ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ήθη κι έθιμα

Τα ήθη και τα έθιμα του χωριού

Παρακάτω παρατίθενται κάποια από τα ήθη και έθιμα του χωριού. Η συμβολή σας είναι απαραίτητη...


 

Το μάτιασμα

Οι Αδαμιώτες θεωρούσαν ότι περισσότερο μάτιαζαν οι γαλανομάτηδες, οι Σαββατογεννημένοι και αυτοί που είχαν γεννηθεί ανάποδα.
Για το ξεμάτιασμα υπήρχαν και υπάρχουν ως σήμερα διάφοροι τρόποι. Μερικούς από αυτούς τους αντλούμε από το βιβλίο του Αδάμ.

  • Έπαιρναν λουλούδια από τον επιτάφιο και τα φύλαγαν γι' αυτό το σκοπό στο εικονοστάσι. Όταν ήθελαν να ξεματιάσουν καίγανε κάποια από αυτά και χρησιμοποιούσαν γι' αυτό την καπνιά.
  • Ξεμάτιασμα κάνουν ακόμη και σήμερα και με νερό στο οποίο ρίχνουν τρεις σταγόνες λάδι, λέγοντας κάποιες ευχές. Αν το λάδι διαλυθεί το άτομο είναι ματιασμένο, αν μείνουν ανέπαφες, δεν είναι.

Για να μην ματιαστεί κάποιος, έβαζε μια κόκκινη κορδέλα ή ένα ματόχαντρο. Κρεμούσαν ακόμη κομματάκι από φιδίσιο δέρμα ή δίχτυ ψαρέματος.

 


 

Μάρτης

Την 1η Μαρτίου τα παιδιά έδεναν στο χέρι αυτοσχέδιο βραχιολάκι με πλεγμένες κόκκινες και άσπρες κλωστές. Αυτό το έκαναν για να μην τους μαυρίσει ο ήλιος το καλοκαίρι.

Το φορούσαν για 15 μέρες, μετά το έβγαζαν και το έθαβαν στη γη.


 

Πάσχα στο Αδάμ

Με την άνοιξη, μαζί με τις ομορφιές της φύσης, έρχονταν και το Πάσχα  κι η πρωτομαγιά.
Οι διακοπές του Πάσχα στο χωριό άρχιζαν με τον "Λάτζαρ(η)". Την ημέρα του Λαζάρου τότε είχαμε σχολείο. Δεν υπήρχε βλέπεις πενθήμερη εργασία τότε. Μόλις σχολνάγαμε λοιπόν, πηγαίναμε στα σπίτια μας να αφήσουμε τις τσάντες μας και μετά συναντιόμασταν παρέες-παρέες να πάμε να πούμε στα σπίτια τον "Λάτζαρ΄". Ήταν ένα είδος κάλαντα, που λέγονταν την ημέρα του Λαζάρου από τα παιδιά. Θυμάμαι ακόμα λίγα λόγια από το τραγούδι:
Νιέρ νιέρ δόμι αυγό
μι είπι η μάνα μ  να τραγδώ
κι η πατέρας ζουμ να π’δώ
στρούπ στρούπ στρούπ
και ταυτόχρονα κάναμε μικρά επιτόπια πηδηματάκια. Φυσικά οι νοικοκυραίοι μας αντάμειβαν με δώρα τα οποία σύμφωνα με την παράκλησή μας στο τραγούδι, ήταν αυγά.

Σχεδόν όλη την Μεγ. Εβδομάδα πηγαίναμε κάποιες προκαθορισμένες ώρες στο σχολείο, όπου  κάποιοι μεγάλοι αναλάμβαναν να μας μάθουν τα "εγκώμια" τα οποία θα τα λέγαμε, με την καθοδήγηση του εκπαιδευτού στην εκκλησία, το βράδυ της Μ. Παρασκευής. Το πρωί της Μ. Παρασκευής η λειτουργία γίνονταν πάντα στο ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής. Πρωί- πρωί φορούσαμε τα καλά μας ρούχα και παρέες-παρέες ανηφορίζαμε προς το ξωκλήσι. Εκεί αφού ανάβαμε τα κεριά μας, πίναμε αγίασμα από την πηγή, ρίχναμε και λίγο στις παλάμες μας και μετά τις σηκώναμε ψηλά, ώστε το νερό να πάει σε όλο το χέρι μας, μέχρι τις μασχάλες. Ύστερα απομακρυνόμασταν από τον χώρο, πηγαίνοντας συνήθως, πιο ψηλά στην ρεματιά, μέχρι του "κόρακα τ φουλιά". Εκεί περιμέναμε με τις ώρες να δούμε τον κόρακα να έρχεται για να ταίσει τα πουλιά του με κανένα αρνάκι, που θα είχε αρπάξει από κάποιο κοπάδι στον κάμπο, όπως μας έλεγαν στα παραμύθια.

Μερικοί πιο τολμηροί, με μεγάλο κίνδυνο σκαρφάλωναν στον γκρεμό για να φθάσουν στην φωλιά για να δουν  τι υπήρχε μέσα. Όταν μεσημέριαζε παίρναμε την κατηφόρα να επιστρέψουμε στο χωριό. Απαραίτητα όμως έπρεπε να κόψουμε κλαδιά με τρυφερά φύλλα από τις αιωνόβιες φτελιές που είχε εκεί, για να ταίσουμε τα κατσικάκια, που μεγαλώναμε στα σπίτια, μέχρι να έρθει  το  Μ. Σάββατο και να σφαχτούν για να αποτελέσουν το φαγητό της Λαμπρής. Πολλοί από μας παράλληλα με τα κλωναράκια που φέρναμε για να φάνε τα κατσικάκια, φέρναμε στο σπίτι και μάλαθρο, που τον μαζεύαμε από το βουνό για να τον χρησιμοποιήσουν οι μάνες μας στο μαγείρεμα αυτού του ίδιου του κατσικιού.

