  • Κάντσα = χόρτασα, γέμισα
  • Καπίστρ' (το)= χαλινάρι
  • Καρκάτζαλους (ο)= καλικάντζαρος
  • Κάρνα (τα)= κάρβουνα
  • Καρπουλόϊ (το)= σιδερένιο δικράνι, πιρούνι κήπου
  • Καρσί = απέναντι ακριβώς
  • Καρταλάς (ο)= αετός
  • Καρτούδ' (το)= ποτήρι μεταλλικό με χερούλι
  • Κασκαρίκα (η)= γκάφα, παγίδα
  • Κασκέτου (το)= καπέλο
  • Κατουρλιό (το)= ούρα (μεταφορικά το ζεστό ποτό)
  • Κατσίρτσει = απέτυχε, δε βόλεψε
  • Καψάλου (η)= χαζή
  • Κβανώ = κουβαλώ
  • Κένουμα (το)= σερβίρισμα
  • Κιουτεύου = φοβάμαι, κάνω πίσω
  • Κλαπατσίμπαλα (τα)= πολλά αντικείμενα μαζί που κάνουν θόρυβο
  • Κλιακώθ'κα = χέστηκα
  • Κλίκ'(ι) (το)= ψωμί ζυμωτό μικρό μέγεθος στρόγγυλο
  • Κλιμιά (η)= το μυτερό ξύλο στο κάρο (παραπέτο)
  • Κλιούφ (το)= κάλυμμα, πανωφόρι σακουλιασμένο
  • Κλουκουτώ = ανακατεύω
  • Κλουσαριά (η)= κλώσσα
  • Κλούτσα (η)= συρμάτινο τσιγκέλι για τα σαντάλια (ξερό καπνό)
  • Κ'μάσ'(ι) (το)= κουμάσι
  • Κνάκ'(ι) (το)= κυψέλη μελισσών
  • Κνάκας (ο)= τεμπέλης
  • Κουζούλ'(ι) (το)= το πουλί ψαρόνι-μαυροπούλι
  • Κουϊρούκ'(ι) (το)= πίσω μέρος του ψητού κοτόπουλου
  • Κουκλότσιαρους (ο)= καρναβάλι
  • Κουκλουβάους (ο)= κουκουβάγια
  • Κουκουρνιόκους (ο)= άμυαλος
  • Κουλάϊ (το)= η ευκολία στο να κάνω κάτι
  • Κουλουμπαρίνα (η)= πίτα με κολοκύθα χωρίς φύλλο
  • Κουπάνα (η)= λεκάνη
  • Κουπόϊ (το)= σκυλί κυνηγετικό
  • Κουραδάς (ο)= τεμπέλης
  • Κουραδίκους (ο)= τεμπέλης
  • Κουραμάνα (η)= καρβέλι ψωμιού
  • Κουρβούλ'(ι) (το)= κληματόριζα
  • Κουρκούτ' (το)= είδος φαγητού
  • Κουρκουτιάζου = γεμίζει το κεφάλι μου και ζαλίζομαι
  • Κουρμπάτσ(ι)=Καμουτσίκι
  • Κουρντήρ' (το)= κέρασμα από σπίτι σε σπίτι για το κάλεσμα σε γάμο (και κλουντήρ')
  • Κουρσούμ' (το)= βαρύ μεταλλικό σφαιρίδιο σα βώλος
  • Κουρτσούδ' (το)= κορίτσι
  • Κουσιόρ' (το)= πριονωτό μαχαίρι-εργαλείο
  • Κουσμέτ' (το)= η δουλειά
  • Κουτρουκλούδ' (το)= παιχνίδι παιδικό με ρόδα
  • Κουτρούπ' = το ξυρισμένο
  • Κουτρώ = τρακάρω
  • Κουτσούπ' (το)= το μικρό ξύλο
  • Κουφίν'(ι) (το)= κοφίνι, μεγάλο καλάθι για το μάζεμα του καπνού συνήθως
  • Κρατ'νάς (ο)= ξεροκέφαλος
  • Κρατούνα (η)= νεροκολοκύθα
  • Κρένου = μιλάω
  • Κρέχκους (ο)= ζωηρός, αφράτος
  • Κρίκους (ο)= ψηλός και άμυαλος
  • Κριτσιανίζου = τραγανίζω
  • Κρούξ' (η)= βιασύνη
  • Κρούου = χτυπώ
  • Κσάφια (τα)= στολίδια στο γάμο
  • Κ'τσάκ'(ι) (το)= το παιχνίδι κουτσό
  • Κυλαρίνα (η)= το πουλί τσίχλα
  • Κυραμίτς (ο)= αρσενικό κοτσύφι
  • Κφόγρουνου (το)= αυτός που δεν ακούει καλά

 

Λ

  • Λαγκεύου = λιμπίζομαι
  • Λαγκιόλ =μέρος του αλετριού
  • Λαγκόνια (τα)= τα πλευρά
  • Λαλαγκίτα (η)= λουκουμάς
  • Λάπατου (το)= αγριόχορτο
  • Λάτκα (η)= μικρό πήλινο πυθάρι
  • Λαφαζάνου (η)=φωνακλού
  • Λάφια=λόγια
  • Ληστί (το)= ψάρι της λίμνης (συνήθως παστωμένο)
  • Λιανίζου = τεμαχίζω, κόβω σε κομάτια
  • Λιέσ' (το)= βρωμιάρης
  • Λιμαγμένους (ο)= πολύ πεινασμένος
  • Λιμαριά (η)= τη φορούσαν στ' άλογα στο λαιμό για να σέρνουν το κάρο ή αλέτρι
  • Λιούρτας (ο)= ψηλός κι άχαρος
  • Λιπανίθρα (η)= αγριόχορτο των χωραφιών
  • Λιχνούδ' (το)= μικρό βρέφος
  • Λιχτούρ'ς (ο)= αχόρταγος
  • Λόγαρους (ο)= αράχνη
  • Λόντου (η)= παλαβιάρα
  • Λουγκούρ'ς (ο) πολύ ψηλός
  • Λουλός (ο)= παλαβός, τρελός
  • Λουλουντάμαρου (το)= χαζός, παλαβιάρης
  • Λούν'(ι) (η)= υγρή βρωμιά που δε καταστάλαξε
  • Λούσ'κα = λούστηκα
  • Λουχιρός (ο)= δροσερός
  • Λυμπέτ (το)= ψυχιατρείο, τρελάδικο

 


 

Μ

  • Μαγκουσάρ'ς (ο)= κολπαδόρος
  • Μαθές = τάχα, δήθεν
  • Μάϊ = άντε
  • Μαλιαγρίζου= παιδεύω κάτι πολύ
  • Μαλλίνα (η)= φανέλα μάλλινη πλεκτή
  • Μαμαλίκα (η)= χρήματα
  • Μανιά (η)= γιαγιά, γυναίκα μεγάλης ηλικίας
  • Μαντραβίτσα (η)= μυρμηγκιά, δερματικό εξάνθημα
  • Μαρούδα (η)= πασχαλίτσα
  • Μασάλ'(ι) (το)= ανέκδοτο
  • Μαστραπάς (ο)= ποτήρι μεταλλικό με χερούλι
  • Μάτ'ς (το)= γάτα
  • Mατζιούρσα = η μαύρη γυναίκα
  • Μαχαλάς (ο)= γειτονιά
  • Μέλουρ (το)= μελίγκρα
  • Μεσάλ'(ι) (το)= πετσέτα που σκεπάζουμε το ψωμί
  • Μιριμέτ' (το)= μερεμέτι
  • Μιρλιάρ'ς (ο)= κλαψιάρης
  • Μ'λάρ' (το)= μουλάρι
  • Μ'λώνου = το βουλώνω, δε μιλώ
  • Μουαμπέτ (το)= κουβέντα
  • Μουνασίπ' (το)= ταιριαστό
  • Μούρτζιους (ο)= λερωμένος συνήθως στο πρόσωπο
  • Μουσμούλ'ς (ο)= αυτός που αργεί
  • Μούτσιανους (ο)= μικρός σε ηλικία
  • Μουχάν'(ι) (το)= εργαλείο που βγάζει αέρα σε καμίνι
  • Μουχός (ο)= μούχλα
  • Μπαϊά = πάρα πολύ, υπερβολικά
  • Μπαϊλτσα = κουράστηκα
  • Μπαϊρ (το)= θάμνος
  • Μπακράτσα (η)= αγγείο μικρότερο από καζάνι
  • Μπακρατσάς (ο)= μεταφορικά αυτός που έχει μεγάλο και αγύριστο κεφάλι
  • Μπάμπαλου (το)= σκουπίδι
  • Μπαμπαλιάρ'ς (ο)= αυτός που λέει πολλά
  • Μπαμπάτ'σκους (ο)= ευτραφής, τροφαντός (η Μπαμπατσάνα)
  • Μπαντάκουσα = βούλιαξα σε λάσπη
  • Μπαντιακός (ο)= αυτός που κάνει ποδαρικό στο σπίτι την νέα χρονιά
  • Μπάρα (η)= λακούβα με νερό αλλά και μικρή λιμνούλα
  • Μπασιάρτσμα (το)=  πετυχαίνω το στόχο
  • μπασκί =εργαλείο ξύλινο με ενσωματωμένη μετταλική μύτη
  • Μπάτα (η)= αδελφή
  • Mπατάλου=άγαρπη κακόβαλτη
  • Μπατάκ'(ι) (το)= κακοπληρωτής
  • Μπατζιάς (ο)= καπνοδόχος
  • Μπιζέρσα = βαρέθηκα
  • Μπικάδ (το) ή Μπίκας (ο)= αρσενικό μοσχάρι, βόδι
  • Μπιλιτσίκια (τα)= βραχιόλια
  • Μπιλμπίδια (τα)= στραγάλια μαλακά
  • Μπινιβρέκ'(ι) (το)= παντελόνι κοντό και φαρδύ μέχρι τον αστράγαλο
  • Μπιρικιέτ (το)= χαμπέρι, νέο συνήθως καλό
  • Μπιτίζου = τελειώνω
  • Μπίτσι = τελείωσε
  • Μπιτσίμ =τι σχέδιο ,τι μορφή
  • Μπλαστρώθκα = έπεσα
  • Μπλιακιότσ'(ι) (το)= μικρό παιδί
  • Μπλιγούρ' (το)= φαγητό από σιτάρι
  • Μπουζ' (το)= παγωμένο
  • Μπούκλα (η)= ξύλινο παγούρι
  • Μπουλαντίζω = έχω τάση για εμετό (η μπουλαντίδα)
  • Μπούμπουλας (ο)= μαύρο έντομο (μεταφορικά το μικρό παιδί)
  • Μπουμπουνίτσα (η)= μεγάλη φωτιά
  • Μπουνταλάς (ο)= χαζός
  • Μπουντίνα (η)= μπρος πίσω κίνηση, κούνια
  • Μπουρλιάζου = κάνω αρμαθιές (μπουρλιές) το καπνό
  • Μπουρσούκ(ι) (το)= μικρό ζώο
  • Μπουσνάρα (η)= τσέπη, ζώνη του παππού
  • Μπούχτ'σα = βαρέθηκα, χόρτασα
  • Μπουχτ'σιάς (ο)= μπόγος
  • Μπράτ'μους (ο)= φίλος του γαμπρού που κανόνιζε τα του γάμου
  • Μπρουμίτσα = έσκυψα (μεταφορικά κουράστηκα πολύ σε κάτι που κάνω)
  • Μ'σούδ' (το)= μισή δραχμή, πενηντάλεπτο
  • Μυγαρούδια (τα)= μυγαράκια