Φυσικά δεν έλλειπαν τα παιχνίδια όλες αυτές τις μέρες. Όλοι μας βέβαια προετοιμαζόμασταν και για το βράδυ της Ανάστασης. Όχι φυσικά για το τι θα φοράμε αλλά για το τι πιστόλια και τι πυροτεχνήματα θα έχουμε το βράδυ εκείνο για να κάνουμε σαματά, μόλις ο παπάς θα έλεγε το Χριστός Ανέστη. Φυσικά δεν υπακούαμε ποτέ στις παραινέσεις των μεγάλων να τα αποφεύγουμε αυτά γιατί ήταν επικίνδυνα. Τα πιστόλια, οι τρακατρούκες, τα πυροτεχνήματα, έκαναν την εμφάνισή τους σχεδόν από την Μ. Δευτέρα. Μάλιστα θυμάμαι ότι είχαμε και πιστόλια μεταλλικά μέσα στα οποία τοποθετούσαμε τις τάπες. Ήταν κάτι τάπες από φελλό, που από την μια πλευρά είχαν ένα κενό, που το γέμιζαν με μπαρούτι και μόλις τραβούσε  ο πιτσιρικάς την σκανδάλη ακούγονταν ένας κρότος σαν πραγματικός πυροβολισμός. Εμείς όμως είχαμε βρει θυμάμαι κι άλλον τρόπο να χρησιμοποιούμε τις τάπες. Κόβαμε κομματάκια από χοντρό σύρμα, μήκους δέκα  εκατοστών περίπου, και τα λυγίζαμε, δίνοντάς τους κυκλικό σχήμα. Μετά ανοίγοντας προσεκτικά τις άκρες του σύρματος, τοποθετούσαμε ανάμεσά τους την τάπα. Ο μηχανισμός ήταν έτοιμος να εκραγεί μόλις έπεφτε με δύναμη κάπου.

Κρυβόμασταν λοιπόν κάπου και μόλις βλέπαμε κάποιον να περπατά αμέριμνος στο δρόμο, πετάγαμε μπρος ή πίσω του τον μηχανισμό, που έσκαγε με θόρυβο, και τον  τρόμαζε. Μικροί τρομοκράτες δηλαδή. Ο μηχανισμός βέβαια δεν μπορούσε να προκαλέσει άλλο κακό εκτός από τρομάρα. Οι πιο ζωηροί, γρήγορα  τον μηχανισμό αυτό, τον μετέφεραν και μέσα στην εκκλησία και παρά τις φωνές των μεγάλων, έβρισκαν τον τρόπο κάπου-κάπου να πετάνε έναν κι εκεί μέσα. Όταν βέβαια γίνονταν αντιληπτοί έτρωγαν της χρονιάς τους.

Μία από κείνες τις χρονιές, ίσως να ήμουνα και δώδεκα ή δεκατριών χρονών, ήταν Μεγάλη Πέμπτη και ήμουνα ανεβασμένος στο δεξιό ψαλτήρι της εκκλησίας, κοντά στον μπάρμπα Θανάση τον Μπούκλα. Μαθητευόμενος ψάλτης κατ εντολή του πατέρα μου. Ήθελε να μάθω  αλλά και να μην συμμετέχω σε διάφορες αταξίες, που γίνονταν μέσα στην εκκλησία. Ο παπα-Δημήτρης είχε βγάλει ένα αναλόγιο έξω από την Ωραία Πύλη, και κάθε τόσο έβγαινε να πει το επόμενο Ευαγγέλιο κι οι λαμπάδες που κρατούσε ο κόσμος κάθε τόσο άναβαν και έσβηναν. Μια δυο φορές μέχρι τότε είχαν ακουστεί κάποιες τρακατρούκες που έπεσαν μέσα κι ο παπάς παρακάλεσε να μην ξανασυμβεί. Πίσω από το δεξιό ψαλτήρι ένα τσούρμο από πιτσιρικάδες της ηλικίας μου περίπου συνωστίζονταν, συζητούσαν και κάθε τόσο δέχονταν παρατηρήσεις από μεγάλους, του τύπου:

-Δεν ντρέπιστι, παέντι κι παρακάτ, μαθαίντι κι δυο γράμματα παραπάν.

Ο παπα Δημήτρης βγήκε για να πει ένα από τα τελευταία Ευαγγέλια. Έκανε συστάσεις στα παιδιά να κάνουν ησυχία. Τι το ήθελε όμως; Μόλις έσκυψε πάνω από το Ευαγγέλιο, κι ενώ ο κόσμος άναβε τις λαμπάδες του, ένα χέρι σηκώθηκε από το παιδικό τσούρμο και πέταξε προς τον παπά, έναν από τους γνωστούς μας χειροποίητους εκρηκτικούς μηχανισμούς. Η τάπα προσγειώθηκε πάνω στο σώμα του παπά και έσκασε με πάταγο. Ο κόσμος τρόμαξε, μα πιο πολύ από όλους ο παπάς. Κάποιοι γέλασαν, κι ο παπα-Δημήτρης που είχε προλάβει να δει ένα χέρι σηκωμένο, από κει που είχε φύγει ο μηχανισμός, παράτησε το Ευαγγέλιο και όρμηξε προς τα εκεί και πρόλαβε τον Τάκη τον Σιδερά, που μόλις συνειδητοποίησε τι έκανε, πήγε να το βάλει στα πόδια. Τον άρπαξε από λαιμό και ταρακουνώντας τον, του είπε αγανακτισμένος:

-Θα σι πνίξου ρε, παλιόπιδου.

Ο κόσμος μετά βίας κρατιόταν να μην γελάσει με τα κωμικοτραγικά, που συνέβαιναν. Ο παπάς μετά απ αυτό μπήκε στο ιερό, κι έβγαλε το πετραχήλι, που φορούσε, όταν διάβαζε τα Ευαγγέλια. Βγήκε από την πλαϊνή πύλη του ιερού, ενώ ο μπάρπα Αλέκος ο Σέρρας τον ακολουθούσε λέγοντας:

-Πάτερ,πάτερ σε παρακαλώ, μη φεύγεις πάτερ!

Εκείνος όμως,  μουρμουρίζοντας παραπονεμένα κάτι, σαν:

-Σας κάνου κι Ανάστασ.....

σηκώθηκε και έφυγε από την εκκλησία. Ο κόσμος έμεινε σύξυλος, ενώ άλλοι δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα γέλια. Κάποιοι ήταν γυρισμένοι προς το τσούρμο των πιτσιρικάδων και τους έκαναν παρατηρήσεις. Φυσικά η μπόρα  τους έπαιρνε όλους, αθώους και μη.
Ο Θανάσης ο Γκουλούσιος, φοιτητής ή υποψήφιος φοιτητής τότε, έτρεξε πίσω από τον παπά, παρακαλώντας τον και καλοπιάνοντάς τον να μην φύγει, λέγοντας:

-Παπά, παππούλη, μη φεύγεις. Μη  το κάνεις αυτό στο χωριό. Είναι παιδιά. Μην αφήσεις  τους χωριανούς τέτοιες μέρες....
και άλλα τέτοια, μήπως τον καταφέρει και τον μεταπείσει. Ο παπα Δημήτρης όμως δεν έδινε σημασία  κι έφευγε. Πήρε τον δρόμο προς το Ζαγκλιβέρι, με τον Θανάση κολλημένο σχεδόν δίπλα του να τον παρακαλάει. Κι αυτός οργισμένος έλεγε και ξανάλεγε:

-Θα πάου στν Αστυνομία.

Όσο κι αν τον παρακάλεσε  δεν έκανε πίσω. Θα πήγαινε στο Αστυνομικό Τμήμα. Και όντως έτσι έγινε. Μόνο που μόλις έφθασε στην πόρτα, θες το πες-πες του Θανάση, θες ότι ξανασκέφτηκε το ρεζιλίκι του χωριού, θες σκέφτηκε ότι θα έκανε κακό στον Τάκη; Δίστασε να περάσει την πόρτα. Έκανε στροφή και μαζί με τον Θανάση επέστρεψαν στο χωριό και στην εκκλησία. Μπήκε στο ιερό, φόρεσε ξανά το πετραχήλι, που μόλις προ ολίγου είχε βγάλει, βγήκε στην Ωραία Πύλη και συνέχισε από κει, που είχε διακόψει. Να γελάς και να κλαις !
Ο παπα-Δημήτρης ήταν δικός μας άνθρωπος. Χωριανός μας. Αυτός μας βάφτισε, αυτός μας πρωτοκοινώνησε και δεν έχανε ευκαιρία να μας νουθετεί. Ήταν δικός μας παπάς. Θυμάμαι μια φορά, που ήμασταν εφτάχρονα παιδιά ακόμα τριγυρνούσαμε και παίζαμε κάτω από τις τεράστιες καρυδιές της εκκλησίας όταν είδαμε ξαφνικά τον παπά να βγάζει τα δόντια του και να τα πλένει. Μας έκανε μεγάλη εντύπωση.

Προσπαθούσαμε όλοι να βγάλουμε τα δόντια μας, αλλά κανένας δεν μπορούσε. Τον πλησιάζαμε λοιπόν και τον παρακαλούσαμε, να τα ξαναβγάλει για να δούμε πώς το κάνει μήπως μπορέσουμε να τα βγάλουμε και εμείς. Στο μικρό μας το μυαλό δεν περνούσε η ιδέα πως ο παπάς είχε μασέλα και πιστεύαμε ότι έκανε θαύμα. Τον αγαπούσαμε τον παπά. Τώρα πώς του ήρθε του Τάκη να του πετάξει την τάπα στο κεφάλι; Ο διάβολος τον έβαλε; Το έκανε για να γελάσει ο κόσμος; Ποιος ξέρει;

Από τις "ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ" του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου

 

 


 

 

Τα “μουστουλούκια”



Τα "μουστουλούκια" είναι μια λέξη εντελώς άγνωστη σήμερα στα παιδιά του χωριού. Δεν ξέρω την προέλευσή της, μα ξέρω τι σήμαινε. Όταν μαθαίναμε κάποια ευχάριστη είδηση, που αφορούσε κάποια οικογένεια στο χωριό, π.χ. γύρισε ο γιος με άδεια ή απολυτήριο από το στρατό, ο πρώτος, που τον έβλεπε έτρεχε με τα κόσια, να μεταφέρει την είδηση στην οικογένειά του. Να τους το πει πρώτος, γιατί έτσι θα ανταμείβονταν, με χαρτζιλίκι. Θα έπαιρνε τα "μουστουλούκια", όπως λέγαμε. "Μουστουλούκια" έπαιρνε κι όποιος έφερνε πρώτος σε ένα σπίτι το νέο της γέννησης κάποιου παιδιού, καθώς κι εκείνος  που πρώτος έφερνε στο σπίτι το όνομα ενός παιδιού, που βαφτίζονταν στην εκκλησία. Ήταν βλέπεις συνήθεια τα χρόνια εκείνα ο πατέρας ενός παιδιού, που βαφτίζονταν, να μην παρευρίσκεται στην εκκλησία, αλλά να περιμένει στο σπίτι, για να του πάνε τα παιδιά τα "μουστουλούκια" για το όνομα και να δώσει χαρτζιλίκι σε όλα τα παιδιά δείχνοντας έτσι την μεγάλη του χαρά, για το όνομα, που είχε δοθεί στο παιδί του. Φυσικά όποιος έφθανε πρώτος στον πατέρα έπαιρνε και τα "μουστουλούκια", την μερίδα δηλαδή του λέοντος στο χαρτζιλίκι.

Οι συγγενείς, το πρωί της Κυριακής, πήγαιναν το παιδί στην εκκλησία, μετά την λειτουργία. Ο καντηλανάφτης είχε ήδη έτοιμο το ζεστό νερό για την κολυμπήθρα. Ο παπάς περίμενε τους συγγενείς και τον νουνό στον  νάρθηκα κι εκεί μπροστά στέκονταν απέναντι από τον νουνό και το παιδί κι άρχιζε το μυστήριο. Αφού ο νουνός έλεγε το πιστεύω κι αφού απαντούσε άλλοτε αρνητικά κι άλλοτε θετικά στις ερωτήσεις, που του έκανε ο παπάς, σύμφωνα με το τελετουργικό, όπως:
-Αποτάξωμεν τον Σατανά;
-Αποταξάμενος.
τα παιδιά αγωνιούσαν γύρω περιμένοντας να ακούσουν το όνομα, για να τρέξουν να πάνε πρώτα στο σπίτι, για να πάρουν τα μουστουλούκια.