 

 

Ν

  • Νιβατή (η)= τυρόψωμο
  • Νίβουμι = πλένομαι (στο πρόσωπο συνήθως)
  • Νιβριταριά (η)= πηγή
  • Νιγλιάζου = ανακατεύομαι, έχω αναγούλες
  • Νικατώνου = ανακατεύω, αναμιγνύω (ο νικατουσιάρ'ς)
  • Νικουκρασάς (ο)= πουλί
  • Νιμουδιάζου = παίρνω από το ένα και βάζω στο άλλο (μοιράζω νερό, υγρό κλπ)
  • Νιπιτάρ'ξει = πέταξε
  • Νισακιάζουμι (ι)= κουνιέμαι, δεν είμαι ήρεμος
  • Νιτσίμκσει = κουνήθηκε
  • Νιφκίδα (η)= εσοχή στον τοίχο για αποθήκευση τροφίμων κλπ
  • Νουμπέτ (το)= ύπνος
  • Ντάβανους (ο)= μεγάλο πράσινο έντομο
  • Νταβάς (ο)= κατσαρόλα
  • Νταβίζου = ζητώ
  • Νταβρατ'σμένους (ο)= δυνατός
  • Νταγκλαράς (ο)= γεροδεμένος
  • Νταϊαντώ = ακουμπώ, στηρίζω
  • Ντάϊμα = πάντοτε
  • Νταλάκα (η)= γεμάτη κοιλιά (ο νταλακιάρ΄ς)
  • Νταλάκιασα = έφαγα ή ήπια πολύ, φούσκωσα
  • Νταλγκίτς=πάθος
  • Νταμαρλίτ'κους (ο)= από καλή πάστα, καλή σοδειά
  • Ντιβιρλίγκα = γύρω γύρω
  • Ντιντέλ'κου (το)= αρρωστιάρικο
  • Ντιντζιρούδ' (το)= κατσαρολάκι
  • ντιγκίλ=άξονας που στηρίζονταν οι ρόδες του κάρρου
  • Ντιργιαντές (ο)= ζαβολιάρης, ατίθασος
  • Ντιργιέμι = ντρέπομαι
  • Ντουβάρ' (το)= τοίχος (μεταφορικά αυτός που δεν καταλαβαίνει)
  • Ντουμπλέκ'(ι) (το)= κουδούνι μεγάλο για ζώα
  • ντουούς =μεγάλη φασαρία
  • Ντουρλάπ' (το)= δυνατός άνεμος, κακός καιρός
  • Ντράβαλα (τα)= μπελάδες
  • Ντραγκώθκα = πιάστηκα (από κρύωμα)
  • Ντραμαλιστό (το)= φασαρία
  • Ντρασκαλώνου = κρεμιέμαι, αναρριχούμαι
  • Ντρουλάπ (το)= χιονοθύελλα
  • Νυχτέρ' (το)= ολονυκτία για κάποιο σκοπό