Θυμάμαι ότι  κάποια παιδιά έπαιζαν συνεννοημένα το παιχνίδι. Ο ένας δηλαδή στέκονταν εκεί που γίνονταν η βάπτιση, για να ακούσει το όνομα και να το φωνάξει στον άλλον, που περίμενε έξω από την εκκλησία, ώστε τρέχοντας μετά να προλάβει να φθάσει πρώτος στον πατέρα και να πάρει τα "μουστουλούκια". Άλλοι πάλι πιτσιρικάδες στέκονταν ακόμα  πιο μακριά, γιατί  είχαν μάθει εκ των προτέρων από τον νουνό το όνομα και περίμεναν να δοθεί το σύνθημα για να τρέξουν. Δεν ήταν λίγες οι φορές που στο σπίτι έφθανε λάθος όνομα και γίνονταν παρεξηγήσεις, είτε γιατί κάποιο από τα ενδιάμεσα τα παιδιά άκουσε λάθος, είτε γιατί  ο νουνός άλλαξε το όνομα τελευταία στιγμή, ψημένος από κάποιους συγγενείς.

Θυμάμαι μια βάφτιση, που η νουνά ήταν λίγο περασμένης ηλικίας και δεν άκουγε και καλά. Στημένη λοιπόν απέναντι από τον παπά, τον κοιτούσε στο στόμα για να ξεχωρίζει αυτά, που  την ρωτούσε, κι αμέσως μετά γυρνούσε στους δικούς της για να της πουν τι να απαντήσει. Δεν ήξερε η φουκαριάρα να διαβάζει καν. Όταν λοιπόν ο παπάς της ρώτησε:
-Αποτάξομεν το Σατανά;
κάτι σάν να κατάλαβε παρακολουθώντας τον στα χείλια, και με θάρρος, χωρίς να συμβουλευθεί καν την κόρη της απάντησε:
-Έμ,...Ας του πιτάξουμε κι στα Σανά!..
Το γέλιο βέβαια που ακολούθησε δεν περιγράφεται.

Σημείωση:  1η. Με τα κόσια= Τροχάδην. Τα πόδια να χτυπάνε στον κώλο. 2η. Μουστουλούκια= Χαρμόσυνη είδηση για μια οικογένεια που έδινε χαρτζιλίκι σ αυτόν που την έφερνε .

Από τις ‘’ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ’’ του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου

 

 


Ο γάμος

 


Σημαντικό γεγονός για μια οικογένεια να βαφτίζει ένα μωρό. Μα ακόμα πιο σημαντικό γεγονός ο γάμος κάποιου παιδιού της οικογένειας. Γι αυτό φυσικά στους γάμους γίνονταν τα μεγαλύτερα γλέντια. Κι ακόμα περισσότερο όταν επρόκειτο για μοναχοπαίδια.


Όταν ορίζονταν πλέον η ημερομηνία, άρχιζαν και οι προετοιμασίες. Αγγελίες σε εφημερίδες δεν γίνονταν τότε. Προσκλητήρια δεν τυπώνονταν. Όλη την τελευταία εβδομάδα πριν τον γάμο, μέχρι και το απόγευμα του Σαββάτου, της παραμονής δηλαδή του γάμου, κάποια παιδιά από το σόι της νύφης γύριζαν το "κουρντίρ" της νύφης, ενώ άλλα παιδιά από το σόι του γαμπρού, γύριζαν το "κουρντίρ" του γαμπρού. Το κάθε γκρουπ δηλαδή, κρατούσε ένα μικρό πήλινο σταμνάκι με μια μικρή προεξοχή μπροστά, σαν αυτήν που έχουν τα ποτιστήρια και γυρνούσαν στο χωριό από σπίτι σε σπίτι. Το σταμνάκι, το "κουρντίρ", όπως το λέγαμε ήταν στολισμένο με διάφορες ζωγραφιές εξωτερικά αλλά και με λουλούδια, που είχαν δεθεί απάνω του επί τούτου και μέσα περιείχε τσίπουρο. Από νωρίς είχαν παραδοθεί στα παιδιά, που θα γύριζαν τα "κουρντίρια", καταστάσεις με τα ονόματα των καλεσμένων. Χτυπούσαν λοιπόν τα παιδιά την αυλόπορτα των σπιτιών και έλεγαν:


-Γυρίζουμε το "κουρντίρ" της τάδε, που παντρεύεται την Κυριακή τον τάδε. Είστε καλεσμένοι της νύφης.


Ύστερα κερνούσαν με το τσίπουρο τα αφεντικά, τα οποία με χαρά δέχονταν την πρόσκληση και έδιναν μάλιστα και χαρτζιλίκι στα παιδιά. Εννοείται ότι το ίδιο έκαναν τα παιδιά του άλλου γκρουπ, που καλούσαν κόσμο, για λογαριασμό του γαμπρού. Το βράδυ, όλο σχεδόν το χωριό ήταν καλεσμένο στο σπίτι του γαμπρού ή της νύφης.
Από το πρωί του Σαββάτου στα σπίτια του γαμπρού και της νύφης, υπήρχε οργασμός. Τα σπίτια ετοιμάζονταν για το γλέντι. Βλέπεις τα γλέντια του γάμου την εποχή εκείνη, δεν γίνονταν ούτε σε ταβέρνες ούτε σε κοσμικά μαγαζιά. Από το πρωί, στο σπίτι της νύφης, όπως και στου γαμπρού, είχαν μαζευτεί συγγενείς, γειτόνισσες και φιλενάδες και δούλευαν. Άλλες φρόντιζαν την καθαριότητα του σπιτιού, άλλες να απλωθούν τα προικιά της νύφης, για να περάσουν όλοι οι χωριανοί το βραδάκι, να τα δουν. Να δουν τι παίρνει ο γαμπρός πέρα από το καλό και όμορφο κορίτσι. Να φέρουν και κείνοι τα δώρα τους και μετά να συμμετέχουν στο γλέντι, που θα ακολουθούσε στο σπίτι της νύφης.


Άλλες γυναίκες πάλι, πήγαιναν και έρχονταν κουβαλώντας ταψιά γεμάτα φαγητά. Πατάτες, κρέατα, σαρδέλες, όλα σκεπασμένα με σάλτσα από χωριάτικη ντομάτα, που μοσχοβολούσε και κατευθύνονταν προς τους φούρνους της γειτονιάς, όπου θα ψήνονταν, για να είναι έτοιμα το βράδυ για να σερβιριστούν στους καλεσμένους στο γαμήλιο γλέντι.


Από το απόγευμα κιόλας, οι αυλές και τα χαγιάτια ήταν καλοσκουπισμένα και πλυμένα με νερό. Τα τραπέζια ήταν στρωμένα με καθαρά τραπεζομάντιλα κι ο κόσμος σιγά-σιγά κατέφθανε. Έδιναν σε κάποιον του σπιτιού τα δικά τους τα δώρα, κεντήματα, τηγάνια, κουτάλες, σκεύη γενικά της κουζίνας και μετά οι μεν γυναίκες έμπαιναν μέσα στο σπίτι, για να επιθεωρήσουν και να θαυμάσουν την προίκα της νύφης που ήταν ήδη απλωμένη σε ένα μεγάλο δωμάτιο με ξεχωριστό τρόπο, οι δε άντρες στρώνονταν στα τραπέζια κι άρχιζαν να κουτσοπίνουν λίγο-λίγο τα ουζάκια με το μεζέ, που τους σερβίριζαν οι γυναίκες. Σε λίγο κατέφθαναν και τα όργανα, ο παππούς ο Γιαννάκς, ο παππούς ο Θανάσης ο Χάτσιος, ο Αλέκος ο Σέρρας, που στρώνονταν στην δουλειά. Τραγούδι και χορός.


Το πρόγραμμα άρχιζε πάντα με τα καθιστικά τραγούδια του γάμου και συνεχίζονταν με χορευτικά της περιοχής. Όλη αυτή την ώρα προσέρχονταν κι άλλοι χωριανοί και στρώνονταν για φαί, πιοτό και τραγούδι και χορό. Όλοι φίλοι μεταξύ τους, όλοι συγγενείς.


Οι γονείς της νύφης δεν σερβίριζαν, παρά κάθονταν σε ένα κεντρικό τραπέζι περιμένοντας να έλθει και η νύφη, για να γλεντήσουν μαζί της την τελευταία κοριτσίστική της νύκτα. Την ευθύνη του γλεντιού την είχαν αναθέσει σε κάποιους άλλους στενούς τους συγγενείς. Και με τραγούδια και χορούς η νύχτα προχωρούσε.
Την ίδια ώρα στο σπίτι του γαμπρού υπήρχε άλλο αντίστοιχο γλέντι, με τον γαμπρό και τους καλεσμένους του, συγγενείς και φίλους. Τα μπρατίμια του γαμπρού χαλούσαν τον κόσμο. Έπιναν και τραγουδούσαν και χόρευαν. Τα πειράγματα προς τον γαμπρό, σχετικά με την ελευθερία του, που την έχανε από την επόμενη, έδιναν και έπαιρναν. Κάποιοι από αυτούς, εκείνη την νύχτα, όπως ήταν έθιμο, έκαναν έφοδο σε σπίτια συγγενών της νύφης, που αμέριμνοι κι εκείνοι διασκέδαζαν στο σπίτι της νύφης και έπαιρναν από τα κοτέτσια, κόκορια ή κότες, για να τα ψήσουν και να τα φάνε και να γελάσουν με το χουνέρι, που τους είχαν κάνει. Παρεξήγηση δεν υπήρχε φυσικά τέτοια μέρα για τέτοια πράγματα.


Κι όταν πια κόντευε μεσάνυκτα, όλοι οι καλεσμένοι του γαμπρού, με τα όργανα μπροστά, έβγαιναν από το σπίτι κι έπαιρναν τον δρόμο, που οδηγούσε στο σπίτι της νύφης. Μπροστά οι μουσικοί έπαιζαν καρσιλαμάδες κυρίως, που οι μερακλήδες τους χόρευαν στην διαδρομή κρατώντας στο χέρι πάντα το μπουκάλι με το ποτό τους. Όταν έφταναν στο σπίτι της νύφης οι δυο παρέες ενώνονταν και το γλέντι συνεχίζονταν μέχρι τα ξημερώματα συνήθως.


Το πρωί της Κυριακής, μετά το σχόλασμα της εκκλησίας, στο σπίτι της νύφης μαζεύονταν πολύς κόσμος, γυναίκες, άνδρες, αγόρια και κορίτσια. Όλοι αυτοί οι συγγενείς και φίλοι θα βοηθούσαν στην μεταφορά της προίκας της νύφης στο καινούριο της σπίτι. Άλλοι πάλι έφερναν και μεταφορικά μέσα, όπως κάρα, ζεμένα κανονικά με τα άλογα τους, που κι αυτά είχαν διάφορα στολίδια πάνω στα χάμουρά τους. Όλοι θα βοηθούσαν στην μεταφορά της προίκας της νύφης στο καινούργιο της σπίτι. Τα βαριά πράγματα φορτώνονταν στα κάρα, ενώ τα ελαφριά, όπως κεντήματα, σεντόνια, κατσαρόλες, τηγάνια, φωτιστικά κι άλλα ψιλολόγια, μεταφέρονταν από τα παιδιά με τα χέρια. Τα μεγάλα κορίτσια συνήθως μετέφεραν τα κεντήματα αξίας ή όμορφα στρωσίδια, πάνω στο τεντωμένο επιδεικτικά χέρι τους. Όλα πλυμένα και σιδερωμένα. Φυσικά η μεταφορά κατά τέτοιο τρόπο της προίκας είχε σκοπό, να δει ο κόσμος, τι καλή προίκα, που έπαιρνε ο γαμπρός. Αυτή την έννοια βέβαια είχε και η περιφορά της προίκας σ’ όλο το χωριό, σ όλους τους δρόμους και σε όλα τα σοκακούδια.


Το μεσημέρι όλος αυτός ο κόσμος έφθανε στο σπίτι του γαμπρού, όπου περίμενε ο ίδιος ο γαμπρός για να παραλάβει την προίκα και να ακούσει τα διάφορα πειράγματα, αλλά και για να δώσει μπαχτσίσι σε όλους σχεδόν, που βοήθησαν στην μεταφορά της προίκας.