 


 

Ξ

  • Ξανάχουμα (το)= εκταφή
  • Ξιάν'ξει = καλυτέρεψε (κυρίως ο καιρός)
  • Ξιαπουσταίνου = ξεκουράζομαι
  • Ξιαρίζου = καθαρίζω τα άλογα (και την κοπριά των ζώων)
  • Ξιγκουλιαβίσκα = ξεντύθηκα, ξεγυμνώθηκα
  • Ξιζεύου = ξεπεζεύω το ζώο
  • Ξιθλικώθκει = ξεκουμπώθηκε
  • Ξικάπνιστους (ο)= χαζός (η ξικάπνιστην)
  • Ξικουλσούμ = στο διάβολο να πάνε
  • Ξιμπουσάντσα = χαλάρωσα, αφέθηκα
  • Ξινισκιρίζου = τα κάνω όλα άνω κάτω για να βρω κάτι που ψάχνω
  • Ξιντιπιάζου = μαζεύω τα πρώτα ώριμα φύλλα του καπνού
  • Ξιπατώνου = ξεριζώνω
  • Ξίτκην (η)= χαζή (ο ξίτκους)
  • Ξ'λόρθα (η)= μπεκάτσα
  • Ξόγανου (το)= άσχημος
  • Ξυπουλσμένους = γυμνός

 


 

Ο

  • Οβριός (ο)= Εβραίος
  • Όγκιθρους (ο)= εξάρτημα από το αλέτρι (ο οδηγός)
  • Όξου = έξω
  • Ουμούτια (τα)= ελπίδες (το ουμούτ=ελπίδα)
  • Ουμτίζου = ελπίζω
  • Ούρδα (η)= μυτζήθρα
  • Ουρλιούμι = ουρλιάζω
  • Ουρτσόθκει = σηκώθηκε
  • ουρτάνχτα= πολύ ανοιχτά
  • Ουρτώνου = καταλαβαίνω
  • Ουτές (οι)= ιτιές

 


Π

  • Παγάδουσι (μι) = με πέρασε, με σταμάτησε (πόνος, αρρώστια)
  • Παλαμαριά (η)= εργαλείο ξύλινο για το θερισμό
  • Πάνα (η)= πανί από λινάτσα που σκέπαζαν τα κοφίνια με το καπνό
  • Παναγώμ' (το)= έξτρα, το πάνω κομμάτι
  • Πανάρ' (το)= εξώφυλλο
  • Παπαλούδες (οι)= ποπ κορν
  • Παπούλιασα = μούλιασα
  • Παρδάγκαλου (το)= εξόγκωμα (συνήθως στη μασχάλη)
  • Παρδάλ'ς (ο)= πουλί
  • Παρμάκια (τα)= κάγκελα
  • Παρτάλ'(ι) (το)= κουρέλι
  • Παρταλάς (ο)= αυτός που φοράει ότι να 'ναι (μεταφορικά το ρεμάλι)
  • Παρτσιακλός (ο)= ανισόρροπος
  • Παστάλ'(ι) (το)= επεξεργασία του καπνού φύλλο-φύλλο για να μπει στη μηχανή
  • Παταγώνου = τρομάζω (το πατάγουμα)
  • Παταρ'ά (η)= σφαλιάρα
  • Πατατούκα (η)= παλιό
  • Πατέλ'ς (ο)= στραβοπόδαρος
  • Πατνάς (ο)= αυτός με μεγάλες πατούσες
  • Πατόζα (η)= αλωνιστική μηχανή (μεταφορικά η πολύ χοντρή γυναίκα)
  • Πατούνις (οι)= πατούσες
  • Πατσιά (η)= πατημασιά
  • Πέτ'νους (ο)= κόκορας
  • Πιλικούδα (η)= κομμάτι, φλούδα ξύλου (ή πιλιέκα)
  • Πιλικώ = κόβω (ξύλο)
  • Πινησιάρ'ς (ο)= αυτός που παινεύεται
  • Πιπιλιά (η)= στάχτη
  • Πιράτ'ς (η)= εξάρτημα τη πόρτας που την κλειδώνει
  • Πιρατώνου = κλειδώνω
  • Πιρδικλώνουμι = μπλέκω τα πόδια μου, στραβοπατώ
  • Πιρουστιά (η)= μεταλλικό τρίγωνο για μαγείρεμα στη φωτιά
  • Πισκίρ (το)= πετσέτα
  • Πισκούτιους (ο)= το απάνεμο μέρος όπου πιάνει ο αέρας
  • Πισνιέλα (η)= εξάρτημα σαμαριού για τη ισορροπία του
  • Πλάδα (η)= μικρή κότα
  • Πλαλώ = τρέχω (πλάλους το τρέξιμο)
  • Πλαστό (το)= ζυμωτό ψωμί μεγάλο στρόγγυλο μέγεθος
  • Πλούδ' (το)= πουλί
  • Πλουκός (ο)= φράχτης
  • Πλοχείρου (η)= χούφτα
  • Πόντσις (οι)= μορφασμοί παραπόνου
  • Πουπόν'(ι) (το)= πεπόνι
  • Πουπουνιέτσους (ο)= το πουλί τσαλαπετεινός
  • Πουρ'ιά (η)= στενή πόρτα φράχτη ή σταύλου
  • Πουτσούλας (ο)= γερός, παλικάρι
  • Πρακόν'(ι) (το)= λίμα
  • Πρέκνις (οι)= φακίδες
  • Πρικνιάρ'ς (ο)= φακιδομούρης (οι πρέκνις = φακίδες)
  • Προυμ'θεύου = συμβουλέυω
  • Προύνα (τα)= άγριοι καρποί θάμνων
  • Προυτσαδές (οι)= μυρωδιά του τράγου
  • Προυτσιάδ' (το)= αρσενικό κατσίκι, τράγος (και προύτσιους)
  • Προυτσιαλίσκα = έγινα χάλια από κάτι υγρό που πετάχτηκε (ρημ:προυτσαλώ)
  • Προυφούτσα = έφτυσα

 


 

 

Ρ

  • Ραμπούσ' (το)= σημάδιΡαχάτ' (το)= ανάπαυση
  • Ρίπατα =δρόμοι (πηρες τα ρίπατα μαρή)
  • Ριτσέλια (η)= γλυκό από μούστο
  • Ρουγουβίζ (το)= πιπίλα
  • Ρυμούργκα (η)= σκοινί ή συρματόσχοινο για τράβηγμα οχήματος

 

Σ

  • Σαλιακοί (οι)= σαλιγκάρια
  • Σαντάλια (τα)= αποξηραμένες αρμαθιές καπνού ανά 6-7 μαζί
  • Σβούλους (ο)= μεγάλη χωμάτινη πέτρα στο χωράφι
  • Σιαπσιαλ'ς (ο)= χαζός, επιπόλαιος
  • Σιλτές (ο)= στρώμα από βαμβάκι
  • Σιντούκ'(ι) (το)= σεντούκι
  • Σιούτους (ο)= ο χωρίς κέρατα
  • Σιργκί (το)= νοικοκυριό
  • Σιρμα'ές (το)= απόθεμα οικονομικό, μαγιά
  • Σιρμπέτ = πολύ γλυκό
  • Σιτζίμ (το)= λεπτό σκοινί
  • Σιτκούδ' (το)= μικρό σεντούκι
  • Σκαμνιά (η)= μουριά
  • Σκαμνόφ'λα (τα)= φύλλα μουριάς
  • Σκαρδέλια (τα)= εξάρτημα του σαμαριού στο πίσω μέρος
  • Σκάνταλους (ο)= τοξοειδής παγίδα από ξύλο κρανιάς για πουλιά
  • Σκιάδα (η)= μεγάλο ψάθινο καπέλο για το χωράφι
  • Σκιάμνα (τα)= σπυριά, μαντραβίτσες
  • Σκιασιάρ'ς (ο)= άσεμνος, σιχαμένος
  • Σκιάχ'κα = τρόμαξα
  • Σκ'λώνου = στριμώχνομαι
  • Σκ'νιάκους (ο)= αυτός που δε πιάνουν τα χέρια του με τίποτα, αδέξιος
  • Σκουντουρίτσα (η)= σαύρα
  • Σκουτνός (ο)= κακότυχος, μαύρος
  • Σκ'φούνια (τα)= μάλλινες πλεκτές κάλτσες
  • Σ'λουϊέμι = συλλογιέμαι
  • Σμιαδγιακό = παράξενο
  • Σ'νουρίζου = δίνω σημασία
  • Σόμπουρους (ο)= κουβεντούλα στη γειτονιά
  • Σουκλώνου = τρυπώ με αιχμηρό αντικείμενο
  • Σουκακού (η) (και σουκακόσκλου) = συνήθως λεγόταν οι γυναίκες που τις άρεσαν οι βόλτες εκτός σπιτιού (από το σοκάκι-δρόμος)
  • Σουκρουσούλ'(ι) (το)= αιχμηρό αντικείμενο με μύτη
  • Σουρλάς (ο)= μουσούδα
  • Σουρουλίγκους (ο)= ψηλός και στενός
  • Σουρτουκλεμές (ο)= ο αχαΐρευτος, ο ασυμμάζευτος (και σουρτούκ'(ι))
  • Σουφράς (ο)= μικρό στρόγγυλο τραπέζι
  • Σπίρτου (το)= οινόπνευμα
  • Σπιρτουλόους (ο)= γκαζάκι με οινόπνευμα, καμινέτο
  • Σπλινίζουμι = στενοχωριέμαι
  • Σπουρτιλάς (ο)= σπουργίτι
  • Σταβάρ'(ι) (το)= το μπροστά μέρος της σπαρτικής μηχανής με τα σκαλιστήρια (για τον καπνό)
  • Σταλαχίδα (η)= ανακάτωμα του στομαχιού, ανυπομονησία
  • Σταφνίζου = σημαδεύω (παράγωγο από το σταθμίζω)
  • Στάφνου (το)= σημάδι
  • Στιχιό (το)= φάντασμα
  • Στ'μιριά = δίπλα
  • Στριπουκλίτ'ς (ο)= το πουλί
  • Στρούγκλους (ο)= έντομο σα μεγάλη μύγα με πράσινο κεφάλι
  • Σύρει = πήγαινε
  • Σφαλ'νώ = κλείνω
  • Σφουγκίζου = σκουπίζω-καθαρίζω με πανί