Θυμάμαι ότι, στον γάμο του Άγγελου του Χάτσιου και της Βασιλείας Αδαμούδη, μετέφερα σαν στενός γείτονας της Βασιλείας, που ήμουνα, τα κλειδιά κάποιας ντουλάπας, που είχε μεταφερθεί, από προηγούμενη μέρα, και μέσα της είχαν κλειδωθεί χρήσιμα για τις μέρες εκείνες ρούχα. Θα ήμουνα ίσως και δέκα χρονών και κάποιος με συμβούλευσε πειράζοντάς με να απαιτήσω από τον Άγγελο 5 ολόκληρες δραχμές για να του δώσω τα κλειδιά. Και εγώ φυσικά τον πίστεψα και το έκανα. Κι όταν ο Άγγελος, με το δίκιο του, αρνήθηκε τόσα πολλά λεφτά, γιατί ήταν πάρα πολλά για την εποχή εκείνη, εγώ πήρα τα κλειδιά και εξαφανίστηκα κάνοντας τον Άγγελο να με ψάχνει.


Από την ώρα, που η προίκα είχε πάει στο σπίτι του γαμπρού άρχιζαν τα κεράσματα. Τα όργανα ήταν εκεί, οι φίλοι του γαμπρού, τα μπρατίμια όπως τους έλεγαν, ήταν στρωμένοι και πίναν και τραγουδούσαν ενώ τα όργανα έπαιζαν καθιστικά του γάμου τραγούδια. Σε λίγο κατέφθανε και ο κουρέας, που με την μουσική θα κούρευε και θα ξύριζε τον γαμπρό, ώστε να είναι φρέσκος και ωραίος. Ο κόσμος άρχιζε σιγά-σιγά να μαζεύεται. Κι όταν πια πλησίαζε η ώρα του στεφανώματος, όλη η παρέα, όλο το ψίκι όπως το λέγαμε, αναχωρούσε για το σπίτι της νύφης. Μπροστά πήγαιναν οι μουσικοί, που έπαιζαν ασταμάτητα κι ακολουθούσαν οι πιο στενοί φίλοι του γαμπρού, που κρατώντας ένα μπουκάλι με τσίπουρο ή ρετσίνα ο καθένας στο χέρι, χόρευαν συνεχώς διάφορους καρσιλαμάδες κυρίως, ενώ ταυτόχρονα προχωρούσαν κι όλας. Άλλοτε πάλι, όλο μαζί το ψίκι, κι ενώ τα όργανα έπαιζαν το σκοπό, τραγουδούσαν το:


Να ζήσει η νύφη κι ο γαμπρός 
να ζήσει κι ο κουμπάρος
να ζήσει κι ο συμπέθερος
να κάνουν κι άλλους γάμους
τραλαλαλά -λαλαλαλά....


Αξίζει να σημειωθεί, ότι καθ όλη αυτή την διαδρομή, ο γαμπρός δεν συμμετείχε στους χορούς, παρά μόνο γελούσε κάπου-κάπου, περπατώντας με βήμα σταθερό, ντυμένος στα καλύτερά του και συνοδευόμενος από δυο από τους πιο στενούς του συγγενείς, μάνα, πατέρα, αδελφή ή αδελφό, που ταυτόχρονα τον κρατούσαν από τα μπράτσα, "ανγκαζέ" όπως λέγαμε.


Την ίδια ώρα στο σπίτι της νύφης, γινόταν το ντάρισμα. Η νύφη ήταν ντυμένη και έτοιμη για το στεφάνωμα και ντάριζε τους συγγενείς της.Έδινε δηλαδή σε όλους τους συγγενείς της από ένα δώρο, που συνήθως καρφιτσώνονταν στο πέτο.Άλλος έπαιρνε μαντήλι,άλλος πετσέτα κι άλλος ένα μικρό διακοσμητικό στολίδι, που καρφιτσώνονταν στο πέτο. Στο γάμο της νουνάς μου της Κατερίνης Χατζούδη, θυμάμαι πως η νουνά μου, μου είχε καρφιτσώσει στο πέτο ένα μικρό άσπρο μυξομάνδυλο. Όπως γυρνούσα λοιπόν κορδωμένος για το δώρο, που είχα πάρει, συνάντησα τον μπάρπα Θανάση Ιντζέ ή Ωνάση, όπως τον έλεγαν γιατί ισχυρίζονταν, ότι ήταν αδελφός του μεγάλου, του Αριστοτέλη Ωνάση και μου είπε με την χαρακτηριστική του πρωτευουσιάνικη προφορά.


-Καλέ συ, Κονομούδι είσαι; Αυτό το μαντιλούδι η Χατζούδη σου το ντάρισε;


Σε λίγο το ψίκι έφτανε στο σπίτι της νύφης, όπου τους υποδέχονταν με χαρές και χειροκροτήματα. Κι ενώ ο γαμπρός με το ψίκι του, παρέμενε στην αυλή του σπιτιού της νύφης, κορδωμένος πάντα, ανάμεσα στους συγγενείς του, άλλοι στρώνονταν στον χορό, μαζί πλέον με το άλλο ψίκι, της νύφης.


Σ αυτή την φάση, το πιο δύσκολο έργο είχε να επιτελέσει ο κουμπάρος. Η νύφη ήταν ήδη έτοιμη, αλλά στολισμένη με το νυφικό της φόρεμα και χτενισμένη περίμενε κλειδωμένη στο δωμάτιό της, μαζί με τις φιλενάδες της, που συμμετείχαν στις χαρές της, να έλθει ο κουμπάρος να την πάρει για να την κατεβάσει στην αυλή, ώστε όλοι μαζί πλέον να ξεκινήσουν για την εκκλησία. Να έλθει ο κουμπάρος! Καθόλου εύκολο πράγμα! Για να φθάσει ο κουμπάρος στην νύφη έπρεπε να περάσει από το πλήθος των συγγενών της, που όπως ήθελε το έθιμο, αντιστέκονταν, μη θέλοντας τάχα να παραδώσουν το κορίτσι τους. Να μην φύγει από το σπίτι τους. Στιγμές συγκινητικές. Όμως κάποτε ο κόσμος άνοιγε κι ο κουμπάρος έφθανε ως την κλειδωμένη πόρτα του δωματίου της νύφης. Εκεί υπήρχε μια δεύτερη σειρά άμυνας. Για να ανοίξει η πόρτα ο κουμπάρος έπρεπε να αγωνιστεί και να "τάξει". Να υποσχεθεί δηλαδή ότι θα κεράσει ή να δώσει εκεί επί τόπου αρκετά χρήματα. Κι όταν πια γίνονταν κι αυτό τότε όλα τα κάστρα είχαν πέσει. Ο κουμπάρος συνόδευε την νύφη στην έξοδό της από το κυρίως σπίτι στην αυλή, όπου ήταν το πλήθος.