 

Τ

  • Ταγάρ' (το)= μάλλινη τσάντα για την πλάτη
  • Ταϊ (το)= φαγητό των ζώων
  • Ταμαχκιάρ'ς (ο)= πλεονέκτης
  • Tαρκάσα =κακιά γυναίκα
  • Τάφ' (το)= θειάφι
  • Ταχιά = αύριο
  • Τα'χ'νό = αύριο πρωί πρωί
  • Τέλ'(ι) (το)= σύρμα
  • Τζάμαλους (ο)= σκιάχτρο
  • Τζιαν-τζιουν = ησυχία, ερημιά
  • Τζιν-τζιν = καβάλα στην πλάτη
  • Τζμπίδ' (το)= τσιμπίδα για το τζάκι
  • Τζουντζούφ'(ι)= νυφάδα χιονιού
  • Τιλούδ (το)= μικρό λεπτό σύρμα
  • Τίλους (ο)= τάπα βαρελιού
  • Τιρλίκ'(ι) (το)= σοσόνι
  • Τλουπάν'(ι) (το)= μαντίλα κεφαλιού
  • Τμαρεύου = συμμαζεύω, κρύβω
  • Τόντζ' (το)= παιχνίδι της τράπουλας
  • Τούμπου (το)= μπουρί σόμπας
  • Τούντ'ς = πολύ φουσκωμένο
  • Τουρτούρα (η)= τρυγόνι
  • Τράφους (ο)= ο χώρος ανάμεσα σε δυό αράδες αμπελιού
  • Τρέβλα (η)= γλιστρίδα
  • Τριζάτου (το)= λαμπερό, κομψό
  • Τριμτδιακός (ο)= τρεμουλιαστός
  • Τρουβαδιάζου = βάζω φαγητό σε σκεύη για τη δουλειά (από τον τρουβά)
  • Τσαϊρ (το)= χωράφι με αυτοφυή χόρτα
  • Τσακίρ'ς (ο)= αυτός που βλέπει στραβά
  • Τσακμάκ'(ι) (το)= αναπτήρας
  • Τσάκνα (τα)= λεπτά ξερά κλαδιά για προσάναμμα
  • Τσακνουπόδαρους (ο)= άνθρωπος με πολύ λεπτά πόδια
  • Τσαμπουλόϊ (το)= διάλεγμα καρπών
  • Τσανάκια (τα)= συνεργασία
  • Τσιά (η)= σπίθα
  • Τσιαγνίζου = γαβγίζω τσιριχτά (μεταφορικά γκρινιάζω φωναχτά-(το)τσιαγούν'(ι))
  • Τσιασίτ (το)= είδος, ράτσα
  • Τσιατ΄μας (ο)= εσωτερικός τοίχος από ξύλο και καλαμωτή
  • Τσιγκούδ' (το)= μικρό μεταλλικό ποτήρι με χερούλι
  • Τσιλίκ'(ι) (το)= παιχνίδι με δύο ξίλινες βέργες μία μικρή και μία μεγάλη
  • Τσιούλ'(ι) (το)= κομμάτι λινάτσας για το καπνό
  • Τσιουλνάρα (η)= βρύση (τσουλναρούδα η μικρή βρύση)
  • Τσιουμπλέκ'(ι) (το)= μεταλλικό σκεύος κουζίνας
  • Τσιτσβές (ο)= μπρίκι
  • Τσιτσί γκουλιάρ = εντελώς γυμνός
  • Τσιτσφώνου = ενισχύω, βάζω δάχτυλο
  • Τσλόρχου (το)= κουρελού
  • Τσ'νώ = κλωτσώ
  • Τσούκα (η)= καρούμπαλο
  • Τσουτσούλα (η)= γεμάτο ως επάνω
  • Τσούτσουλας (ο)= το γέμισμα του κοφινιού στο καπνό πάνω από τα χείλη
  • Τσουτσουλιάνους (ο)= το πουλί κορυδαλός
  • Τφάν' (ι) (το)= κακός καιρός, μπόρα
  • Τ'φέκ'(ι) (το)= τουφέκι (μεταφορικά ο ίσιος-ευθύς)