Θυμάμαι πάντα με συγκίνηση ένα γάμο, στον οποίο βρέθηκα, παιδί ακόμα τότε. Η νύφη έβγαινε στην αυλή του πατρικού της σπιτιού συνοδευόμενη από τον κουμπάρο, κατεβαίνοντας από μια εξωτερική σκάλα, από το δεύτερο όροφο προς την αυλή. Τα όργανα έπαιζαν τον κατάλληλο σκοπό, ενώ ο κόσμος τραγουδούσε κι οι περισσότεροι σχεδόν έκλαιγαν ταυτόχρονα:


Έβγα μάνα μου, να ιδείς τον ήλιο
κι αν εβράδυασε, πες μου να φύγω
Φεύγω μακριά απ τους γονείς μου
Απ’ τ αδέλφια μου, τους συγγενείς μου.

Θέλεις ράνε μου γλυκιά μου μάνα
Θέλεις βάνε μου μαργαριτάρι
κι αργυρό σταυρό να με φυλάει..

Ακολουθούσαν άλλα τραγούδια όπως το:
Σήμερα γάμος γίνεται 
Σ’ ωραίο περιβόλι, 
σήμερα αποχωρίζεται
η μάνα από την κόρη 
Γαμπρέ τη νύφη μας καλά
να μη την εμαλώνεις
σαν άσπρο τριαντάφυλλο
να την εκαμαρώνεις.


Στιγμές γεμάτες συγκίνηση. Ύστερα όλοι μαζί ξεκινούσαν για την εκκλησία. Μπροστά και πάλι τα όργανα και πίσω οι χορευταράδες του χωριού με το κρασί στο χέρι, χορεύοντας και κάνοντας πολύ σαματά. Πίσω ακολουθούσαν νύφη και γαμπρός, ο καθένας "ανγκαζέ" με τους συνοδούς του.


Μόλις το ενωμένο ψίκι έφθανε στην κατηφόρα για την εκκλησία, αφού περνούσε το "πάνω το πλατάν", γίνονταν μια στάση. Κάποιοι έδιναν ένα φρεσκοζυμωμένο ψωμί στη νύφη, που ήταν χωρισμένο σε πολλά μικρότερα κομματάκια. Η νύφη το έπιανε με τα δυο της χέρια και καθώς η ίδια έβλεπε προς την εκκλησία, το πέταγε πάνω από το κεφάλι της προς τα πίσω, μέσα στο πλήθος. Όποιος νέος ή νέα προλάβαινε να πάρει έστω και μια ψίχα από αυτό το "κλικ", ήταν τυχερός κι ευτυχισμένος. Έτσι τουλάχιστον το ήθελαν οι δοξασίες. Το βράδυ θα το έβαζε κάτω από το προσκεφάλι του και θα ονειρεύονταν το ταίρι του, το οποίο και θα το παντρεύονταν τελικά κάποτε. Καταλαβαίνετε λοιπόν τι γίνονταν από την νεολαία, για ένα μικρό κομματάκι από το "κλικ" της νύφης.
Είναι αλήθεια ότι μια φορά πήρα και εγώ ένα μεγάλο κομμάτι από ένα νυφιάτικο "κλικ", μόνο, που ήταν πολύ αργά

πια, για να ονειρευτώ ποια θα έπαιρνα. Ήμουν παντρεμένος με μεγάλα ήδη παιδιά. Ήταν την μέρα που έγινε στο χωριό, ο γάμος του Δημήτρη του Χατζούδη, του γιου του Λευτέρη, με την Στέλλα Σαμαρά, που είχε γίνει με όλα τα παλιά- καλά έθιμα.


Οι μουσικοί σταματούσαν να παίζουν. Ο κόσμος έμπαινε στην εκκλησία, για να παρακολουθήσει το μυστήριο του γάμου. Στην εκκλησία επικρατούσε απόλυτη τάξη, που διαταράσσονταν μόνο όταν ο κόσμος πέταγε ρύζια, κουφέτα και λουλούδια μόλις ο παπάς έλεγε το "Ησαία χόρευε....." και όταν ο παπάς έλεγε το "η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα", οπότε κάποιες νύφες πατούσαν επιδεικτικά το πόδι του γαμπρού, ξενυχιάζοντάς τον και προκαλώντας τα γέλια του κόσμου, που το περίμενε, για να αποδείξει, ότι το τελευταίο δεν θα ισχύσει στον δικό τους γάμο.


Μετά το τέλος του μυστηρίου, τα μπρατίμια, οι φίλοι δηλαδή του γαμπρού, έπιαναν τον κουμπάρο και τον σηκώνανε ψηλά, και τον τσιμπούσαν με καρφίτσες στα πισινά, μέχρι να "τάξει". Κι αν δεν έταζε δεν κατέβαινε.


Ό κόσμος σιγά-σιγά έπαιρνε τις μπουμπουνιέρες του κι έβγαινε από την εκκλησία κατευθυνόμενος στην πλατεία. Ακολουθούσαν ο γαμπρός με την νύφη και τους συγγενείς τους, καθώς και τους κουμπάρους και τα μπρατίμια. Όλοι μαζί σταματούσαν στην σκάλα, που υπήρχε τότε στην έξοδο της αυλής της εκκλησίας και έβγαιναν τις καθιερωμένες φωτογραφίες. Στο κάτω-κάτω σκαλί πάντα ο γαμπρός και η νύφη με τους πιο στενούς συγγενείς και στις δυο άκρες του πάνω σκαλοπατιού, σ όλες τις φωτογραφίες, όλων των γάμων, σαν εξαπτέρυγα, από την μια ο Παντελής κι από την άλλη ο Γιώργος. Δεν θυμάμαι να έχω δει φωτογραφία από γάμο στο χωριό, που να απουσιάζουν οι δυο τους. Ήταν το σήμα κατατεθέν στις γαμήλιες φωτογραφίες.


Το γλέντι συνεχίζονταν αμέσως μετά την έξοδο από την εκκλησία μέχρι αργά το βράδυ, σε μία από τις δυο πλατείες, όπου είχαν εγκατασταθεί ήδη τα όργανα κι όπου το χορό πρωτοάνοιγαν οι νιόπαντροι, οι οποίοι μετά από δυο τρία τραγούδια, που χόρευαν έφευγαν και πήγαιναν στο σπίτι, για να νταρίσει η νύφη τους συγγενείς του γαμπρού και μετά να αλλάξουν ρούχα και να βγουν στο γλέντι και πάλι.


Γαμήλια ταξίδια, Ξενοδοχεία, Φωτογραφεία κι άλλα τέτοια πολυέξοδα πράγματα δεν συνηθίζονταν τότε.Ο γάμος τέλειωνε με το τέλος του γλεντιού, τα ξημερώματα της Δευτέρας.

Από τις ‘’ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ’’ του Θανάση Στεφ. Παπαοικονόμου…

 

 

 

 

Σόμπορο

Σόμπορο
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό Χειμωνα να εχουμε ,ηπιο χωρις πολλες σκοτουρες Σόμπορο (14.11.17, 12:49)(18:12) 0
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες στο μεσον τουφθινοπωρου και βαλτωσαμε ,με το καλο ναρθει ο Χειμωνας τα πηρατε τα ξυλα σας φετος μου μοιαζει βαρυς θα ειναι . . τα λεμε του χρονου καλο υπνο Σόμπορο (10.10.17, 13:54)(18:12) 0
Βλ Λιγοτερη κινηση στο σομπορο η πολλη ειναι καταρα Σόμπορο (24.08.17, 14:01)(18:12) 0
Βλ σε σας πετυχατε να εχετε μια θεση στην ανωτατη εκπαιδευση συγχαρητηρια και κάντε το σταυρο σας να αλλαξει η οικονομική κατασταση στην πατριδα μας ωσπου να γίνετε ακαδημαίκοι πολιτες και για τους αλλους που δεν τα καταφεραν η ζωή δεν χαθηκε υπαρχουν και αλλες ευκαιριες γεροι να ειστε σιγουρα και για σας κατι περιμενει Σόμπορο (24.08.17, 13:58)(18:12) 0
Βλ Με το νερο καλέ τι γινεται τα φαγαμε τα 2,5 χρονια και το θεμα αλυτο Από λογια ..... Σόμπορο (02.05.17, 12:20)(18:12) 3
Βλ Γειά σας Αδαμιωτες καλό μηνα και από δω καλο καλοκαιρι Σόμπορο (02.05.17, 12:16)(18:12) 1
Βλ Καλημέρα Αδαμ ,μα τι κινηση ειναι αυτή .Γιατι δεν καλημεριζόμζστε εστω και ετσι μιας και βαριομαστε να πουμε καλημερα όταν ανταμωνουμε Σόμπορο (29.01.17, 08:51)(08:01) 2
Βλ λαθος στην παραδοση Σόμπορο (25.12.16, 19:42)(19:12) 4
Βλ Βρε παιδιά η δωρεα του παραδωσιακων μουσικων οργανων του Χρισ Χάλαρη στο Αδάμ τι γίνεται? την κλεισαμε στο σχολειο και εκει βαλτωνει Σόμπορο (25.12.16, 14:06)(14:12) 5
Βλ Εσεις που γραφατε που χαθηκατε ,η σελιδα νομιζω ότι πατωνει και αυτο ειναι κακο μια σελιδα που θα ζηλευαν μεγαλες πολεις Σόμπορο (25.12.16, 13:30)(13:12) 2
Βλ Χρονια πολλά Αδάμ όπου και αν βρισκεσαι στην πατριδα ή στα περατα του κόσμου και καλή χρονια να εχουμε με υγεία και ειρήνη Σόμπορο (25.12.16, 13:28)(13:12) 2
Βλ Αντε εμεις γενικως πεινάμε μα εσεις εκτος Ελλάδος δεν πεινάτε και δεν μπαίνετε να μας πειτε πως τα περνάτε Σόμπορο (20.09.16, 17:26)(18:12) 3
Βλ πάει και αυτή η σελιδα την επιασε και αυτή η οικονομικη κρίση Ντροπη μας Σόμπορο (20.09.16, 17:22)(18:12) 0
Βλ αντε βρε κουνηθειτε ,ετσι θα πάρουμε την Πόλη? Σόμπορο (26.07.16, 23:07)(23:07) 2
Βλ απο τοτε που το κανατε μοντέρνο adamiotes θαρρεις και κάτσατε πάνω τετοια καντεμιά Σόμπορο (26.07.16, 23:04)(23:07) 1
Βλ το βιβλιο θαναση πολυ καλό , οι αναμνησεις μας ζωντανευουν Σόμπορο (18.06.16, 11:54)(18:12) 1
thanasispap Βασίλη εντάξει,τα βρήκα.'Εφτεγε το ipad.. Σόμπορο (26.05.16, 03:06)(03:05) 2
bozatzidis Αφού φανεί το βιβλίο σε πλήρη οθόνη, όποιος θέλει να το κάνει ακόμη μεγαλύτερη, πατάει το εικονίδιο για ζουμ που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στα βελάκια. Είναι ο μεγεθυντικός φακός με το + Σόμπορο (25.05.16, 22:09)(22:05) 1
bozatzidis Για να πας στην προηγούμενη σελίδα δεν έχει να κάνει ποτέ με ένα site. Πατάς το πάνω αριστερό βελάκι του browser (mozzilla, chrome κλπ). Σόμπορο (25.05.16, 22:06)(22:05) 0
bozatzidis Θανάση ανεβάζω εικόνα που δείχνει που πρέπει να κλικάρεις για να δεις το βιβλίο σε πλήρη οθόνη. Σόμπορο (25.05.16, 22:05)(22:05) 0
You are not allowed to use shoutbox.