 

Υ

 


 

 

Φ

  • Φαρμάκα (η)= πράσινη σαύρα
  • Φαφλιάρκου (το)= χωρίς δόντια
  • Φαφλιάρς (ο)= ο χωρίς δόντια
  • Φαφούλα (η)= φουσκάλα στο στόμα
  • Φιλί (το)= φέτα ψωμιού
  • Φ'κιασιά (η)= κάμωμα
  • Φλέτσια (τα)= τσόφλια
  • Φλιά (η)= τραπέζωμα
  • Φλόμους (ο)= καπνός που βγάζει η φωτιά
  • Φλουκουτό (το)= υφαντή κουβέρτα
  • Φουκάλ'(ι) (το)= σκούπα (και φουρκάλ'(ι))
  • Φουρλαντώ = πετάω, ρίχνω
  • Φούρλις (οι)= οι γύρες σε κύκλο
  • Φτάνου = ωριμάζω
  • Φταζμίτκου (το)= ψωμί επτάζυμο
  • Φτινάδ' (το)= ψωμί ζυμωτό μικρό
  • Φτιρνικιέμι = φταρνίζομαι
  • Φτουράκ(ι) (το)= μικρό γουρούνι
  • Φτώ = φτύνω
  • Φχώ = βήχω

 

Χ

  • Χαδιάρκου (το)= χαϊδεμένο
  • Χαϊάτ' (το)= χαγιάτι
  • Χαϊβάν'(ι) = κεφάλας, χαζός
  • Χαμλά = χαμηλά, κάτω
  • Χαμνό (το)= μαλακό, κάτω μέρος
  • Χαμουρλάτσι = χάλασε, είναι για πέταμα
  • Χαμούτια (τα)= χαλινάρια
  • Χαρβάλου ,χαρπατσιόλου (η)=ανεπρόκοπη
  • Χαρταχούσ'(ι) (το)= άνω κάτω
  • Χάσ'καρ'ς (ο)= παιχνίδι αποκριάς με ξηρό χαλβά
  • Χασλαμάς (ο)= φυτώριο καπνού
  • Χαψιά (η)= μπουκιά
  • Χλιάρ' (το)= κουτάλι
  • Χλιάρα (η)= μεταφορικά η γυναίκα που μιλά πολύ
  • Χλιαρίζου = τρώω με κουτάλι
  • Χ'ναρ (το)= χήνα
  • Χ'νιέρ' (το)= φάρσα, χουνέρι
  • Χ'νί (το)= χωνί καθώς και το μεγάφωνο της κοινότητας που αναγγέλονται τα νέα
  • Χόλιασμα (το)= θυμός, παρεξήγηση
  • Χούϊ (το)= ελάττωμα, συνήθεια
  • Χουσλιάντσα = χόρτασα
  • Χουσμέτ' (το)= δουλειά, εξυπηρέτηση
  • Χουχλάκα (η)= μεγάλη πέτρα
  • Χουχλουμπίρστους (ο)= φτιαγμένος γρήγορα
  • Χουχτώ = γιουχαϊζω για να τρομάξω ή να κοροϊδέψω
  • Χραπαλίζ' = κάνει θόρυβο
  • Χρεία (η)= καμπινές
  • Χριάμ'(ι) (το)= κάλυμμα του καναπέ
  • Χτικιάρ'ς (ο)= άρρωστος, αυτός που βήχει πολύ και φτύνει

 

Ψ

  • Ψίκ'(ι) (το)= συνοδεία στο γάμο, το σόϊ
  • Ψιρούκια (τα)= κομμάτι ζυμάρι βρασμένο με λάδι
  • Ψυχρούδα (η)= μαλακό κρύο

 


 

Ω

Σόμπορο

Σόμπορο
Βλ ηταν και ο Θανασης ο οδοντιατρος που γραφαμε μαζι αλλος αδαμιωτης δεν κανει την τιμη στην σελιδα Βαριεστε καθιστε στους καναπεδες σας και αναπαυθειτε Σόμπορο (25.05.18, 12:43)(12:05) 1
Βλ χρονια πολλα στον Κωστα στην Κωνσταντινα στην Κωστουλα στην Ελενη και σε όσους γιορταζουν σημερα στο Αδαμ και σε όλα τα μηκη και τα πλατη της γης χρονια σας πολλα και ευτυχισμενα Σόμπορο (21.05.18, 21:59)(18:12) 0
Βλ Τι γινεται με το νερο του χωριο ποτε λοιπον θα εχουμε την ευκαιρια να ανοιξουμε τις βρυσες μας και να πιουμε το καινουργιο καθαρο νερο του Αδαμ? Σόμπορο (13.05.18, 21:19)(18:12) 0
Βλ χρονια πολλα σε όλες τις μαννες του κοσμου Σόμπορο (13.05.18, 21:11)(18:12) 0
Βλ Χρονια πολλα στον Λαζαρο , Βαίο στην Βαία( Βαγια ) στην Δαφνη να ειναι γεροι .Καλη Ανασταση σε όλον τον κοσμο και στην Ελλαδα μας την ταλαιπωρη Σόμπορο (28.03.18, 23:20)(23:03) 2
Βλ αντε βρε αφηστε τους καναπεδες σας Σόμπορο (19.03.18, 00:49)(18:12) 1
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό Χειμωνα να εχουμε ,ηπιο χωρις πολλες σκοτουρες Σόμπορο (14.11.17, 12:49)(18:12) 0
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες στο μεσον τουφθινοπωρου και βαλτωσαμε ,με το καλο ναρθει ο Χειμωνας τα πηρατε τα ξυλα σας φετος μου μοιαζει βαρυς θα ειναι . . τα λεμε του χρονου καλο υπνο Σόμπορο (10.10.17, 13:54)(18:12) 0
Βλ Λιγοτερη κινηση στο σομπορο η πολλη ειναι καταρα Σόμπορο (24.08.17, 14:01)(18:12) 0
Βλ σε σας πετυχατε να εχετε μια θεση στην ανωτατη εκπαιδευση συγχαρητηρια και κάντε το σταυρο σας να αλλαξει η οικονομική κατασταση στην πατριδα μας ωσπου να γίνετε ακαδημαίκοι πολιτες και για τους αλλους που δεν τα καταφεραν η ζωή δεν χαθηκε υπαρχουν και αλλες ευκαιριες γεροι να ειστε σιγουρα και για σας κατι περιμενει Σόμπορο (24.08.17, 13:58)(18:12) 0
Βλ Με το νερο καλέ τι γινεται τα φαγαμε τα 2,5 χρονια και το θεμα αλυτο Από λογια ..... Σόμπορο (02.05.17, 12:20)(18:12) 4
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό μηνα και από δω καλο καλοκαιρι Σόμπορο (02.05.17, 12:16)(18:12) 2
Βλ Καλημέρα Αδαμ ,μα τι κινηση ειναι αυτή .Γιατι δεν καλημεριζόμζστε εστω και ετσι μιας και βαριομαστε να πουμε καλημερα όταν ανταμωνουμε Σόμπορο (29.01.17, 08:51)(08:01) 8
Βλ λαθος στην παραδοση Σόμπορο (25.12.16, 19:42)(19:12) 14
Βλ Βρε παιδιά η δωρεα του παραδωσιακων μουσικων οργανων του Χρισ Χάλαρη στο Αδάμ τι γίνεται? την κλεισαμε στο σχολειο και εκει βαλτωνει Σόμπορο (25.12.16, 14:06)(14:12) 13
Βλ Εσεις που γραφατε που χαθηκατε ,η σελιδα νομιζω ότι πατωνει και αυτο ειναι κακο μια σελιδα που θα ζηλευαν μεγαλες πολεις Σόμπορο (25.12.16, 13:30)(13:12) 12
Βλ Χρονια πολλά Αδάμ όπου και αν βρισκεσαι στην πατριδα ή στα περατα του κόσμου και καλή χρονια να εχουμε με υγεία και ειρήνη Σόμπορο (25.12.16, 13:28)(13:12) 11
Βλ Αντε εμεις γενικως πεινάμε μα εσεις εκτος Ελλάδος δεν πεινάτε και δεν μπαίνετε να μας πειτε πως τα περνάτε Σόμπορο (20.09.16, 17:26)(18:12) 12
Βλ πάει και αυτή η σελιδα την επιασε και αυτή η οικονομικη κρίση Ντροπη μας Σόμπορο (20.09.16, 17:22)(18:12) 7
Βλ αντε βρε κουνηθειτε ,ετσι θα πάρουμε την Πόλη? Σόμπορο (26.07.16, 23:07)(23:07) 11
You are not allowed to use shoutbox.